Οι κεντρικές τράπεζες παρακολουθούν πλέον το σοκ στις τιμές του πετρελαίου λόγω του πολέμου με το Ιράν με απόλυτη εγρήγορση. Όμως, ακόμη κι αν ο πληθωρισμός είναι η βασική τους ανησυχία, δεν είναι η μόνη· και το χειρότερο σενάριο για ορισμένους κορυφαίους αξιωματούχους είναι ότι η άνοδος της τιμής του αργού θα αποδειχθεί σημείο καμπής για πολλαπλά ρήγματα χρηματοπιστωτικής πίεσης.
Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου, που τροφοδοτείται από τη διαταραχή της προσφοράς έπειτα από περισσότερο από μία εβδομάδα πολέμου στη Μέση Ανατολή, δοκιμάζει ήδη τα όρια των εντολών που έχουν οι κεντρικές τράπεζες.
Ένα διαχρονικό ερώτημα είναι κατά πόσο οι πετρελαϊκές ανατιμήσεις, που αυξάνουν τον πληθωρισμό και τις πληθωριστικές προσδοκίες, τελικά πιέζουν τόσο πολύ τα οικονομικά των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων ώστε να συμπιέζουν τη ζήτηση και τις τιμές. Υπάρχει επίσης το τοξικό σενάριο στο οποίο συμβαίνουν και τα δύο ταυτόχρονα, αφήνοντας τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής μπροστά στο δίλημμα αν πρέπει να δώσουν προτεραιότητα στην τιθάσευση του πληθωρισμού ή στη στήριξη των καταναλωτών και της απασχόλησης.
Οι «σκληροπυρηνικοί» υποστηρίζουν ότι πρέπει να υπάρξει γρήγορη αντίδραση στις τιμές, ώστε το πλήγμα στη ζήτηση να είναι μικρότερο, ιδίως στις κεντρικές τράπεζες όπου η σταθερότητα των τιμών είναι ο βασικός ή και ο μοναδικός στόχος. Άλλοι προτείνουν να «παραβλεφθεί» ο ευμετάβλητος πληθωρισμός, όπως έκαναν οι κεντρικές τράπεζες μετά την πανδημία — λανθασμένα, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων.
Μια χιονοστιβάδα από «αν» και «αλλά» επηρεάζει όλες αυτές τις εκτιμήσεις — από το πού βρισκόταν η νομισματική πολιτική πριν από το σοκ, μέχρι το περιθώριο για κρατικές επιδοτήσεις ή πλαφόν στις τιμές της ενέργειας, αλλά και τη διάρκεια της σύγκρουσης και της διακοπής προσφοράς.
Το βάρος αυτών των αβεβαιοτήτων πιθανότατα θα συνηγορήσει υπέρ της αναμονής και της προσεκτικής παρακολούθησης των εξελίξεων και των αγορών για λίγο, προτού εξαχθούν βιαστικά συμπεράσματα.
Υπάρχει όμως και μία ακόμη παράμετρος, κάτω από ένα τρίτο «καπέλο» που φορούν πλέον οι περισσότερες μεγάλες κεντρικές τράπεζες: η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
«Τερμίτες» στην αγορά ομολόγων
Ανώτεροι αξιωματούχοι φοβούνται ότι ορισμένες από τις υπερβολές και τις συμπεριφορικές τάσεις που παρακολουθούν εδώ και αρκετά χρόνια στις χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσαν να αποκαλυφθούν από μια τεράστια μακροοικονομική αναταραχή στην ενέργεια, τον πληθωρισμό, τα επιτόκια, τα νομίσματα και τη γενικευμένη μεταβλητότητα.
Ο κίνδυνος μιας τέλειας καταιγίδας κρατά ορισμένους ξάγρυπνους τη νύχτα.
Από τα πολλά ζητήματα που οι εποπτικές αρχές έχουν βάλει στο μικροσκόπιο τα τελευταία χρόνια, τέσσερα ξεχωρίζουν — και συνήθως αφορούν τις «σκιώδεις τράπεζες» εκτός του παραδοσιακού τραπεζικού συστήματος και τον αυξανόμενο ρόλο τους στη χρηματοδότηση επιχειρήσεων και κυβερνήσεων.
Σε αυτά περιλαμβάνεται η απότομη άνοδος των ιδιωτικών πιστωτικών κεφαλαίων, τα οποία πλέον ξεπερνούν τα 3 τρισ. δολάρια παγκοσμίως, όπου διαχειριστές κεφαλαίων ουσιαστικά δανείζουν απευθείας σε επιχειρήσεις. Χωρίς το δημόσιο «φως» της τιμολόγησης της αγοράς ομολόγων ή τους παραδοσιακούς κανόνες τραπεζικού δανεισμού, το τι συμβαίνει στο εσωτερικό αυτών των οχημάτων σε περίπτωση σοκ εξακολουθεί να ανησυχεί πολλούς.
Οι ρυθμιστικές αρχές φοβούνται ότι αυτή η έλλειψη διαφάνειας θα μπορούσε να πυροδοτήσει αιφνίδια έξοδο επενδυτών από αυτά τα funds, με αλυσιδωτές επιπτώσεις για τους δανειολήπτες και, τελικά, για τις τράπεζες που εξακολουθούν να χρηματοδοτούν ή να διαχειρίζονται πολλά από αυτά τα οχήματα.
Ίσως ακόμη μεγαλύτερη πηγή ανησυχίας είναι το αυξανόμενο ποσοστό του κρατικού χρέους που πλέον χρηματοδοτείται από hedge funds με υψηλή μόχλευση. Εδώ και χρόνια εντείνεται η ανησυχία για την έκταση της δραστηριότητάς τους στις κρίσιμες αγορές repos και στις γιγαντιαίες σήμερα συναλλαγές arbitrage στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, όπου εκμεταλλεύονται μικρές αποκλίσεις μεταξύ της αγοράς μετρητοίς και των συμβολαίων futures, μέσω τεράστιων μοχλευμένων στοιχημάτων.
Αν και αυτοί οι παίκτες μπορεί να διευκολύνουν τη χρηματοδότηση των κρατών, ταυτόχρονα δημιουργούν σοβατές ευπάθειες απέναντι σε σοκ — και, για ακόμη μία φορά, η πίεση επιστρέφει τελικά στην πραγματική οικονομία μέσω της σημαντικής έκθεσης των παραδοσιακών τραπεζών που δανείζουν σε αυτά τα funds.
Τον Ιανουάριο, για παράδειγμα, το Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της G20 εστίασε στα repos και προειδοποίησε για το πιθανό πλήγμα στα κρατικά ομόλογα από μια ξαφνική απομόχλευση των δανειοληπτών μετρητών. Προειδοποίησε επίσης για ανεπαρκώς τιμολογημένο κίνδυνο αντισυμβαλλομένου, συχνά με μηδενικά haircut στα κρατικά ομόλογα που χρησιμοποιούνται στα repos, και υπογράμμισε τους κινδύνους διασυνοριακής μετάδοσης. Πάνω από 16 τρισ. δολάρια σε repos με εξασφάλιση κρατικά ομόλογα ήταν σε εκκρεμότητα πέρυσι, με περίπου το 60% εξ αυτών να αφορά τις ΗΠΑ.
Δύο ακόμη τομείς ανησυχίας είναι η συσσώρευση των λεγόμενων stablecoins — κρυπτονομισμάτων συνδεδεμένων με το δολάριο ή άλλα νομίσματα μέσω αποθεματικών στοιχείων ενεργητικού — και η ανάδειξή τους σε σημαντικούς κατόχους κρατικού χρέους.
Καθώς η αγορά των 300 δισ. δολαρίων αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω, οποιαδήποτε αναταραχή σε αυτό το οικοσύστημα — ή μια μαζική φυγή από αυτά τα tokens — θα μπορούσε να οδηγήσει σε βίαιη εκποίηση των ομολόγων και λοιπών στοιχείων ενεργητικού που τα στηρίζουν. Παράλληλα, υπάρχει και ο κίνδυνος να αποστερήσουν τις τράπεζες από καταθέσεις.
Και αυτό χωρίς να αναφερθεί καν η μακροχρόνια ανησυχία αποταμιευτών, επενδυτών και δανειστών για τον υπερτιμημένο και υπερσυγκεντρωμένο χώρο της τεχνητής νοημοσύνης.
Πώς θα μπορούσαν να επηρεαστούν όλες αυτές οι ευπάθειες από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή; Ένας προφανής τομέας είναι η συμπεριφορά των τεράστιων περιφερειακών πετρελαϊκών και κρατικών επενδυτικών ταμείων· ένας άλλος είναι μια πιο παραδοσιακή στροφή προς τη ρευστότητα του δολαρίου σε μετρητά αντί για χρεόγραφα ή υλικά περιουσιακά στοιχεία.
Όμως οι δύο βασικές οδοί μετάδοσης θα ήταν μια έξαρση της μεταβλητότητας σε μετοχές και χρέος και μια δραματική αλλαγή στις προσδοκίες για τα επιτόκια, εξαιτίας ενός πληθωριστικού σοκ από την άνοδο της ενέργειας.
Ήδη την περασμένη εβδομάδα είδαμε τα πρώτα σημάδια του δεύτερου αυτού κινδύνου, με άνοδο του κόστους κρατικού δανεισμού και αναταράξεις στον ορίζοντα επιτοκίων των κεντρικών τραπεζών. Ωστόσο, η αναταραχή δεν φαίνεται ακόμη να έχει φτάσει σε αποσταθεροποιητικά επίπεδα.
Εφόσον όμως αυτού του είδους η χρηματοπιστωτική σταθερότητα αποτελεί πλέον μέρος της αποστολής όλων των κεντρικών τραπεζών, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ένα σοβαρό, ακόμη και «ιογενές», σοκ που θα προκαλούσε ένα τέτοιο γεωπολιτικό γεγονός.
Ένα επιπλέον ερώτημα είναι αν η συνεκτίμηση αυτών των χρηματοπιστωτικών κινδύνων θα μπορούσε να λειτουργήσει ανασταλτικά απέναντι σε μια σθεναρή και αποφασιστική αντίδραση των κεντρικών τραπεζών σε μια πληθωριστική απειλή.
Παρότι η εισβολή στην Ουκρανία και τα συναφή σοκ σε πληθωρισμό και επιτόκια πέρασαν τότε χωρίς υπερβολικά σοβαρά επεισόδια — πέρα από μία ή δύο πολύ δύσκολες χρονιές για τις αποδόσεις των περιουσιακών στοιχείων — υπήρξε και ο κραδασμός από την κρίση των περιφερειακών τραπεζών στις ΗΠΑ το 2023.
Κανένα σοκ, βέβαια, δεν είναι ίδιο με κάποιο άλλο. Ωστόσο, πετρέλαιο σε τριψήφια επίπεδα και η πίεση για αντίδραση από τις κεντρικές τράπεζες δύσκολα θα περάσουν χωρίς συνέπειες.
