Και ενώ παρακολουθούσα εμβρόντητος στην τηλεόραση το επεισόδιο με τα κρακεράκια, μου ήρθε –στα ξεκούδουνα- στο μυαλό μια ιστορία που μου διηγούνταν η συγχωρεμένη η γιαγιά μου όταν ήμουν παιδί. Στο χωριό μας κάποτε, έζησε ένας τρελός που κυκλοφορούσε όλο τον χρόνο ξυπόλυτος, έχοντας δέσει στο μεγάλο δάκτυλο του ποδιού του έναν σπάγκο ίσα με δυο χιλιόμετρα. Όποτε λοιπόν οι χωριανοί έβλεπαν έναν σπάγκο να προχωρά μόνος του, ήξεραν ότι στην άλλη άκρη του οικισμού υπήρχε αυτός ο κακόμοιρος που έκανε την βόλτα του στα σοκάκια ή στα χωράφια.
Όταν μια φορά, ένας χωριανός προσπάθησε να κόψει στα μουλωχτά –ενώ ο τρελός καθόταν- ένα κομμάτι σπάγκου που του χρειάστηκε, ο ιδιοκτήτης τον πήρε αμέσως χαμπάρι κι ας ήταν στην πέρα πλευρά του χωριού. Οπότε τον πήρε με τις πέτρες και του άνοιξε το κεφάλι. Ξέρετε πόσο τρομερή δύναμη μπορεί να επιστρατεύσει κάποιος που δεν έχει σώας τας φρένας, μήτε δυο μήτε τρεις νοματαίοι μαζί δεν μπορούν να τον κάνουν καλά όταν τον πιάσει η μανία.
Ο δυστυχής αυτός ανθρωπάκος που έζησε πριν από σχεδόν ενάμισι αιώνα, πέρασε τη ζωή του μέσα στη χλεύη και την καταφρόνια. Οι χωριανοί τον τάιζαν μεν, τον κορόιδευαν δε. Και ο σπάγκος του είχε γίνει θρυλικός σ’ όλη την περιφέρεια, ήταν το μόνιμο θέμα συζήτησης, ιστοριών και ηχηρού γέλωτα σε κάθε καφενείο της επαρχίας, τότε τα χωριά είχαν δυο και τρία καφενεία το καθένα με πολύ κόσμο.
Το παιχνίδι των παιδιών του χωριού, ήταν όχι να κόβουν –διότι φοβούνταν για την σωματική τους ακεραιότητα- αλλά να προσθέτουν μ’ έναν κόμπο στην άκρη του σπάγκου όποιο κορδόνι ή κορδέλα ή κουρελόπανο έβρισκαν. Ο τρελός είχε ένα μυστήριο σύστημα ραντάρ και καταλάβαινε αμέσως ότι κάποιος πείραζε τον σπάγκο του, ενώ αντιδρούσε βίαια σε κάθε απόπειρα αποκοπής, δεχόταν ευχαρίστως το αβγάτισμα της κινητής περιουσίας που είχε δέσει στο μεγάλο δάκτυλο του ποδιού του.
Αν έκοβες ήταν ικανός να σε σκοτώσει, αν πρόσθετες σου ‘κανε τεμενάδες, παρά το γεγονός ότι τα διάφορα κουρέλια που του έβαζαν επίτηδες να σέρνει σκάλωναν στις πέτρες και στις ρίζες των δέντρων και δεν τον άφηναν να προχωρήσει. Πλην εκείνος επέστρεφε υπομονετικά πίσω από μια τεράστια απόσταση, ξεμπέρδευε την μπλοκαρισμένη άκρη, απελευθέρωνε τον σπάγκο και συνέχιζε ατάραχος τον δρόμο του.
Μερικοί χωριανοί, καχύποπτοι από τη φύση τους, διατείνονταν ότι δεν ήταν διόλου τρελός αλλά ότι ο σπάγκος που περπατούσε ήταν ένας εύσχημος τρόπος να ζει ξένοιαστα από την ελεημοσύνη των υπόλοιπων. Οι πιο πολλοί όμως, τον θεωρούσαν απλώς μια δυστυχισμένη ύπαρξη που δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα άλλο παρά μόνο να την ανέχονται και ενίοτε να γελούν μαζί της. Εννοείται ότι κανένας δεν τον εξερέθιζε, ούτε τα ‘βαζε μαζί του, ούτε προσπαθούσε να του μιλήσει λογικά ή να τον συνεφέρει. Όλοι πήγαιναν με τα νερά του για να ‘χουν ήσυχο (και ακέραιο δίχως αίματα) το κεφάλι τους.
Και σκέφτομαι τώρα. Τελικά, όλα σε τούτη τη ζωή έχουν δυο όψεις. Εκείνος έζησε ως τρελός μια κακομοιριασμένη και ξυπόλυτη ζωή, κατάφερε όμως να γίνει θρύλος και να τον μνημονεύουν ακόμα και σήμερα, έναν αιώνα μετά την αποχώρηση του από τον μάταιο τούτο κόσμο. Ενώ τους γνωστικούς που τότε τον κορόιδευαν, ούτε τους θυμάται κανείς, ούτε τους μνημονεύει. Τους ρούφηξε η ανυπαρξία. Ποιος από τους δυο νίκησε;
Θα αναρωτιέστε γιατί σας διηγήθηκα αυτή την ιστοριούλα. Μα διότι, πέραν των φιλοσοφικών σκέψεων που προκάλεσε για την ουσία της ζωής, κάνω και αντίστιξη των εποχών. Τότε ο ανθρωπάκος αυτός κυκλοφορούσε ξυπόλυτος και ρακένδυτος στα λασπωμένα σοκάκια ενός χωριού, αν ζούσε στην εποχή μας θα ήταν ως και αρχηγός κόμματος στη Βουλή.
