Η «βασίλισσα» των αρχαίων Κυκλάδων, ήταν η Δήλος. Το ιερό νησί του Απόλλωνα, το οποίο κύκλωναν να υπόλοιπα νησιά. Ο κύριος ναός λατρείας του θεού του ήλιου, ήταν λογικό να βρίσκεται στο ιερό νησί. Υπήρχαν και άλλοι, όμως, ναοί προς τιμήν του, στα άλλα νησιά γύρω του, οι οποίοι λειτουργούσαν παράλληλα.
Στην αρχαιότητα, κάθε ναός που χτιζόταν προς τιμήν του Απόλλωνα, συνηθιζόταν να «κοιτάει» προς το ιερό νησί του. Νότια, στο νησί της Νάξου, η ζωή κυλούσε ομαλά και ο τόπος ευημερούσε. Το εμπόριο του ποιοτικού, φωτεινού μαρμάρου της, είχε εξαπλωθεί σε όλο το Αιγαίο.
Από τον 9ο και 8ο αιώνα π.Χ., λειτουργούσε στο νησί ένας υπαίθριος ναός του Απόλλωνα. Κατά τον 6ο αιώνα π.Χ., όμως, ο τύραννος που κυβερνούσε το νησί, ο Λύγδαμις, θέλησε να κάνει ένα μεγάλο έργο. Για να ξεχωρίζει το νησί ανάμεσα στα άλλα, θέλησε να οικοδομήσει έναν ναό.
Πάνω σε ερείπια του προηγούμενου υπαίθριου ναού, στην κορυφή μιας νησίδας μπροστά από το αρχαίο λιμάνι της Νάξου, ξεκίνησε να χτίζεται ο ναός. Ο Λύγδαμις, είχε στο μυαλό του έναν μεγαλοπρεπή ναό. Έναν ναό, που θα ξεπερνούσε σε επιβλητικότητα όλα τα «Δήλια» (τους ναούς προς τιμήν του Δήλιου Απόλλωνα στα άλλα νησιά). Ακόμα και τον ναό στην Δήλο.
Λατόμοι απέσπασαν το διάσημο μάρμαρο του νησιού και άρχισαν να το δουλεύουν πάνω στην νησίδα. Οι εργασίες, θα οδηγούσαν, όπως φαινόταν, στην οικοδόμηση ενός μνημειώδους ναού, όπως τον φανταζόταν ο Λύγδαμις. Διακόπηκαν, όμως, απότομα. Ο Λύγδαμις, το 524 π.Χ., έχασε την εξουσία και ο ναός έμεινε μισός. Οι αρχαίοι κάτοικοι της Νάξου δεν θα έμπαιναν ποτέ στα δώματά του.
Αρχαιολογικές και ανασκαφικές έρευνες 2.500 χρόνια μετά, έφεραν στο φως την πορεία του μισοτελειωμένου ναού από εκεί και πέρα. Από τα ερείπιά του και τα γύρω ευρήματα, συμπεράθηκε ότι ο ναός αποτελούσε για αιώνες ένα παρατημένο εργοτάξιο, το οποίο δεν άγγιξε και δεν ανέλαβε κανείς. Ούτε οι «διάδοχοι» του τυράννου Λύγδαμη.
Το σύνολο των θεμελίων και των τοίχων του, δείχνουν ότι προοριζόταν να γίνει ένας ναός με κλασικό διαχωρισμό, με πρόναο, σηκό (το «σπίτι» του αγάλματος) και οπισθόδομο, με κίονες και θριγκό που συνδύαζαν ιωνικό και δωρικό ρυθμό. Στις στενές πλευρές του, οι κιονοστοιχίες ήταν διπλές, γεγονός που θα του προσέδιδε βάθος και προοπτική. Φαίνεται να είχε εμπνευστεί από το Ηραίο της Σάμου και οι αναλογίες του ήταν αντίστοιχες με αυτές του ναού του Διός στην Ολυμπία. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, για τι προσδοκίες μιλάμε…
Κάποια στιγμή, αρκετά μετά την ανατροπή της εξουσίας του Λύγδαμη, οι αρχαίοι κάτοικοι της Μιλήτου και της Ερυθραίας (πόλεις της Μικράς Ασίας), επιτέθηκαν στο νησί. Ενώ μέχρι τότε η νησίδα που βρισκόταν ο εγκαταλελειμμένος ναός λειτουργούσε αμυντικά για το λιμάνι, τότε, οι Μιλήσιοι και οι Ερυθραίοι τη χρησιμοποίησαν ως φρούριο.
Αρκετούς αιώνες μετά, τον 5ο και 6ο αιώνα μ.Χ., ό,τι είχε μείνει από τον αρχαίο ναό, έγινε μέρος μιας χριστιανικής εκκλησίας. Γύρω από αυτήν την εκκλησία τότε, τους Βυζαντινούς Χρόνους, δημιουργήθηκε ένας οικισμός, ο οποίος επιβίωσε για αρκετό καιρό. Συγκεκριμένα, μέχρι την εποχή καταστροφής του ναού, την περίοδο που το νησί κατείχαν οι Ενετοί (1207-1566).
Από εκείνη την εποχή και μετά, ο ναός θα «απογυμνωνόταν» ακόμα περισσότερο. Το αρχαίο παρατημένο εργοτάξιο, έγινε το ίδιο ένα μικρό λατομείο. Τα κομμάτια μαρμάρων, τόσο αυτά που είχαν αφεθεί σκόρπια όσο και αυτά με τα οποία είχαν προλάβει οι εργάτες να σχηματίσουν τοίχους, αποσπάστηκαν από τον χώρο και χρησιμοποιήθηκαν για την οικοδόμηση άλλων κτηρίων και κυρίως του Κάστρου της Χώρας.
Ο ναός του Απόλλωνα στην Νάξο, προοριζόταν να γίνει ένα λαμπρό και μνημειώδες κέντρο λατρείας του Δήλιου Απόλλωνα. Ο Λύγδαμις ήθελε να ξεπεράσει ακόμα και αυτόν της Δήλου. Δεν πρόλαβε, όμως, να ολοκληρώσει αυτό το έργο. Το 1972, οι έρευνες στον χώρο της νησίδας, που σήμερα αναφέρεται ως «Βάκχος» ή «Παλάτια», αναγνώρισαν τα ερείπια ως «Δήλιο» (έναν από τους ναούς των άλλων νησιών προς τιμήν του Απόλλωνα).
Το μόνο που έχει απομείνει πλέον να θυμίζει την προσπάθεια αυτή οικοδόμησης ενός λαμπρού ναού, είναι η περίφημη Πορτάρα, η οποία λόγω του μεγέθους και του βάρους της, ήταν το μόνο μέρος του που κατάφερε να επιβιώσει τόσους αιώνες και συνεχίζει να προκαλεί δέος, κάθε φορά που την αντικρίζουμε όταν φτάνουμε στο λιμάνι της λατρεμένης Νάξου.
Βιβλιογραφία:
