Μαχητικό αεροσκάφος F/A-18E Super Hornet απογειώνεται από το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln
Θ. Τσίκας: Το ιστορικό λάθος του Ιράν, οι απειλές κατά Ευρώπης και ο Ερντογάν σε «τεντωμένο σχοινί»
U.S. Navy via AP
U.S. Navy via AP
Μαχητικό αεροσκάφος F/A-18E Super Hornet απογειώνεται από το αεροπλανοφόρο USS Abraham Lincoln

Θ. Τσίκας: Το ιστορικό λάθος του Ιράν, οι απειλές κατά Ευρώπης και ο Ερντογάν σε «τεντωμένο σχοινί»

Το Ιράν κατά «πάντων» σε έναν πόλεμο που βρίσκεται στη φάση της «πλημμυρίδας» και όχι της «άμπωτης»: Τη στρατηγική της στοχοποίησης κρατών του Κόλπου -που χαρακτηρίζει ιστορικό λάθος- και των απειλών κατά της Ευρώπης αποτυπώνει ο πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος Θόδωρος Τσίκας σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη

Την ασάφεια που περιβάλλει την τελική στόχευση των Ηνωμένων Πολιτειών, τα ανοιχτά σενάρια για την έκβαση του πολέμου, καθώς και πού εδράζονται οι φόβοι της Τουρκίας στην παρούσα κρίση, που ανεξαρτήτως πτώσης ή μη του ιρανικού καθεστώτος, έρχεται να μεταβάλλει ισορροπίες δεκαετιών στη Μέση Ανατολή και ευρύτερα, αποτυπώνει ο κ. Τσίκας, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ).

Εκφράζει παράλληλα την εκτίμηση ότι η ευρωπαϊκή αμυντική συνδρομή προς την Κύπρο θα έπρεπε να έλθει δια της οδού της επίκλησης του Άρθρου 42.7 της Συνθήκης της Λισσαβώνας περί αμοιβαίας συνδρομής των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και αναφέρεται στην κρισιμότητα της συγκυρίας όσον αφορά τη διάσταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης: 

Κύριε Τσίκα, ας ξεκινήσουμε από το σκέλος της στρατηγικής του Ιράν: τις επιθέσεις σε κράτη του Κόλπου αλλά και το «χτύπημα» που θέλει να επιφέρει στην αντίληψη ασφάλειας των Ευρωπαίων, πριν περάσουμε στο ζήτημα της διεύρυνσης της ευρωπαϊκής αμυντικής συνδρομής προς την Κύπρο αλλά και την παράλληλη διάσταση που δημιουργείται με την Τουρκία. 

Το Ιράν θέλει επί της ουσίας να δείξει ότι, εάν το θέλει, είναι σε θέση να πυροδοτήσει περιφερειακή ανάφλεξη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πλήττει γειτονικά του κράτη. Ωστόσο, θεωρώ ότι η Τεχεράνη διαπράττει ιστορικό λάθος χτυπώντας κράτη της Αραβικής Χερσονήσου και μάλιστα χωρίς να στοχεύει μόνο αμερικανικές βάσεις, αλλά και κατοικίες, υποδομές, αεροδρόμια.

Ορισμένα από αυτά τα κράτη δεν τηρούσαν  ιδιαίτερα σκληρή στάση απέναντι στο Ιράν Για παράδειγμα, το Κατάρ διατηρούσε καλές σχέσεις με το καθεστώς της Τεχεράνης. Οι δύο χώρες μάλιστα εκμεταλλεύονται από κοινού ένα κοίτασμα φυσικού αερίου στον Περσικό Κόλπο. Επιπλέον, το Κατάρ είχε κατά καιρούς διαδραματίσει ρόλο μεσολαβητή σε συνομιλίες ανάμεσα στο Ιράν και χώρες της Αραβικής Χερσονήσου, αλλά και με δυτικά κράτη, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες. Έχει φιλοξενήσει και σχετικές διαπραγματεύσεις. Αντίστοιχα, το Κουβέιτ διατήρησε επί περίπου 30 χρόνια στάση ουδετερότητας στις αντιπαραθέσεις της περιοχής του Περσικού Κόλπου. Με τις επιθέσεις αυτές, όμως, το Ιράν μετατρέπει και αυτά τα κράτη σε αντιπάλους. 

Ήδη βλέπουμε τις πρώτες ενδείξεις. Η Σαουδική Αραβία και τα μικρότερα κράτη της Αραβικής Χερσονήσου έχουν αρχίσει να συντονίζουν τους εναέριους χώρους τους για την αντιμετώπιση της κατάστασης. Αυτό είναι κάτι που θα δούμε να αποτυπώνεται το προσεχές διάστημα ως μια ευρύτερη επαναδιαμόρφωση των συσχετισμών και των «στρατοπέδων» στην περιοχή.

Το Ιράν στοχεύει σε όλα τα γειτονικά κράτη που έχουν κάποια μορφή συνεργασίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες -είτε πρόκειται για αραβικά κράτη είτε για μη αραβικά, όπως η Τουρκία και το Αζερμπαϊτζάν- και ανεξαρτήτως εάν φιλοξενούν ή μη αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Ο απώτερος στόχος είναι τα κράτη αυτά, φοβούμενα γενικευμένη ανάφλεξη, να πιέσουν τον Ντόναλντ Τραμπ να σταματήσει ή να περιορίσει τη στρατιωτική επιχείρηση.

Για πόσο όμως μπορεί να συνεχίσει το Ιράν σε αυτό το μοτίβο;

Αυτό θα το κάνει όσο διαθέτει επαρκές απόθεμα πυραύλων. Σε ορισμένες πιο κοντινές χώρες ίσως και περίσσευμα drones. Δεν μπορεί όμως να το κάνει επ’ αόριστον και με συστηματικό τρόπο. Δεν μπορεί, δηλαδή, να «ξοδεύει» συνεχώς πυραύλους σε μία πολύ κρίσιμη στιγμή για να στέλνει «δεξιά και αριστερά». Ωστόσο, τώρα θέλει να ασκήσει πίεση.

Στην ίδια λογική εντάσσονται και οι απειλές που εκτόξευσε χθες προς ευρωπαϊκές χώρες, με τις δηλώσεις ότι εάν μείνουν σιωπηλές -δηλαδή, κατηγορεί και τη σιωπή ακόμη-, τότε θα αντιμετωπίσουν αντίποινα. Αποτυπώνεται μία συνολική προσπάθεια δημιουργίας κλίματος πίεσης - το Ιράν προσπαθεί να πιέσει όλους, ώστε εκείνοι με τη σειρά τους να πιέσουν τον Ντόναλντ Τραμπ.

Υπάρχει πραγματικά κίνδυνος περιφερειακής ανάφλεξης;

Για να συμβεί αυτό θα πρέπει τα κράτη που δέχονται τα πλήγματα να απαντήσουν. Δεν θεωρώ ότι αυτό είναι το πιθανότερο σενάριο. Ούτε η Σαουδική Αραβία ούτε τα μικρότερα κράτη της περιοχής επιθυμούν ή έχουν λόγο να προχωρήσουν σε μία τέτοια κλιμάκωση. Και κυρίως πιστεύω δεν θα τις αφήσουν να προχωρήσουν σε τέτοιες κινήσεις οι ίδιες οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες προφανώς και θεωρούν ότι μία τέτοια εξέλιξη δεν ευνοεί τα δικά τους σχέδια και συμφέροντα. Και επειδή οι αμυντικές δυνατότητες αυτών των χωρών είναι συνδεδεμένες με τη βοήθεια και τη συνεργασία των ΗΠΑ, εκτιμώ ότι τουλάχιστον στο ορατό μέλλον δεν θα προχωρήσουν σε τέτοιες κινήσεις. Και φυσικά ελπίζουμε να μην το κάνουν.

Με βάση αυτά τα δεδομένα, πώς βλέπετε να εξελίσσεται η σύγκρουση και πόσο ρεαλιστικό είναι το ενδεχόμενο κατάρρευσης του ιρανικού καθεστώτος;

Το ιρανικό καθεστώς εξακολουθεί να διαθέτει δυνάμεις και δυνατότητες να αντισταθεί. Εκτιμώ ότι το επόμενο διάστημα θα είναι περίοδος μεγάλης κλιμάκωσης. Βρισκόμαστε στη φάση της «πλημμυρίδας», όχι της «άμπωτης». Έχουμε ακόμη δρόμο μπροστά μας για τη λήξη αυτού του πολέμου. Τα δεδομένα που έχουμε αυτή τη στιγμή δεν υποδεικνύουν ότι υπάρχουν σοβαρές ρωγμές στο ιρανικό καθεστώς. Το πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση μακροπρόθεσμα, δεν το ξέρει κανείς.

Αυτό που πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι οι στόχοι του Ισραήλ του Μπενιαμίν Νετανιάχου και των Ηνωμένων Πολιτειών του Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι ταυτόσημοι. Το Ισραήλ θεωρεί το σημερινό καθεστώς του Ιράν υπαρξιακή απειλή, διότι το καθεστώς αυτό έχει επισήμως διακηρύξει ότι αποσκοπεί στην καταστροφή του Κράτους του Ισραήλ. Επομένως, για το Ισραήλ ο στόχος είναι η ανατροπή του καθεστώτος.

Από την άλλη πλευρά, ο Ντόναλντ Τραμπ -ο οποίος θέλει την κατά το δυνατόν ταχύτερη λήξη του πολέμου, καθώς δέχεται τις δικές του εσωτερικές πιέσεις και επίσης διακατέχεται από τον γνωστό ωμό και κυνικό πραγματισμό του- δεν θα είχε αντίρρηση εάν κάποιος από το σημερινό καθεστώς του Ιράν του προσέφερε όρους πολύ κοντά σε αυτούς που ζητά η Ουάσινγκτον, κυρίως για το πυρηνικό πρόγραμμα και δευτερευόντως για το πρόγραμμα βαλλιστικών πυραύλων. Αυτό θα κριθεί από την πορεία της πολεμικής σύγκρουσης, από τους στόχους της σύγκρουσης και από τον τρόπο με τον οποίο θα συνεχίσει να αντιδρά το καθεστώς του Ιράν.

Αν ο στόχος είναι μόνο η αποδυνάμωση του πυρηνικού και του βαλλιστικού προγράμματος του Ιράν, αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί σε ένα αρκετά οριοθετημένο χρονικό διάστημα. Αν όμως μιλάμε για ανατροπή καθεστώτος, τότε πρόκειται για μία εξαιρετικά περίπλοκη διαδικασία, που θα απαιτήσει πολύ μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. 

Το πότε θα «κλείσει» αυτό το ζήτημα θα εξαρτηθεί κυρίως από το κατά πόσο θα θεωρήσουν οι Αμερικανοί ότι πέτυχαν τους στόχους που είχαν θέσει οι ίδιοι για την εκστρατεία. Εάν δεν τους πετύχουν, δεν θα σταματήσουν. Δεν μπορούν να σταματήσουν διότι θα εκτεθούν και πολιτικά. Οι στόχοι όμως δεν είναι ακόμη πλήρως ξεκάθαροι εκ μέρους των Ηνωμένων Πολιτειών.

Άρα και το τι θα θεωρηθεί επιτυχία είναι ασαφές;

Στρατιωτικές επιχειρήσεις χωρίς σαφείς πολιτικούς στόχους σπάνια οδηγούν σε καθαρή επιτυχία. Πρέπει να γνωρίζεις εξαρχής τι θέλεις να πετύχεις. Η πολεμική αναμέτρηση είναι το μέσον. Το τι θέλεις να πετύχεις με αυτό το μέσον πρέπει να είναι σαφές - και μάλιστα εξ υπαρχής ώστε να επιλεγούν και τα σωστά μέσα για να γίνει. Αυτό, λοιπόν, είναι ακόμα ασαφές, τουλάχιστον προς εμάς.

Ακόμα και στο πλέον προφανές, όταν λέγεται ότι το πυρηνικό ή το βαλλιστικό πρόγραμμα του Ιράν «δεν πρέπει να αποτελεί απειλή», τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Θα εξουδετερωθεί πλήρως - όπως είχε «εξουδετερωθεί» πέρυσι κατά δήλωση Τραμπ; Θα περιοριστεί; Θα καθυστερήσει για κάποια χρόνια; Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι στόχος είναι να πάει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν δέκα χρόνια πίσω. Αυτό θα ήταν ένας πιο σαφής στόχος. Αντίστοιχα, τι θα γίνει με το βαλλιστικό πρόγραμμα; Δεν θα έχει κανέναν βαλλιστικό πύραυλο το Ιράν ή θα επιτραπεί ένα περιορισμένο επίπεδο δυνατοτήτων; Αυτά δεν είναι ξεκάθαρα. 

Η επιτυχία επίσης είναι και αντικείμενο πολιτικού χειρισμού, διότι θα μας πουν εκ των υστέρων τι πέτυχαν ή δεν πέτυχαν ανάλογα με το τι έχει επιτευχθεί στο πεδίο· δεν γνωρίζουμε τους ακριβείς στόχους εκ των προτέρων ώστε να μπορούμε να κρίνουμε. Γι’ αυτό και υπάρχει ένα στοιχείο «γκρίζας ζώνης».

Τι ανησυχεί περισσότερο την Τουρκία σε αυτό τον πόλεμο;

Η Τουρκία έχει αρκετούς λόγους να ανησυχεί. Πρώτα απ’ όλα, είναι μια χώρα που έχει χερσαία σύνορα με το Ιράν, δηλαδή με μια χώρα στην οποία εξελίσσεται πολεμική σύγκρουση. Είναι φυσικό να ανησυχεί κάθε κράτος που βρίσκεται δίπλα σε μια εμπόλεμη περιοχή.

Πρωτίστως έρχεται ο φόβος ενός κύματος Ιρανών προσφύγων. Πρέπει να θυμόμαστε ότι στο Ιράν βρίσκονται και πολλοί Αφγανοί πρόσφυγες από τις προηγούμενες συγκρούσεις. Αν η σύγκρουση επεκταθεί, είναι πολύ πιθανό να κινηθούν και αυτοί προς την Τουρκία. Άρα δημιουργείται ένας πρόσθετος παράγοντας πίεσης. Υπάρχει φυσικά και το Κουρδικό ζήτημα. Στα τουρκο-ιρανικά σύνορα υπάρχουν κουρδικοί πληθυσμοί και από τις δύο πλευρές. Η Τουρκία δεν θα ήθελε να ανοίξει εκ νέου το Κουρδικό, ειδικά όταν τους τελευταίους μήνες επιχειρεί να το διευθετήσει.

Υπήρξαν πληροφορίες ότι διάφορα κουρδικά κόμματα και οργανώσεις του Ιράν -που στο παρελθόν δεν είχαν καλές σχέσεις μεταξύ τους- προχώρησαν πρόσφατα σε κοινή διακήρυξη, δηλώνοντας ότι επιδιώκουν την ανατροπή του καθεστώτος. Μετά από αυτό εμφανίστηκαν οι πληροφορίες ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες, πιθανόν και το Ισραήλ που διατηρεί επαφές σε όλες τις περιοχές όπου υπάρχουν Κούρδοι, ενισχύουν, συντονίζουν και εκπαιδεύουν κουρδικές δυνάμεις προκειμένου να υπάρξουν και χερσαίες επιχειρήσεις εναντίον του καθεστώτος.

Επιπλέον, και αυτό επίσης αποτελεί πηγή ανησυχίας για την Τουρκία, υπάρχουν πληροφορίες ότι ενθαρρύνονται και Κούρδοι του Ιράκ να περάσουν στο Ιράν. Οι Κούρδοι του Ιράκ έχουν μεγάλη εμπειρία, τόσο από τον αγώνα κατά του Σαντάμ Χουσεΐν όσο και από τον αγώνα εναντίον του ISIS. Δεδομένου ότι διαθέτουν ημιοαυτόνομο καθεστώς στο Ιράκ, έχουν και τις δικές τους δυνάμεις ασφαλείας - εκπαιδευμένες και πειθαρχημένες. Όλα αυτά εντείνουν ακόμη περισσότερο τις ανησυχίες της Τουρκίας.

Υπάρχει βέβαια και ένας ακόμη λόγος: παρότι η Τουρκία δεν είχε πάντα καλές σχέσεις με το καθεστώς του Ιράν και υπάρχουν διαφωνίες σε πολλά περιφερειακά ζητήματα, δεν επιθυμεί την ανατροπή του διότι φοβάται ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα ενισχυθεί υπερβολικά ο ρόλος και η επιρροή του Ισραήλ στην ευρύτερη περιοχή, με το οποίο βρίσκεται το τελευταίο διάστημα σε ευθύ ανταγωνισμό σε όλη την περιοχή.

Αν υπάρξουν κινήσεις σε αυτό το επίπεδο των Κούρδων στο Ιράν, μπορεί να αποτελέσει την εστία για να εκτραχυνθεί η κατάσταση στο εσωτερικό μέχρι και το σημείο εμφυλίου;

Φυσικά υπάρχει τέτοιο ενδεχόμενο. Το καθεστώς του Ιράν δεν πρόκειται να παραδοθεί έτσι εύκολα. Υπάρχουν μηχανισμοί και δυνάμεις ασφαλείας που αν αισθανθούν ότι θα χάσουν τη ζωή τους, την ασφάλειά τους, τα προνόμια που τους δίνει το καθεστώς, θα αντισταθούν σκληρά. Θα μπορούσε να οδηγηθεί και σε εμφύλιο πόλεμο το Ιράν. Δεν βρισκόμαστε σε ένα τέτοιο σημείο, αλλά είναι ένα ενδεχόμενο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.

Δεν πρόκειται να υπάρξει κάποια… βελούδινη αλλαγή στο Ιράν. Και φυσικά, εάν εξελιχθεί μία τέτοια αλλαγή, θα πάρει χρόνο. Δεν πρόκειται για μια διαδικασία που θα μπορούσε να ολοκληρωθεί μέσα στις λίγες εβδομάδες των αμερικανικών επιχειρήσεων που «δείχνει» ο Τραμπ. Ουσιαστικά θα είναι μία νέα φάση μετά από αυτή τη φάση που διανύουμε.

Περνώντας στην Κύπρο και τη διεύρυνση της αμυντικής συνδρομής με ναυτικές δυνάμεις από την Ιταλία, την Ισπανία και την Ολλανδία, μετά την Ελλάδα και τη Γαλλία, τι μήνυμα δίνει αυτή η εξέλιξη;

Καταρχάς, εκτιμώ ότι η συμμετοχή της Ελλάδας και άλλων ευρωπαϊκών χωρών έγινε με λανθασμένο τρόπο. Δεν θα έπρεπε να γίνει σε διμερές επίπεδο. Η Κυπριακή Δημοκρατία θα έπρεπε να ζητήσει την ενεργοποίηση του άρθρου 42.7 της Συνθήκης της Λισσαβώνας, το οποίο προβλέπει αμοιβαία συνδρομή σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που βρίσκεται σε μία κατάσταση έκτακτης ανάγκης και χρειάζεται βοήθεια και συμπαράσταση. Και εντός αυτού του πλαισίου να σπεύσουν και η Ελλάδα και οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες να συνδράμουν.

Θεωρώ αυτό το σημείο σημαντικό και επίσης δεν θεωρώ ότι αυτή είναι η στιγμή για επίδειξη ισχύος ή για «επίδειξη σημαίας» - ούτε και εκτιμώ πως ήταν αναγκαίο η αποστολή αεροναυτικών μέσων να συνοδεύεται από πολιτικές επισκέψεις και δηλώσεις που δημιουργούν κλίμα.

Προκύπτει κατ’ αυτό τον τρόπο και μία αντίφαση. Αρχικά, όταν βρέθηκαν υπολείμματα drone στο έδαφος βρετανικής βάσης, οι κυπριακές Αρχές έσπευσαν -και ορθώς- να καθησυχάσουν την κοινή γνώμη ξεκαθαρίζοντας πρώτα απ’ όλα ότι δεν πρόκειται για επίθεση κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά για περιστατικό που αφορά τις βρετανικές βάσεις, οι οποίες αποτελούν κυρίαρχο έδαφος του Ηνωμένου 
Βασιλείου. Άρα, το μήνυμα ήταν ότι ο κίνδυνος είναι περιορισμένος. Από τη στιγμή όμως που σπεύδουν πολεμικά πλοία και αεροσκάφη στην περιοχή, δημιουργείται η εντύπωση ότι η απειλή είναι πολύ μεγαλύτερη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, λοιπόν, ενέργειες που σχεδιάζονται για έναν σκοπό μπορεί να καταλήξουν να παράγουν το αντίθετο αποτέλεσμα.

Υπάρχει πάντως ανησυχία τουλάχιστον όσον αφορά τη Χεζμπολάχ

Να επισημάνουμε ότι τόσο οι βρετανικές βάσεις όσο και η ίδια η Κυπριακή Δημοκρατία διαθέτουν σημαντικά συστήματα αυτοπροστασίας. Φυσικά κανένα σύστημα δεν είναι απολύτως αδιάτρητο, αλλά υπάρχουν. Η Κύπρος διαθέτει και σημαντικό ισραηλινό σύστημα ειδοποίησης και απόκρισης. Οι βρετανικές βάσεις διαθέτουν επίσης μαχητικά Eurofighter. Κατανοώ τον ψυχολογικό και συμβολικό χαρακτήρα των κινήσεων που γίνονται, αλλά όλα αυτά πρέπει να εντάσσονται σε μια σαφή στρατηγική. Δηλαδή πρέπει να απαντάται το ερώτημα: τι ακριβώς θέλουμε να πετύχουμε με αυτή την κινητοποίηση; Αυτή τη στιγμή θεωρώ υπάρχουν ορισμένα σημεία που παραμένουν ασαφή ή λίγο αντιφατικά.

Σε κάθε περίπτωση, είναι θετικό και σημαντικό ότι ευρωπαϊκές χώρες σπεύδουν στην περιοχή - πλην όμως, θα επαναλάβω, πως θα έπρεπε αυτό να γίνεται στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι μέσω ξεχωριστών διμερών πρωτοβουλιών.

Επ’ αυτού, και ως προς το εάν θεωρήθηκε πως υπήρξε και μία ευκαιρία για μία πιο έντονη ελληνική παρουσία στην περιοχή, θα ήθελα να επισημάνω και ένα επιπλέον ζήτημα. Ορισμένες επιχειρηματολογίες που ακούστηκαν ως αιτιολόγηση της ελληνικής παρουσίας -όπως η αναφορά ότι η Ελλάδα είναι «εγγυήτρια δύναμη» της Κύπρου, ότι «προασπίζει τον οικουμενικό Ελληνισμό» ή γίνονται στο πλαίσιο του «Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος» Ελλάδας-Κύπρου - θεωρώ ότι είναι παρωχημένες και μπορεί αύριο-μεθαύριο να μας κοστίσουν.

Δεν μας ενδιαφέρει η Κύπρος να εμφανίζεται σαν «νομός» της Ελλάδας, τον οποίο αυτή υπερασπίζεται. Το μεγάλο μας «όπλο» στο Κυπριακό είναι η ανάδειξη της διεθνούς προσωπικότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, της οποίας ζητούμε επανένωση μετά από λύση του Κυπριακού. Η Τουρκία ισχυρίζεται ότι είναι εγγυήτρια των Τουρκοκυπρίων και της αυτοαποκαλούμενης «Τουρκικής Δημοκρατίας της Βόρειας Κύπρου». Αν η Ελλάδα αρχίσει να προβάλλει τον εαυτό της ως εγγυήτρια του ελεύθερου τμήματος της Κύπρου, τότε αρχίζει να διαμορφώνεται μια εικόνα της Κύπρου όπου από τη μία πλευρά βρίσκεται η Τουρκία και από την άλλη η Ελλάδα. Αυτό, μετά το πέρας της κρίσης, μπορεί να δώσει την εικόνα ότι η de facto διχοτόμηση του νησιού είναι ουσιαστικά αποδεκτή και μπορεί να οδηγήσει μία de jure διχοτόμηση. Και ότι το Κυπριακό είναι διμερές πρόβλημα Ελλάδας-Τουρκίας. Αυτό, όμως, απομακρύνει από τη λογική της λύσης του Κυπριακού μέσω της ενίσχυσης της διεθνούς προσωπικότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, της οποίας νόμιμοι πολίτες είναι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι. Αυτό είναι κάτι πάρα πολύ σημαντικό και κάτι που μέσα στην ένταση των τελευταίων ημερών φαίνεται να το έχουμε λίγο ξεχάσει. Διότι όλα έχουν επιδράσεις.

Πώς αξιολογείτε την αντίδραση της Τουρκίας για τη συστοιχία Patriot στην Κάρπαθο;

Ήταν πολιτικά και διπλωματικά αναμενόμενη από τη στιγμή που υπάρχει η διαφωνία στην ερμηνεία της Συνθήκης της Λωζάννης, δηλαδή τι σημαίνει αποστρατιωτικοποίηση ή καθεστώς μερικής αποστρατιωτικοποίησης των νησιών.

Ως γενική παρατήρηση, θα έλεγα ότι πρέπει φυσικά να λαμβάνουμε τα απαραίτητα μέτρα, αλλά ταυτόχρονα να αποφευχθούν εντάσεις σε μια περίοδο που το διεθνές περιβάλλον είναι ήδη εξαιρετικά οξυμένο. Δεν λέω ότι θα υπάρξει αναγκαστικά ένταση, αλλά απαιτείται προσοχή, διότι έχουν γίνει ορισμένα βήματα προόδου στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και δεν πρέπει να φτάσουμε σε σημείο να «ξηλωθεί» αυτή η μικρή πρόοδος που έχει υπάρξει.

Δεν μπορούμε να θεωρούμε ότι μέσω κάποιας ανατροπής στρατιωτικού συσχετισμού δυνάμεων μπορούν να επιλυθούν τα ζητήματα. Έχουμε ξεκινήσει έναν διάλογο και θεωρούμε ότι μέσα από αυτόν τον διάλογο θα επιλυθούν τα θέματα. Δεν είναι η στιγμή να δίνουμε την εντύπωση ότι επιχειρούμε κινήσεις που μπορεί να δημιουργήσουν ένταση. Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου ήδη υπάρχει μεγάλη αναταραχή, κανείς διεθνώς δεν θα κατανοήσει μια νέα ένταση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Γι’ αυτό όλες αυτές οι κινήσεις πρέπει να λαμβάνονται πολύ σοβαρά υπόψη και να υπάρχει πολιτικός σχεδιασμός, πέρα από τη στρατιωτική σκέψη ορισμένων κινήσεων. Επιπλέον για την εγκατάσταση των Patriot, διερωτώμαι γιατί έπρεπε να συνοδεύεται από επίσημη ανακοίνωση.