Σε προηγούμενο άρθρο είχαμε εκτιμήσει το που θα κινηθούν τα μερίσματα των τραπεζών (2,3 δισ. ευρώ) τα οποία αποτελούν και το βασικό κορμό των χρηματικών διανομών για των εισηγμένων εταιριών του ΧΑ.
Παρά την αύξηση των μερισμάτων κατά 770 εκατ. ευρώ από το τον τραπεζικό κλάδο το σύνολο της αγοράς δεν αναμένεται να ξεπεράσει τις χρηματικές διανομές της χρήσης του 2024. Αυτό οφείλεται στο ότι οι έκτακτες διανομές δεν θα έχουν ανάλογη συνέχεια (όπως π.χ. της Titan, Ελλάκτωρ) ή λόγω εταιρικών μετασχηματισμών θα είναι μειωμένες (π.χ. ΟΠΑΠ, ΕΧΑΕ).
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η χρονιά δεν θα έχει ένα ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Η υψηλή κερδοφορία που αναμένεται για το 2025 στο σκέλος που αφορά την τακτική διανομή θα είναι μεν μειωμένη κατά 0,3% λόγω της υστέρησης των μη τραπεζικών τίτλων (8,5%) αλλά θα παραμείνει υψηλή. Για τις εμποροβιομηχανικές μετοχές του FTSE-25 τα συνολικά μερίσματα θα μείνουν πάνω από τα 3 δις ευρώ, 100 εκατ. λιγότερα από πέρυσι. Συνολικά οι εισηγμένες στο ΧΑ αναμένεται να υπερβούν τα 5,3 δις ευρώ προσεγγίζοντας τα ιστορικά υψηλά τους με καλύτερες αναλογίες ως προς το μίγμα συνεισφοράς των εταιριών, βάζοντας έτσι και μια επιπλέον παράμετρο διασποράς που μεταφράζεται σε χρηματικές ροές ευρύτερης κλίμακας στους ενεργούς κωδικούς.
Η συνέχεια πάντως παραμένει αισιόδοξη καθώς η χρήση του 2026 αναμένεται να κινηθεί σε επίπεδα ρεκόρ σπάζοντας το «στοιχειωμένο ρεκόρ» του 2007, την τελευταία χρήση που οι τράπεζες μοίρασαν μερίσματα πριν εισέλθουν σε μια μακρά περίοδο σιγής. Ο στόχος των 6 δισ. ευρώ δεν είναι ανέφικτος βάση εκτιμώμενης κερδοφορίας και αυξημένων ποσοστών διανομής. Παράλληλα πολλές εισηγμένες θα έχουν ολοκληρώσει ένα βαρύ πλάνο επενδύσεων και εταιρικών μετασχηματισμών που θα τους δώσει την δυνατότητα μεγαλύτερων ανταμοιβών λόγω της παραγωγής νέων ταμειακών ροών ή/και εξοικονομήσεων.
Η εικόνα του 2025 επιβεβαιώνει ότι, ακόμη και χωρίς τη βοήθεια έκτακτων διανομών, το Χρηματιστήριο Αθηνών έχει τη δυνατότητα να παράγει σταθερές και επαναλαμβανόμενες χρηματικές ροές, με σαφώς πιο υγιή και ισορροπημένη βάση σε σχέση με το παρελθόν. Η επιστροφή των τραπεζών στον ρόλο του βασικού πυλώνα διανομών, σε συνδυασμό με την ωρίμανση επενδυτικών κύκλων σε σειρά εισηγμένων, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια νέα «κανονικότητα» στις ανταμοιβές των μετόχων. Αν αυτή η δυναμική επιβεβαιωθεί και το 2026, τότε δεν θα μιλάμε απλώς για αριθμητικά ρεκόρ, αλλά για μια αγορά που έχει ξαναβρεί την ικανότητά της να ανταμείβει σε βάθος χρόνου την υπομονή και την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Και η εμπιστοσύνη μεταφράζεται σε κεφάλια μεγαλύτερου ειδικού βάρους και καλύτερης ποιότητας.


