Τα χειρότερα σενάρια και προβλέψεις από όταν ξεκινούσε η επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν πριν από 21 ημέρες φαίνεται να βγαίνουν αληθινά, καθώς ο πόλεμος αυτός εξελίσσεται σε πόλεμο φθοράς, έχει διευρυνθεί σε ολόκληρη την περιοχή και απειλεί πλέον όχι απλώς τη μεταφορά ενέργειας αλλά και τις ίδιες τις υποδομές παραγωγής ενέργειας, τόσο στο Ιράν όσο και στον Κόλπο, οδηγώντας σε ένα εφιαλτικό σενάριο χωρίς τέλος.
Το Ιράν έχει επιδείξει μια εντυπωσιακή ανθεκτικότητα αλλά και ευελιξία στη διατήρηση της λειτουργικότητάς του μετά τον αποκεφαλισμό της ηγεσίας και τα πλήγματα σε κρίσιμες, κυρίως στρατιωτικές, υποδομές, και τώρα απειλεί με το μεγαλύτερο όπλο που διαθέτει: τη ναρκοθέτηση των Στενών του Ορμούζ, αλλά και την ανταπόδοση των επιθέσεων που δέχεται με πλήγματα σε μερικές από τις μεγαλύτερες στον κόσμο υποδομές εξόρυξης πετρελαίου και φυσικού αερίου, απειλώντας να «πάρει μαζί του» στην καταστροφή και όλες τις χώρες του Κόλπου, βυθίζοντας συγχρόνως και τις παγκόσμιες οικονομίες. Την Παρασκευή, το Ιράν απείλησε με την επιστράτευση ενός ακόμη όπλου, εκείνου της τρομοκρατίας, προαναγγέλλοντας επιθέσεις σε όλο τον κόσμο, σε τουριστικά θέρετρα και υποδομές.
Η κατάσταση, όπως εξελίσσεται πλέον, θέτει και την Ουάσιγκτον και τον πρόεδρο Τραμπ ενώπιον κρίσιμων διλημμάτων καθώς οι κλυδωνισμοί στην παγκόσμια οικονομία και στην περιφερειακή ασφάλεια είναι πλέον τεκτονικοί.
Αν και δεν είναι η ώρα ακόμη για απολογισμό, είναι σαφές ότι η επιχείρηση εναντίον του Ιράν δεν είχε προετοιμαστεί σωστά και υπερεκτιμήθηκε η στρατιωτική υπεροπλία ΗΠΑ–Ισραήλ, ενώ υποεκτιμήθηκε η δυνατότητα των Ιρανών να κινητοποιήσουν κάθε δύναμη και όπλο που διαθέτουν, προκειμένου να δώσουν μια μάχη, η οποία για το καθεστώς ήταν πλέον μάχη επιβίωσης.
Οι ΗΠΑ έδειξαν να εκπλήσσονται από το κλείσιμο των Στενών, ενώ δεκαετίες τώρα είναι γνωστό ότι αυτό αποτελεί ένα από τα έσχατα όπλα που θα χρησιμοποιήσει το Ιράν. Όπως επίσης δεν φαίνεται να υπολόγισαν σωστά το μέγεθος και την ένταση της αντίδρασης του Ιράν, με τις επιθέσεις εναντίον των χωρών του Κόλπου, ακόμη και εκείνων με τις οποίες διατηρούσε αδελφικές σχέσεις, όπως το Κατάρ αλλά και το Μπαχρέιν. Με τις χώρες του Κόλπου να αποτελούν τους μεγάλους χαμένους από τη μέχρι τώρα εξέλιξη των πολεμικών επιχειρήσεων.
Το Ισραήλ, το οποίο έχει κάθε λόγο να είναι ικανοποιημένο από τις εξελίξεις στο πεδίο, καθώς ο δικός του πόλεμος εναντίον του Ιράν έχει γίνει πια πόλεμος και των ΗΠΑ, εξασφαλίζοντας έτσι ένα ισχυρό πολιτικό και στρατιωτικό πλεονέκτημα. Και για να μην υπάρχουν αμφιβολίες για το πώς λειτουργεί το Ισραήλ, μόλις διαπίστωσε σημάδια κάμψης στην αμερικανική πλευρά, εξαπέλυσε την επίθεση στο ιρανικό κοίτασμα South Pars, γνωρίζοντας ότι έτσι ξεπερνά τις «κόκκινες γραμμές», προκαλώντας το Ιράν να ανταποδώσει σε πετρελαϊκές εγκαταστάσεις των χωρών του Κόλπου. Γνώριζε ότι έτσι θα αναδείκνυε την απειλή που συνιστά το Ιράν για όλους και όχι μόνο για το Ισραήλ, και θα υποχρέωνε σε ακόμη πιο δυναμική στάση τον Αμερικανό πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ. Την ίδια ώρα, ανοίγει και το μέτωπο του Λιβάνου, θεωρώντας ότι είναι μοναδική ευκαιρία, τώρα με την επικέντρωση του Ιράν στη δική του άμυνα, να εξαλειφθεί οριστικά η απειλή της Χεζμπολάχ, ακόμη κι αν αυτό απειλεί τη σταθερότητα και την ενότητα του Λιβάνου.
Οι ΗΠΑ, με μια αμφιλεγόμενη τακτική σε αυτόν τον πόλεμο, τώρα κινητοποιούν δυνάμεις, ακόμη και ειδικές δυνάμεις, προκειμένου, τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη της επιχείρησης, να είναι έτοιμες για κάθε ενδεχόμενο και για κάθε επιλογή στο πεδίο. Όλοι γνωρίζουν, βεβαίως, ότι μια απόπειρα χερσαίας εμπλοκής θα είναι εξαιρετικά υψηλού ρίσκου και αμφίβολου αποτελέσματος. Τα Στενά του Ορμούζ, για να «ασφαλιστούν» από τις αμερικανικές δυνάμεις, θα χρειάζονταν δεκάδες χιλιάδες άνδρες και μια εκτεταμένη αεροναυτική επιχείρηση, ώστε να εξαλειφθεί κάθε απειλή από αυτή τη μεγάλη ακτογραμμή, η οποία είναι φορτωμένη με όπλα κάθε είδους, προκειμένου ακριβώς να εμποδίσουν, εάν χρειαστεί και για μεγάλο διάστημα, τη ναυσιπλοΐα στα Στενά.
Ο πρόεδρος Τραμπ δεν θα ήθελε φυσικά, επτά μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, να βλέπει να επιστρέφουν «φέρετρα» από τα Στενά του Ορμούζ και συγχρόνως να αντιμετωπίζει μια κρίση στην τιμή των καυσίμων στην αντλία, στην οποία είναι πολύ ευαίσθητοι οι Αμερικανοί ψηφοφόροι.
Όμως ο Αμερικανός πρόεδρος, μετά από αυτή την περιπέτεια, χρειάζεται επειγόντως μια θεαματική νίκη ή, πάντως, κάποια εξέλιξη που θα μπορούσε, με τον γνωστό θεατρικό τρόπο του, να την παρουσιάσει ως τέτοια.
Ενώ την Πέμπτη ο Ν. Τραμπ δήλωνε ότι δεν πρόκειται να υπάρξει χερσαία εμπλοκή, χθες επιβεβαιώθηκαν πληροφορίες για μετακίνηση στην περιοχή τριών πολεμικών πλοίων, εκ των οποίων τα δύο είναι αποβατικά με 2.500 πεζοναύτες. Τα σενάρια που παρουσίασαν αμερικανικά ΜΜΕ έκαναν λόγο για σχέδιο κατάληψης ή αποκλεισμού του κρίσιμου ιρανικού νησιού Χαργκ, προκειμένου να πιεστεί το Ιράν να σταματήσει τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ. Μια επιλογή που, όπως προειδοποιούν στρατιωτικοί αναλυτές, πιθανότατα θα οδηγήσει σε μια πολύ επικίνδυνη χερσαία εμπλοκή αμφίβολης αποτελεσματικότητας, που αντίθετα μπορεί να οδηγήσει ακόμη πιο βαθιά τις ΗΠΑ στην κινούμενη άμμο του Ιράν.
Τώρα, ο Αμερικανός πρόεδρος, βρίσκεται μπροστά σε δύσκολη επιλογή: είτε θα πρέπει να κλιμακώσει ώστε να επιφέρει στο Ιράν συντριπτικά στρατιωτικά πλήγματα και πλήγματα σε υποδομές, με την ελπίδα ότι θα γονατίσει το καθεστώς και έτσι θα αποκατασταθεί σταδιακά η ομαλότητα στην τροφοδοσία της παγκόσμιας αγοράς με πετρέλαιο και φυσικό αέριο, και ο ίδιος θα μπορεί να ισχυριστεί ότι διέλυσε για πολλά χρόνια κάθε δυνατότητα του Ιράν να εξελιχθεί σε πυρηνική δύναμη και να αποτελεί απειλή για το Ισραήλ και τους γείτονές του. Όμως αυτή η επιλογή συνεπάγεται μια μεγάλη κλιμάκωση, που δεν είναι σίγουρο ότι θα οδηγήσει στα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, καθώς δεν λαμβάνει υπόψη και την αποφασιστικότητα με την οποία θα αντιδράσει το Ιράν σε αυτόν τον πόλεμο, που θα μετατραπεί σε μάχη «εθνικής επιβίωσης».
Από την άλλη, βεβαίως, υπάρχουν ακόμη ευκαιρίες για τον Αμερικανό πρόεδρο να εμφανιστεί «νικητής» και να απεμπλακεί έτσι από το διαφαινόμενο αδιέξοδο, το οποίο, εκτός των άλλων, θα έχει σοβαρές επιπτώσεις και στις επιδόσεις του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.
Η δήλωση του Μ. Νετανιάχου το βράδυ της Πέμπτης ότι το Ιράν «δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να εμπλουτίζει ουράνιο ή να κατασκευάζει βαλλιστικούς πυραύλους» θα προσέφερε ένα ισχυρό επιχείρημα για την απεμπλοκή. Ο Ντόναλντ Τραμπ θα μπορούσε να εμφανιστεί ως ο ηγέτης που τόλμησε να «ξεδοντιάσει» το Ιράν, ώστε να μην αποτελεί απειλή για πολλά χρόνια, και από μειονεκτική θέση να υποχρεωθεί σε συνομιλίες που θα επιβεβαιώσουν την παραίτησή του από τις πυρηνικές φιλοδοξίες του.
Σε τέτοιους πολέμους, είναι επίδειξη στρατηγικής το να ξέρεις πότε φεύγεις, έστω και με μισή νίκη, καθώς δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι μια μεγάλης κλίμακας σύγκρουση, με τεράστιο κόστος, θα μπορούσε να ξαναπροσφέρει μια τέτοια ευκαιρία στο μέλλον.
Όμως ο Ν. Τραμπ δεν έχει δείξει ότι ακολουθεί κανόνες και, με τις τελευταίες δηλώσεις του, φαίνεται να προσανατολίζεται στην επίτευξη μιας «μεγάλης θεαματικής νίκης», κάτι που θα οδηγήσει πιθανότατα σε μεγαλύτερη κλιμάκωση και μεγαλύτερη διάρκεια της σύγκρουσης…
