Γιατί ο «κρατισμός» που προωθείται στις ΗΠΑ τρομάζει τη Wall Street
shutterstock
shutterstock

Γιατί ο «κρατισμός» που προωθείται στις ΗΠΑ τρομάζει τη Wall Street

Είναι γεγονός ότι η δημοφιλία του προέδρου Τραμπ έχει υποχωρήσει αισθητά κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του στον Λευκό Οίκο. Η συνολική υποστήριξη της πολιτικής του, βρίσκεται πέριξ του 41%, με την  αποδοχή της, στα θέματα οικονομίας να βρίσκεται μόλις στο 36%. Όμως η πραγματικότητα όπως καταγράφεται από τους δείκτες της οικονομίας και από το μετρήσιμο κλίμα εμπιστοσύνης, απέχει παρασάγγας από τα επικοινωνιακά συνθήματα, όπως είναι «η ανάπτυξη είναι εκρηκτική», «η παραγωγικότητα εκτοξεύεται», «οι επενδύσεις καλπάζουν», «τα εισοδήματα αυξάνονται» και  «ο πληθωρισμός έχει νικηθεί κατά κράτος».

Ο δείκτης οικονομικής εμπιστοσύνης των καταναλωτών διαρκώς υποχωρεί, οι καταναλωτικές δαπάνες σε διαρκή αγαθά επιβραδύνονται και οι δασμοί που επιβλήθηκαν τον Δεκέμβριο του 2025 έχουν ήδη αρχίσει να μετακυλούν το υπερβάλλον κόστος στους καταναλωτές. Σύμφωνα με το Peterson Institute οι τιμές των εισαγόμενων προϊόντων, αλλά και των προϊόντων που βασίζονται σε εισαγωγές έχουν αυξηθεί από 8% έως 12%. Το δε Conference Board προβλέπει ότι η πολιτική αβεβαιότητα, θα μειώσει την ανάπτυξη κατά 0,5–1% το 2026 αν συνεχιστεί το ίδιο μοτίβο διακυβέρνησης.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Conference Board, που είναι ένας από τους παλαιότερους και πιο αξιόπιστους μη κερδοσκοπικούς οργανισμούς, οι βασικοί δείκτες που προβλέπουν την πορεία της οικονομίας σε βάθος χρόνου 6 - 9 μηνών, δεν κινούνται ικανοποιητικά. Σημειώνοντας επιβράδυνση στους ρυθμούς ανάπτυξης από το επιθυμητό 2,5% στο 1,8% με 2,0%, επιμονή του πληθωρισμού στο 2,9% (υψηλότερο από τον στόχο της Fed), μείωση της εμπιστοσύνης, επιβράδυνση των προσλήψεων, καθώς και απαισιοδοξία από την πλευρά των CEOs των επιχειρήσεων. 

Έτσι η υπ’ αριθμόν «1» λέξη που συναντάται στις ενδοεταιρικές ομιλίες και επαφές είναι η λέξη «αβεβαιότητα». Παράλληλα κυριαρχεί η σύσταση ανάμεσα στους CEOs για την μη δημοσιοποίηση των κριτικών τους και των ενστάσεων τους απέναντι στην πολιτική του Λευκού Οίκου. Καθώς μπορεί να στοιχίσει τόσο στους ίδιους όσο και στις επιχειρήσεις των οποίων ηγούνται. Όπως για παράδειγμα συνέβη με την απειλή αποβολής της ExxonMobil από τις εξορύξεις στη Βενεζουέλα, επειδή δεν άρεσαν του προέδρου Τραμπ τα σχόλια του CEO της πετρελαϊκής εταιρείας. Ή με τις επιθέσεις του Αμερικανού προέδρου κατά του CEO της JP Morgan.

Είναι γεγονός ότι οι παρεμβάσεις του προέδρου Τραμπ στην αμερικανική οικονομία, έχουν ξεπεράσει τα στενά περιθώρια της επιβολής δασμών και του περιορισμού της φορολογίας. Ο Λευκός Οίκος επιχειρεί να εισχωρήσει βαθιά μέσα στους μηχανισμούς της οικονομίας και των επιχειρήσεων. Πιο βαθιά από οποιονδήποτε άλλο πρόεδρο μετά τον Ρούζβελτ. Και το επιχειρεί με έναν τρόπο που συνδυάζει λαϊκισμό, αυθαιρεσία, απουσία νομοθετικής κάλυψης, μέσω μιας παράξενης μορφής «κρατικού καπιταλισμού», που κανείς δεν περίμενε από έναν άνθρωπο που αυτοπροβάλλεται ως υπερασπιστής της ελεύθερης αγοράς και ευαγγελίζεται την οικονομική ελευθερία. Και ο οποίος στην πράξη επιβάλει στην οικονομία, την δική του κρατική εντολή. 

Η κυβέρνηση Τραμπ εφαρμόζει μια στρατηγική κρατικής συμμετοχής και ελέγχου σε κρίσιμους τομείς της αμερικανικής οικονομίας όπως στις βιομηχανικές πρώτες ύλες, κρίσιμα ορυκτά, chips και στη μεταλλουργία. Ήδη η κυβέρνηση έχει αποκτήσει το 10% της Intel, το 15% της MP Materials, το 10% της Lithium Americas, το 10% της Trilogy Metals και την χρυσή μετοχή (golden share) στην U.S. Steel. Mε αυτόν τον τρόπο επιθυμεί να ελέγξει τα επιχειρηματικά δρώμενα, σε κρίσιμους τομείς της αμερικανικής οικονομικής ασφάλειας και ανάπτυξης.

Παράλληλα, ο Λευκός Οίκος έχει προτείνει ανοιχτά να αποκτήσει το αμερικανικό δημόσιο μετοχές στις big tech εταιρείες που λαμβάνουν κρατικές επιδοτήσεις ή δάνεια για την ανάπτυξη Τεχνητής Νοημοσύνης και data centers. Σε συνέντευξη του τον περασμένο Δεκέμβριο είχε δηλώσει ρητά ότι «αν δίνουμε δισεκατομμύρια σε αυτούς, πρέπει να έχουμε και μερίδια». Το ποσοστό που συζητιέται, είναι της τάξης του 5–10% σε εταιρείες όπως η Nvidia, η OpenAI ή η xAI, εφόσον δεχθούν κρατική χρηματοδότηση. Επιβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο νέες δομές ιδιοκτησίας και διαδικασίες ελέγχου.

Οι πρόσφατες παρεμβάσεις για την μείωση των επιτοκίων των πιστωτικών καρτών και των καταναλωτικών δανείων στο 10%, από 19% και 20%, καθώς και για την μείωση των επιτοκίων των στεγαστικών δανείων, θορύβησαν τις τράπεζες. Αφού το βραχυχρόνιο όφελος των δανειοληπτών, που ο πρόεδρος Τραμπ θα επιχειρήσει να καρπωθεί πολιτικά στις ενδιάμεσες εκλογές, θα αυξήσει τους κινδύνους για την εμπιστοσύνη, σταθερότητα και ισορροπία της τραπεζικής αγοράς. Ας θυμηθούμε ότι οι ενδιάμεσες εκλογές θα διεξαχθούν στις 3 Νοεμβρίου του 2026 και θα εκλεγούν 435 μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων για διετή θητεία και το 1/3 των γερουσιαστών για εξαετή θητεία.

Η στροφή προς τον κρατικό καπιταλισμό, δηλαδή προς έναν άλλον καπιταλισμό όπου το κράτος αποφασίζει για το ποιος παίζει, ποιος κερδίζει και ποιος χάνει, είναι ιδιαίτερα ανατρεπτική σε μια οικονομία όπως η αμερικανική, που αποτελεί πρότυπο ελευθερίας. Και το αξιοσημείωτο και ταυτόχρονα ανησυχητικό, είναι ότι το μοντέλο αυτό αρέσει, τόσο στους Ρεπουμπλικανούς οπαδούς του MAGA (Make America Great Again), όσο και στη λεγόμενη «αριστερή» και «προοδευτική» πτέρυγα των Δημοκρατικών, όπως είναι οι γερουσιαστές Γουώρεν, Σάντερς και τα μέλη του Squad που ασκεί σημαντική επιρροή στους νεότερους ψηφοφόρους.  

Και μάλιστα το τελευταίο χρονικό διάστημα υπάρχουν επαφές της Ελίζαμπεθ Γουώρεν με τον πρόεδρο Τραμπ, με αφορμή τόσο τις αποφάσεις σχετικά με τα επιτόκια που είχαν αναλυθεί στο άρθρο: «Οι μεγάλοι τραπεζίτες και η κόντρα με τον Λευκό Οίκο» , όσο και τις αποφάσεις για τα ενεργειακά ζητήματα που είχαν αναλυθεί το άρθρο: «Πώς ανακατεύει την τράπουλα στην ενέργεια ο πρόεδρος Τραμπ».

Η ταύτιση, ή έστω και η σύμπλευση, των Ρεπουμπλικανών MAGA με την λεγόμενη «προοδευτική» πτέρυγα των Δημοκρατικών, δείχνει ότι η στροφή προς τον κρατικό παρεμβατισμό, πιθανότατα να μην είναι ένα παροδικό φαινόμενο. Και να βρισκόμαστε μπροστά σε μια ριζική μεταστροφή στις βασικές και θεμελιώδεις αρχές όχι μόνο της αμερικανικής οικονομίας, αλλά και των ίδιων των ΗΠΑ.

Άλλωστε δεν είναι τυχαία η παρέμβαση της Σούζαν Κλαρκ, CEO του U.S. Chamber of Commerce, του ισχυρότερου επιχειρηματικού λόμπι των ΗΠΑ, η οποία αναφέρθηκε στον κίνδυνο των κυβερνητικών παρεμβάσεων και στην ανάγκη ηχηρής υπεράσπισης των ελεύθερων αγορών απέναντι στον κυβερνητικό έλεγχο. Κύκλοι του  U.S. Chamber of Commerce εκτιμούν ότι η μετατόπιση του ενδιαφέροντος των Δημοκρατικών από την «woke agenda», προς τον λαϊκίστικο τρόπο προσέγγισης της οικονομίας στα βήματα του πρόεδρου Τραμπ και των MAGA ακολούθων του, καθώς και η «πλήρης ταύτιση» των δυο «άκρων» σε ορισμένα σημεία, αποτελεί ένα εξαιρετικά επικίνδυνο φαινόμενο. Ένα φαινόμενο το οποίο ανατρέπει όλες τις θεμελιώδες βάσεις και αρχές, πάνω στις οποίες δομήθηκε και λειτουργεί η  αμερικανική κοινωνία, η αμερικανική οικονομία και πρωτίστως η Wall Street.<