Η ζωή ενός αγωνιστή
Γέφυρες στο χρόνο

Η ζωή ενός αγωνιστή

Στο μικρό νησάκι βορειοδυτικά της Χίου, στα Ψαρά, γεννήθηκε το έτος 1793 ένα αγοράκι, το οποίο θα έμενε για πάντα γραμμένο στην ελληνική Ιστορία. Ήταν ο μικρότερος γιος ενός από τους τότε διοικητές των Ψαρών, του δημογέροντα Μιχαήλ Καναρίου και της Μάρως Μπουρέκα. Το όνομά του; Κωνσταντίνος.

Ο πατέρας του έφυγε από την ζωή όταν ήταν ακόμα μικρός. Από έφηβος, ο Κωνσταντίνος μπήκε στα βάσανα της δουλειάς στην θάλασσα. Δούλευε μούτσος πάνω σε πλοία συγγενών του. Συγκεκριμένα, δούλευε κυρίως στο εμπορικό πλοίο του θείου του, Δημήτριου Μπουρέκα. 

Γεννημένος σε νησί, από την αρχή υπήρξε άνθρωπος της θάλασσας. Με το πλοίο του θείου του, άρχισε να εξερευνά και να βλέπει τον κόσμο. Ταξίδεψε στο νησί των Ιπποτών, την Μάλτα και μπάρκαρε στην Νότια Γαλλία, στο λιμάνι της Μασσαλίας. Ανατολικά, πέρασε από τα στενά του Βοσπόρου, περιπλανήθηκε στα στενά της Πόλης και επισκέφθηκε διάφορα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας. 

Μικρός όπως ήταν, δεν γέμιζε το μάτι στους περισσότερους. Ήταν, όμως, δουλευταράς και αποδείκνυε την αξία του κάθε μέρα. Μάλιστα, όταν ο θείος του πέθανε, ο Κωνσταντίνος ανέλαβε το μπρίκι (είδος του πλοίου) στο οποίο δούλευε. Έγινε καπετάνιος, σε ηλικία 20 ετών. Ικανός καπετάνιος, που έφτανε μέχρι την Οδησσό και έφερνε εμπορεύματα στο Αιγαίο και συγκεκριμένα στο κατεξοχήν εμπορικό κέντρο της εποχής, την Σύρο.

Οι φήμες για την δημιουργία της Φιλικής Εταιρείας είχαν μεταδοθεί και ο Κωνσταντίνος, νέος και γεμάτος ζωντάνια όπως ήταν, πολύ θα ήθελε να συμμετάσχει στα εγχειρήματά της. Παρέμενε, όμως, ακόμα μικρός σε ηλικία.

Το 1817, όταν ήταν 24 ετών, έμπειρος καπετάνιος και έμπορος, παντρεύτηκε την κόρη του επίσης Ψαριανού αγωνιστή Ανδρέα Μανιάτη, την Δέσποινα. Παρά τα συχνά ταξίδια του, τόσο πριν όσο και μετά την Επανάσταση, γυρνούσε στο νησί τους. Με την Δέσποινα έκαναν επτά παιδιά, πέντε από τα οποία δυστυχώς είδε να πεθαίνουν για διάφορους λόγους, όσο εκείνος ήταν ακόμα ζωντανός.

Λίγα χρόνια αργότερα, στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, την Μολδαβία και την Βλαχία, ήρθε η στιγμή που ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έκανε την αρχή. Εκεί, στις 24 Φεβρουαρίου 1821, κηρύχθηκε επίσημα η έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Στον πρώτο πολεμικό στόλο αποτελούμενο από Ψαριανούς ναυτικούς, μπαίνει και ο ετοιμοπόλεμος νέος για τον οποίο μιλάμε: ο 28 ετών Κωνσταντίνος Κανάρης. Κομβική απόφαση για την ζωή και την υστεροφημία του, καθώς το έργο του κατά την διάρκεια του Αγώνα θα κρινόταν τεράστιο. 

Ο νεαρός καπετάνιος φαινόταν γενικά πολύ πράος και όχι τόσο δυναμικός στους υπόλοιπους ναυτικούς. Όσο περνούσε, όμως, ο καιρός, ο Κωνσταντίνος, χωρίς φανφάρες και επιδείξεις, έδειχνε πρακτικά ότι άξιζε και με το παραπάνω να βρίσκεται ανάμεσά τους. Ξεκίνησε με επιχειρήσεις στα παράλια της Μικράς Ασίας και συμμετείχε στην Ναυμαχία της Πάτρας το 1822.

Την ίδια χρονιά, οθωμανικά πλοία πραγματοποίησαν μια αποστολή, κατευθυνόμενα προς το νησί της Χίου, προκειμένου να καταπνίξουν το επαναστατικό κίνημα που έπαιρνε όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις. Η αποστολή αυτή, με αρχηγό τον Οθωμανό πλοίαρχο Καρά Αλή, κατέληξε στο τραγικό μέχρι σήμερα για όλο τον Ελληνισμό γεγονός της σφαγής της Χίου. 

Μετά από την ολοκλήρωση της αποστολής, ο οθωμανικός στόλος παρέμεινε αγκυροβολημένος στο νησί. Ο ελληνικός επαναστατικός στόλος, περίμενε πάνω από ένα μήνα την κατάλληλη ευκαιρία να χτυπήσει. Τελικά, ξεκίνησε η επιχείρηση πυρπόλησης των εχθρικών πλοίων.

Την νύχτα της 6ης Ιουνίου 1822, δύο μπουρλότα (δηλαδή πλοία γεμάτα εκρηκτικές ύλες) με επικεφαλής το ένα τον Κωνσταντίνο Κανάρη και το άλλο τον Ανδρέα Πιπίνο, συν μερικά απλά πλοιάρια, άρχισαν να πλέουν στα νερά κοντά στην Χίο. Ο οθωμανικός στόλος δεν συγκρινόταν σε μέγεθος και πλοία με τον ελληνικό. Η Ιστορία, όμως, (και κυρίως η ελληνική) έχει αποδείξει ότι το πλήθος των στρατιωτικών μέσων δεν είναι πάντα αυτό που κρίνει την έκβαση μιας μάχης.

Η πυρπόληση πλοίου ήταν ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα. Το μπουρλότο έπρεπε να σταθεροποιηθεί καλά, «κολλημένο» στα πλαϊνά του μεγάλου πλοίου. Όσοι βρίσκονταν μέσα, οι μπουρλοτιέρηδες, έπρεπε να το ανάψουν και να το αφήσουν να πάρει τόση φωτιά όση χρειαζόταν για να αρχίζει να καίγεται και το μεγάλο πλοίο, το οποίο ήταν ο στόχος. Όλα αυτά, ενώ ταυτόχρονα προσπαθούσαν να βρουν την κατάλληλη στιγμή να εγκαταλείψουν το μπουρλότο, για να σωθούν οι ίδιοι από την φωτιά που είχαν βάλει, αφού βέβαια ήταν σίγουροι ότι θα καταστρεφόταν ο στόχος.

Οι επικεφαλής δεν επέλεξαν τυχαία εκείνη την νύχτα για να επιτεθούν. Τα μπουρλότα και τα πλοιάρια μπορούσαν να κινηθούν πιο άνετα στα νερά, αφού δεν είχε φεγγάρι. Η απουσία του φωτός που αντανακλούσε, τους επέτρεψε να φτάσουν με περισσότερη ευκολία τα οθωμανικά θωρηκτά. Ο Πιπίνος μπόρεσε να προκαλέσει μόνο ζημιές στην αντιναυαρχίδα, ο Κανάρης όμως κατάφερε το ακατόρθωτο. 

Αποδεχόμενος ότι υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να χαθεί μαζί με τα πλοία, έβαλε φωτιά ανάβοντας το μπουρλότο. Η οθωμανική ναυαρχίδα άναψε και η φωτιά έφτασε μέχρι την πυριτιδαποθήκη (το σημείο του πλοίου όπου φυλασσόταν η πυρίτιδα), με αποτέλεσμα να εκραγεί. Τα κανόνια άρχισαν όλα μαζί να εκπυρσοκροτούν και όλο το πλοίο μαζί και το πλήρωμα, αλλά και ο Καρά Αλή, τυλίχτηκαν στις φλόγες. Ο Κανάρης κατάφερε να φτάσει μέχρι τα βοηθητικά πλοιάρια και είδε μαζί με τους συναγωνιστές του την τουρκική ναυαρχίδα να καίγεται ολοσχερώς.

Ένα πλήγμα ως αντίποινα για την μεγάλη σφαγή της Χίου, το οποίο έκρινε και την συνέχεια του Απελευθερωτικού Αγώνα στην θάλασσα. Συνέχεια, που έπληξε κι άλλες περιοχές και άλλους ανθρώπους, αλλά και τους δικούς του.

Στις 21 Ιουνίου 1824, ενώ ο Κανάρης είχε συμμετάσχει και σε άλλες αποστολές και βρισκόταν και τότε μακριά από τον τόπο του, οι οθωμανικές δυνάμεις επέλεξαν να χτυπήσουν εκεί. Η καταστροφή των Ψαρών, προκάλεσε άλλους τόσους θανάτους, λεηλασίες, αρπαγές και ένα νέο κύμα προσφύγων. Λέγεται ότι η Δέσποινα, η γυναίκα του Κανάρη, ενώ είχε ήδη δύο μικρά παιδιά και ήταν και έγκυος στο τρίτο, για να σωθεί έπεσε στην θάλασσα. Μαζί με τα δύο τους παιδιά μπόρεσε και κολύμπησε, μέχρι να επιβιβαστούν σε μία από τις βάρκες που έφυγαν εκείνη τη μέρα από το νησί. Τελικά, κατέληξαν στην Αίγινα.

Ο Κανάρης συνέχισε τις επιθέσεις και λίγο καιρό μετά την καταστροφή των Ψαρών, κατέστρεψε την φρεγάτα του Χοσρέφ Μεχμέτ πασά, του κύριου υπευθύνου για την τραγωδία που πέρασε ο τόπος του. Αργότερα, πυρπόλησε και άλλη μια οθωμανική κορβέτα (πολεμικό πλοίο) στην Μυτιλήνη. 

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης έγινε ένας θρύλος. Ένας από τους πιο θαυμαστούς ήρωες της Ελληνικής Επανάστασης, που τιμήθηκε και μετά την Απελευθέρωση. Οι πηγές που σώζονται, τον μνημονεύουν ως άνθρωπο ντόμπρο, ευγενή, σεμνό, καλοσυνάτο, μετριόφρων, λίγο εσωστρεφή, αλλά προπάντων θαρραλέο και γεμάτο τόλμη.

Έφτασε τον βαθμό του Ναυάρχου και το 1844 έγινε Υπουργός Ναυτικών. Αποτέλεσε Πρωθυπουργός της χώρας αρκετές φορές. Όταν του προσφέρθηκε τιμητική σύνταξη, εκείνος αρνήθηκε πεισματικά και αμετάκλητα να την λάβει. Ό,τι έκανε το έκανε από την καρδιά του, για να είναι η χώρα του και οι άνθρωποι της ελεύθεροι. Πέθανε το 1877, σε ηλικία 84 ετών, στο σπίτι του στην Κυψέλη.

Βιβλιογραφία:

ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

Μηχανή του Χρόνου

Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας

Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας Παύλου Βρέλλη