Βρισκόμαστε στα 1963. Ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού παίρνει το Α΄ Διεθνές βραβείο για την καλύτερη διαφημιστική εκστρατεία της τελευταίας διετίας, σε παγκόσμιο επίπεδο. Η χώρα μας έχει αφήσει πίσω μεγαθήρια της τουριστικής βιομηχανίας, όπως τις ΗΠΑ, τη Γαλλία και άλλους λαοφιλείς προορισμούς. Βασικό εργαλείο τότε της διαφημιστικής καμπάνιας, ελλείψει διαδικτύου, είναι η τουριστική αφίσα. Οι περίφημες αφίσες του ΕΟΤ με την υπογραφή των Μιχάλη Κατζουράκη, Φρέντυ Κάραμποττ και Αγνής Κατζουράκη «μιλάνε» στο διεθνές κοινό προσαρμόζοντας την πλούσια ιστορία του τόπου στις αισθητικές αρχές του μοντερνισμού και της αφαίρεσης.
Στην απονομή του βραβείου στη Στοκχόλμη «ο Φρέντυ είχε βάλει το σμόκιν του, είχε μπει σε ταξί ώσπου είδε τυχαία στον δρόμο για την τελετή, έναν κινηματογράφο όπου παιζόταν ο «Λώρενς της Αραβίας». Σταμάτησε αυτομάτως το ταξί και άφησε τη βράβευση για το σινεμά! Στ' αλήθεια, αν αυτό δεν είναι εκδήλωση αναρχισμού, τότε τί είναι;» αναρωτιέται ο Μιχάλης Κατζουράκης κι αυτομάτως ξεσπά σε γέλια.
Ο Μιχάλης και η Αγνή Κατζουράκη
Εκ των συνιδρυτών του θρυλικού γραφείου με την επωνυμία «Κ+Κ - Διαφημιστικόν Κέντρον Αθηνών» – ο μεγαλύτερος στα χρόνια Κάραμποττ πέθανε το 2011 σε ηλικία 87 χρόνων – καταγράφεται στις απώλειες της χρονιάς που αφήνουμε. Ο Μιχάλης Κατζουράκης «έφυγε» από τη ζωή σε ηλικία 93 ετών.
Ο σπουδαίος καλλιτέχνης που έφερε μοναδικές διακρίσεις στον τόπο και άνοιξε δρόμο στη γραφιστική σε νέους δημιουργούς, υπήρξε κι αυτός με τον τρόπο του ένας ευγενής «αναρχικός». Το 1965 απονεμήθηκε στους Κατζουράκη και Κάραμποττ ο Χρυσός Σταυρός του Τάγματος του Φοίνικος για την ξεχωριστή συμβολή τους στο ελληνικό design. «Το βραβείο αυτό κάπου το έχασα» μου έλεγε πάλι γελώντας, με τη σεμνότητα του ανθρώπου που προτιμά το έργο του να μιλά γι' αυτόν, αντί τα βραβεία.
Από 10 χρονών ο Κατζουράκης ήξερε ότι θα γίνει ζωγράφος. Παρά τις ενστάσεις του πατέρα του που τον ονειρεύτηκε οδοντίατρο ή στέλεχος στην πετρελαϊκή Μόμπιλ, έφυγε το '52 για το Παρίσι και μαθήτευσε κοντά στον κορυφαίο τότε δάσκαλο της αφίσας Paul Colin. Ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη γραφιστική από το '59 ως το '74, χωρίς όμως να παρατήσει την ζωγραφική. Κι αργότερα, όταν συνέχισε με τη διακόσμηση εσωτερικών χώρων σε κρουαζιερόπλοια, συνεργαζόμενος με τον εφοπλιστή Περικλή Παναγόπουλο, κατόρθωσε να συνδυάσει ευφάνταστα τις ιδέες του στην κρουαζιέρα, φέρνοντας ως μπροστάρης τον αέρα μιας άλλης αισθητικής.
Ο Μιχάλης Κατζουράκης
Σε αυτή τη γόνιμη πορεία εβδομήντα χρόνων, τον καλλιτέχνη χαρακτήριζε μια σπάνια συνέπεια. Στο εργαστήριό του στον Κεραμεικό, σε ένα υπέροχο κτίριο δίπλα στο Bios, θυμάμαι ένα έργο που είχε φιλοτεχνήσει από τα χρόνια της σπουδής στο Παρίσι: μια μεσοτοιχία. Αυτό ακριβώς ήταν και το θέμα που παρουσίασε στην τελευταία ενότητα έργων του.
«Από τις καμινάδες στο Παρίσι όπου σπούδαζα ως τους ενδιάμεσους χώρους, που περνούν συνήθως απαρατήρητοι, όπως οι μεσοτοιχίες και οι πλινθόκτιστες μάντρες, με ενδιαφέρουν ως αποτυπώσεις της ζωής. Τα ίχνη που αφήνει ο άνθρωπος με τις επεμβάσεις του στην πόλη είναι ένα θέμα που με απασχολεί, κι επανέρχομαι σε αυτό» μου έλεγε ο δημιουργός που θεωρείται κορυφαίος εκπρόσωπος της αφηρημένης τέχνης στην Ελλάδα.
Ο ίδιος, όμως, δεν δεχόταν τον όρο καθώς τα ερεθίσματά του δίνονταν απλόχερα από το αστικό περιβάλλον. «Δεν είμαι αφηρημένος με την έννοια τη γεωμετρική, τη θεωρητική. Μου αρέσει η ζωή που υπάρχει επάνω στα κτίρια, η αποτύπωση της ζωής από τα γκρεμισμένα σπίτια. Η διαδικασία της δουλειάς είναι αφηρημένη αλλά η αφορμή είναι πάντοτε παραστατική», έλεγε.
Ο καλλιτέχνης λάτρευε να «χάνεται» στις πόλεις συλλέγοντας ίχνη που βρίσκονται διάσπαρτα μέσα της. Παρατηρούσε και κατέγραφε με τον φωτογραφικό του φακό τη μεταβολή του αστικού τοπίου. Συγκεκριμένες όψεις, κυνηγώντας μια διαφορετική λεία, «άχρηστη» στα μάτια των πολλών. Ακόμη και ως ταξιδιώτης, αντί για τα μνημεία των ξένων χωρών, τον προσέλκυαν οι εικόνες των κατεστραμμένων και ερειπωμένων κτιρίων στην πολύβουη ζωή της πόλης.
Κοντοστεκόταν για να τα φωτογραφίσει λες και ήθελε να τα περισώσει από τη λήθη. Και παρά τα μέσα που δοκίμαζε ως το τέλος, πίστευε πως «η τέχνη δεν εξελίσσεται. Διότι δεν είναι επιστήμη. Αυτά που έκαναν στα σπήλαια ήταν πάρα πολύ ωραία. Εξελίσσονται οι τεχνοτροπίες. Έχεις βίντεο, έχεις τσιμέντο, αλλά η τέχνη αυτή καθαυτή, κάνει κύκλους, ανεβαίνει και πέφτει».
Κεντρική φωτ.: Ο Μιχάλης και η Αγνή Κατζουράκη
