Οι μεγάλοι τραπεζίτες και η κόντρα με τον Λευκό Οίκο
Shutterstock
Shutterstock

Οι μεγάλοι τραπεζίτες και η κόντρα με τον Λευκό Οίκο

Οι ισχυρές αμερικανικές τράπεζες ήταν οι μεγάλοι κερδισμένοι του 2025, ως προς τις αποδόσεις που καταγράφηκαν στους ισολογισμούς τους και τα αποτελέσματα χρήσεως. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι οι μετοχές των μεγάλων τραπεζών κατέγραψαν υψηλά 52 εβδομάδων στο τέλος του προηγούμενου έτους. 

Αυτήν την εβδομάδα άνοιξε η αυλαία των ανακοινώσεων των αποτελεσμάτων της JPMorgan Chase, της Bank of America, Citigroup της Wells Fargo, της Goldman Sachs και της Morgan Stanley. Οι αναλυτές προβλέπουν για όλες, θεαματικά κέρδη. Καθώς οι τράπεζες ανήκουν στο άνω σκέλος της ανισομερούς ανάπτυξης τύπου «Κ», που ακολουθεί η οικονομία των ΗΠΑ, μετά την πανδημία του 2020. 

Με τις τραπεζικές μετοχές να υπεραποδίδουν του χρηματιστηριακού δείκτη S&P 500. Κατά τη διάρκεια του 2025 όλες οι μεγάλες τράπεζες ξεπέρασαν σε απόδοση τον δείκτη και μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις με μεγάλη διαφορά. Ειδικότερα ο κλαδικός τραπεζικός δείκτης KBW Nasdaq Bank Index κατάγραψε άνοδο της τάξης του 30%, αφήνοντας πίσω του το 17% του S&P 500. Και ήδη οι οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν ότι και το 2026 θα αποτελέσει το τρίτο στη σειρά έτος υπεραπόδοσης έναντι των υπόλοιπων χρηματιστηριακών δεικτών. Κάτι που έχει να συμβεί από τα τέλη της δεκαετίας του ’90.

Οι τράπεζες θα ευνοηθούν από τα χαμηλότερα επιτόκια, από την ισχυρή κατανάλωση, από την υψηλή ζήτηση για χρηματοδοτήσεις, από την διάθεση για υψηλότερη ανάληψη ρίσκου, από τη συνεχιζόμενη ισχυρή ζήτηση για επενδυτικές υπηρεσίες και υπηρεσίες διαχείρισης περιουσίας (wealth management), και γενικότερα από ένα περιβάλλον που ευνοεί τα έσοδα από συναλλαγές (trading) και υπηρεσίες επενδυτικής τραπεζικής (investment banking) λόγω των αυξημένων εξαγορών, συγχωνεύσεων και νέων εισόδων εταιρειών στα χρηματιστήρια της Wall Street. 

Με το μοναδικό ίσως αγκάθι για τις τράπεζες, να είναι η μεγάλη αύξηση των φοιτητικών δανείων που δεν εξυπηρετούνται. Με το συνολικό «φοιτητικό» χρέος να προσεγγίζει τα $1,83 τρισ., εκ του οποίου το 25% εκτιμάται ότι θα βρεθεί σε καθεστώς «default» μέσα στο 2026. Σύμφωνα με στοιχεία του American Enterprise Institute (AEI) και του Institute of Student Loan Advisors (TISLA), περισσότερα από 12 εκατομμύρια δάνεια βρίσκονται σε προβληματική κατάσταση. Εξ αυτών οι 5,5 εκατ. δανειολήπτες βρίσκονται σε καθεστώς πτώχευσης, και οι υπόλοιποι 6,5 εκατ. δανειολήπτες έχουν «μείνει πίσω» στις πληρωμές τους. Αρκετοί από αυτούς έχουν ενταχθεί ήδη στο πρόγραμμα διακανονισμού SAVE (Saving on a Valuable Education) το οποίο είχε νομοθετηθεί επί προεδρίας Μπάιντεν. 

Αυτές ήταν λίγο πολύ οι εκτιμήσεις για το τραπεζικό περιβάλλον μέσα στο 2026. Μέχρι που «έσκασε» η βόμβα από την παρέμβαση του προέδρου Τραμπ. Το περασμένο Σαββατοκύριακο ο πρόεδρος Τραμπ δήλωσε ότι οι εταιρείες πιστωτικών καρτών και οι τράπεζες θα θεωρηθεί ότι «παρανομούν» αν δεν περιορίσουν τα επιτόκια χρέωσης στο 10% για έναν χρόνο, όπως εκείνος απαιτεί. Παρ’ όλο που δεν υπάρχει ακόμα σχετική νομοθεσία, ούτε καν πολιτική διαβούλευση ανάμεσα στους Αμερικανούς νομοθέτες, οι τράπεζες βρίσκονται αντιμέτωπες με μια μόνο «εξωθεσμική» απαίτηση, η οποία έχει ως έναρξη ισχύος την 20ή Ιανουαρίου.

Για να αντιληφθούμε με ακρίβεια τις επιπτώσεις από τη συγκεκριμένη απόφαση του Λευκού Οίκου, αρκεί να γνωρίζουμε ότι τα επιτόκια των πιστωτικών καρτών κυμαίνονται τα τελευταία χρόνια από 19,5% έως 22%. Οπότε η δήλωση – απόφαση του προέδρου Τραμπ, κτυπάει κατευθείαν μία από τις πιο κερδοφόρες πτυχές της λιανικής τραπεζικής, γνωστότερης ως «retail banking».

Σαν αποτέλεσμα, οι μετοχές των μεγάλων εκδοτών καρτών υποχώρησαν, συμπαρασύροντας ολόκληρο τον τραπεζικό κλάδο. Οι χρηματιστηριακοί αναλυτές εκτιμούν ότι τα ισχυρά τραπεζικά λόμπι που διαθέτουν ισχυρές προσβάσεις ανάμεσα στους νομοθέτες, οι νομικές προσφυγές, αλλά και το ίδιο το νομικό πλαίσιο των ΗΠΑ που δεν δίνει στον πρόεδρο τέτοια εξουσία χωρίς την σύμφωνη γνώμη του Κογκρέσου, θα εμποδίσουν ή θα μετριάσουν οποιαδήποτε προσπάθεια επιβολής της βούλησης του προέδρου Τραμπ. Ωστόσο, το επεισόδιο υπενθυμίζει ότι οι τράπεζες παραμένουν ευάλωτες στο πολιτικό ρίσκο και στις ξαφνικές αλλαγές της πολιτικής. Κάτι που αποδεικνύεται και από το μέτωπο του Λευκού Οίκου κατά του προέδρου της Fed, το οποίο λαμβάνει πρωτοφανείς και μη αναμενόμενες διαστάσεις.

Δεν είναι λίγοι όσοι εκτιμούν ότι η δήλωση Τραμπ, αποτελεί μια πίεση για να φέρει τις τράπεζες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, τόσο για οικονομικά όσο και για πολιτικά θέματα. Αφού ο Λευκός Οίκος είναι εξαιρετικά δυσαρεστημένος από τις παρεμβάσεις «πολιτικού» χαρακτήρα στις οποίες προβαίνουν οι τραπεζίτες και από τον τρόπο που αντιδρούν στο κυνήγι μαγισσών κατά του προέδρου της Fed.   

Όμως η αγορά δεν περιμένει. H απειλή αρκεί για να δημιουργήσει νευρικότητα. Με αποτέλεσμα η ένταση αυτή να πλανιέται πάνω από τις τηλεδιασκέψεις των διοικήσεων με τους αναλυτές και τους μετόχους για τα τραπεζικά αποτελέσματα αυτή την εβδομάδα. Οι διευθύνοντες σύμβουλοι ανακοινώνουν μια χρονιά-ρεκόρ, αλλά ταυτόχρονα καλούνται να απαντήσουν σε ερωτήσεις σχετικά με την προοπτική των εσόδων τους από τα καταναλωτικά δάνεια και τις πιστωτικές κάρτες, που έχουν στοχοποιηθεί από το πολιτικό περιβάλλον.

Ήδη η Wells Fargo αναφέρεται σε μείωση της κερδοφορίας των τραπεζών από 5% έως και 18% για το 2026. Η Citi για μείωση των κερδών κατά 10%. Αντίθετα η  JPMorgan, η BofA και η US Bancorp αναμένουν μείωση κερδών από 1% έως 4%. Τέλος, η Capital One αναφερόμενη στις πιστωτικές κάρτες προβλέπει «wipe out earnings», δηλαδή σχεδόν μηδενισμό των κερδών.  

Η πρόταση Τραμπ, δεν είναι καινούργια. Την ίδια πρόταση είχε υποστηρίξει η επιφανής γερουσιαστής των Δημοκρατικών Ελίζαμπεθ Γουόρεν, θέτοντας και αυτή το όριο στο 10%. Μάλιστα υπήρξε τηλεφωνική επικοινωνία ανάμεσα στον πρόεδρο Τραμπ – και την γερουσιαστή Γουόρεν για μια από κοινού υποστήριξη της πρότασης τόσο από τους Ρεπουμπλικάνους, όσο και από τους Δημοκρατικούς στο Κογκρέσο. Αξίζει να αναφέρουμε ότι η Ελίζαμπεθ Γουόρεν ανήκει στη λεγόμενη «αριστερή πτέρυγα» του Δημοκρατικού Κόμματος, μαζί με τον Μπέρνι Σάντερς, η οποία επιδιώκει ισχυρή πολιτική και κρατική παρέμβαση στην οικονομία.