Των φρονίμων τα παιδιά
Shutterstock
Shutterstock

Των φρονίμων τα παιδιά

Μια από τις σοβαρές εκκρεμότητες που έχουν οι τράπεζες πανευρωπαϊκά στα επόμενα τρία χρόνια είναι να ικανοποιήσουν την κάλυψη των αναγκών του δείκτη Ελάχιστων Απαιτήσεων Ιδίων Κεφαλαίων και Επιλέξιμων Υποχρεώσεων το οποίο συνοπτικά ονομάζουμε «MREL» (Μinimum Ρequirement for own funds and Εligible Liabilities). Ο δείκτης υπολογίζεται πάνω στα έντοκα στοιχεία ενεργητικού (RWA) και είναι μια «ασφάλεια» κεφαλαίων σε απρόβλεπτα αρνητικά γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν δυνητικά να προκαλέσουν ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με το κούρεμα των καταθέσεων

Οι εκδόσεις ομολόγων από Eurobank και Πειραιώς ανέβασαν τους δείκτες MREL εμπροσθοβαρώς δίνοντας αρκετό χρόνο στις τράπεζες στο να εξετάσουν την επόμενη ομολογιακή κίνησή τους. Έτσι η Τράπεζα Πειραιώς έχει αυτή τη στιγμή pro-forma δείκτη MREL στο 23,4% έναντι στόχου 21,8% την 1/1/2024 και η Eurobank 24,8% έναντι στόχου 23,2%. Στην Εθνική Τράπεζα και την Alpha Bank οι δείκτες με βάση την εικόνα που έδωσαν στο εννεάμηνο ήταν 24,5% (στόχος 22,7%) και 24,4% (22,4% αντίστοιχα). 

Ο τελικός στόχος και για τις τέσσερις τράπεζες στο τέλος του 2025 είναι ο δείκτης να βρίσκεται μεταξύ 27,2 -27,7%. Με τα δεδομένα των εντόκων στοιχείων ενεργητικού η υποχρέωση αυτή μεταφράζεται σε εκδόσεις ή δημιουργία κεφαλαίου ύψους 5 δισ. ευρώ στα επόμενα δύο χρόνια. Το οποίο σημαίνει ότι οι κεφαλαιακές ανάγκες δεν είναι απαραίτητο να υλοποιηθούν αποκλειστικά με εκδόσεις ομολόγων, αλλά και από τη διακράτηση κερδών από το αποτέλεσμα της χρήσης.

Ωστόσο, επειδή η διαδικασία συμπλήρωσης των δεικτών με ομόλογα έχει ξεκινήσει από το 2020, στην πορεία οι τράπεζες θα χρειαστεί να αναχρηματοδοτήσουν κάποιες από τις πρώτες εκδόσεις. Το θετικό για τις ελληνικές τράπεζες είναι ότι λόγω της επενδυτικής βαθμίδας, το κόστος δανεισμού δύναται να είναι χαμηλότερο ειδικά για τις εκδόσεις που έχουν κάποια κεφαλαιακή προτεραιότητα (seniortity) ή περιέχουν κάποιες καλύψεις. Επίσης, οι ρήτρες ανάκλησης που συνήθως αφορούν την πρώτη πενταετία μπορούν επίσης να λειτουργήσουν ώστε να μειωθεί το κόστος χρηματοδότησης (και άρα να αυξηθεί το έσοδο από τόκους) εφόσον υπάρξουν καλές προϋποθέσεις στις αγορές. 

Τέλος, η επενδυτική βαθμίδα μπορεί να αμβλύνει την επίπτωση του CBR (capital buffer requirement) μιας έξτρα πρόβλεψης που ο επόπτης έχει κατά περίπτωση επιβάλει ανάλογα με τη βαθμίδα του αξιόχρεου που έχει η χώρα στην οποία δραστηριοποιείται η κάθε τράπεζα.

Για τις ελληνικές συστημικές τράπεζες η επίδραση του CBR δεν είναι αμελητέα, καθώς βρίσκεται στο 3,5%. Για άλλες τράπεζες όπως την Τράπεζα Κύπρου για παράδειγμα είναι 4,04%Μ ενώ η Αυστριακή Erste έχει 4,99% καθώς οι δείκτες έχουν υπολογιστεί με βάση τη μόχλευση που έχουν οι ισολογισμοί, αλλά και τη γεωγραφική παρουσία των τραπεζών σε άλλες χώρες. Ας υποθέσουμε ωστόσο ότι αυτό θα αποτελέσει έκπληξη καθώς οι εποπτικοί μηχανισμοί δεν μας έχουν συνηθίσει σε χαλάρωση των «δεικτών ασφάλειας» κατά το παρελθόν.

Με τα μέχρι στιγμής δεδομένα οι ελληνικές τράπεζες δείχνουν ότι δεν θα δυσκολευτούν να συμπληρώσουν το απαιτούμενο ύψος των κεφαλαίων για να είναι συμβατές με τους τελικούς στόχους των δεικτών MREL. Ήδη βρίσκονται μπροστά 6 με 10 μήνες από το στόχο και η επόμενη χρονιά εκτιμάται ότι θα έχει σημαντικό κερδοφόρο αποτέλεσμα. Και όσο να' ναι μια κερδοφόρα χρήση μειώνει πάντα το στρες της εύρεσης των κεφαλαίων.