Σε μια εποχή που ο οικονομικός προστατευτισμός επιστρέφει δυναμικά και οι εμπορικές σχέσεις παγκοσμίως κατακερματίζονται, η υπό διαμόρφωση συμφωνία ελεύθερου εμπορίου ΕΕ - Mercosur επανέρχεται στο προσκήνιο όχι μόνο ως μια «κλασική» εμπορική συμφωνία, αλλά και ως πολιτικό μήνυμα για το μοντέλο διεθνούς συνεργασίας που επιδιώκει να υπερασπιστεί η Ευρώπη. Ποια είναι, όμως, η πραγματική της βαρύτητα και τι αλλάζει για την ευρωπαϊκή οικονομία – και ειδικότερα για την Ελλάδα;
Σε συνέντευξή του στο Liberal, ο ομότιμος καθηγητής του ΕΚΠΑ, Παναγιώτης Ε. Πετράκης, φωτίζει τις γεωοικονομικές και γεωστρατηγικές προεκτάσεις της συμφωνίας, εξηγεί γιατί χώρες όπως η Γαλλία, αντιδρούν, και αναλύει τον κίνδυνο μιας «ασύμμετρης προσαρμογής» ανάμεσα σε συγκεκριμένους οικονομικούς κλάδους και κράτη-μέλη. Ταυτόχρονα, εστιάζει στο ελληνικό αποτύπωμα: από τις έμμεσες ωφέλειες σε ναυτιλία και logistics μέχρι τις πιέσεις στον αγροτικό τομέα, αλλά και τη σημασία της προστασίας των ΠΟΠ/ΠΓΕ προϊόντων σε ένα νέο, πιο ανταγωνιστικό περιβάλλον.
Συνέντευξη στον Χρήστο Θ. Παναγόπουλο
Tι αλλάζει ουσιαστικά για το σύνολο της Ευρώπης σήμερα, μια συμφωνία με τις χώρες της Mercosur; Πρόκειται, κατά την άποψή σας, για μια συμφωνία κυρίως εμπορική ή έχει και γεωπολιτικές, γεωστρατηγικές προεκτάσεις;
Ζώντας μία εποχή κατακερματισμού των διεθνών οικονομικών σχέσεων, προφανώς υπό την επίδραση της παρουσίας του Ντόναλντ Τραμπ στη Δύση αλλά και του ανατολικού κρατικού καπιταλισμού, έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον το ότι η ΕΕ συντηρεί ένα μοντέλο ανάπτυξης διεθνών οικονομικών σχέσεων, το οποίο στηρίζεται στην αμοιβαία απελευθέρωση από τα εμπόδια των συναλλαγών (δασμούς). Κατά συνέπεια, η καταρχήν συμφωνία με τις χώρες της Mercosur έχει ιδιαίτερη σημασία. Λίγο «παλαιομοδίτικα» για την εποχή που ζούμε η Ευρώπη εμφανίζεται να προωθεί την αμοιβαία διεθνική εμπορική κατανόηση και συμφωνία δίνοντας ένα παγκόσμιο πολιτικό μήνυμα για τον τρόπο που βλέπει ν’ αναπτύσσεται η παγκόσμια ανάπτυξη και βελτίωση της ευημερίας.
Θα πρέπει, σε αυτό το σημείο, να επισημάνουμε το εξής: Η συμφωνία της Mercosur, δηλαδή η Κοινή Αγορά που έχουν φτιάξει κυρίως οι μεγάλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, έχει και πολιτική διάσταση στη λειτουργία της. Να σημειωθεί ότι εδώ και 3-4 χρόνια οι συγκεκριμένες χώρες έχουν βάλει στο περιθώριο τη Βενεζουέλα, λόγω παραβίασης δημοκρατικών διαδικασιών. Δηλαδή, η έννοια της οικονομικής συνεργασίας, και στο μυαλό των λαών της Νότιας Αμερικής, έχει και μία διάσταση οικονομική. Άρα, το να δούμε δύο πολύ μεγάλους διεθνείς οργανισμούς, όπως είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Mercosur, να προχωρούν σε μία συνεργασία, κατά τη δική μου γνώμη είναι θετικό δείγμα για τη διατήρηση της αξίας της Δημοκρατίας σε παγκόσμια βάση. Ιδιαίτερα, σε μια εποχή που αυτό φαίνεται να είναι αποδυναμωμένο.
Άρα, νομίζω ότι πολιτικά έχει ιδιαίτερη αξία. Από οικονομικής πλευράς, ως σύνολο αξιοποιεί τα πλεονεκτήματα που έχει η ΕΕ, με την έννοια ότι προωθεί τις εξαγωγές κυρίως της βιομηχανίας της. Εδώ, βέβαια, θα πρέπει να δούμε και τις ενδεχόμενες αρνητικές επιπτώσεις που υπάρχουν στα προϊόντα του αγροτικού τομέα.
Συνεπώς, είναι μία συμφωνία που γενικότερα αφήνει ένα θετικό αποτύπωμα στην εξέλιξη των παγκόσμιων πραγμάτων, ειδικά σε αυτές τις δύσκολες εποχές. Δεν θα πρέπει να ξεχνούμε ότι η συμφωνία εκκρεμεί εδώ και 26 χρόνια και θα έλεγε κανείς ότι το γεγονός ότι επιταχύνθηκε και συμφωνήθηκε τώρα και έκλεισε, κατά κάποιο τρόπο το πρώτο στάδιό της, τουλάχιστον, συνιστά και μια απάντηση στην αρνητική ένταση που υπάρχει στην διεθνή συνεργασία στον κόσμο.
Πιάνομαι από αυτά που είπατε πριν και θέλω να σας ρωτήσω, σε ένα περιβάλλον εμπορικών τριβών, σε παγκόσμιο επίπεδο, πόσο ανθεκτικές είναι τέτοιες συμφωνίες απέναντι στις πολιτικές οικονομικού προστατευτισμού;
Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να πούμε κάτι για τις ΗΠΑ. Έχετε παρακολουθήσει ότι τώρα τελευταία τα οικονομικά τους στοιχεία είναι αρκετά θετικά σε σχέση, τουλάχιστον, με το τι περίμεναν οι αναλύσεις όσον αφορά την επίδραση των δασμών.
Ο κυριότερος λόγος είναι – και αυτό έχει επισημανθεί επαρκώς από ένα - δύο parers, τα οποία έχουν κυκλοφορήσει πρόσφατα στις ΗΠΑ – ότι οι πραγματικοί δασμοί, τελικά, οι οποίοι λειτουργούν, είναι πολύ μικρότεροι από αυτούς που έχουν ανακοινωθεί. Όχι μόνο που έχουν ανακοινωθεί και συμφωνηθεί – διότι όπως ξέρετε, ξεκίνησε ο Τραμπ πολύ ψηλά, πήγε χαμηλότερα – είναι πολύ χαμηλότερα απ’ αυτούς που έχουν ανακοινωθεί και στο δεύτερο γύρο. Δηλαδή, μιλάμε για μια επιβολή δασμών που φαίνεται να έχει effective rate της τάξης του 17%, δηλαδή πολύ πιο μικρό από ό,τι είχε φανταστεί κανείς, που τελικά, δεν φαίνεται να διαμορφώνει και να επηρεάζει σημαντικά τις εμπορικές και οικονομικές σχέσεις.
Άρα και εδώ, η παρούσα συμφωνία αντιλαμβάνεται κανείς ότι δίνει ένα τελικά παρόμοιο «σήμα» με αυτό που αναδύεται από το σημείο ισορροπίας που κατέληξαν οι εμπορικές σχέσεις π.χ. ΗΠΑ και ΕΕ διότι και οι αμοιβαίες μειώσεις δασμών μεταξύ Mercosur και ΕΕ έχουν ένα παρόμοιο επίπεδο ισορροπίας δασμών. Έτσι κι αλλιώς, οι δασμοί που υπήρχαν μεταξύ των χωρών της Λατινικής Αμερικής και της Ευρώπης δεν ήταν υψηλοί ποτέ στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Η πιο ψηλή σε ορισμένες καταστάσεις ήταν της τάξης του 35%. Μιλάμε, λοιπόν, για μια μείωση στο μισό περίπου. Θα δούμε. Πιθανόν τελικά, στην πραγματικότητα οι δασμοί που θα «επιβιώσουν» θα είναι πολύ μικρότεροι και αυτό θα αφορά την Ευρώπη, την Αμερική και την Λατ. Αμερική.
Συνεπώς βλέπουμε να αναδύεται ένα νέο σκηνικό στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις. Αρα, η απάντηση είναι ότι πράγματι τέτοιες συμφωνίες είναι θετικές και ότι δουλεύουν προς την κατεύθυνση της απομείωσης των εντάσεων που προέρχονται από την επιβολή δασμών και από την πολιτική του προστατευτισμού και κυρίως του μερκαντιλισμού που έχει αναβιώσει, κυρίως, υπό την επίδραση του Τραμπ. Όμως να λάβουμε υπόψη μας ότι η Λατ. Αμερική (Βραζιλία και Αργεντινή) θεωρείται εναλλακτική πηγή σπάνιων γαίων (μετά την Κίνα;) και για τις ΗΠΑ και την ΕΕ και είναι προφανές ότι η συμφωνία αυτή διευκολύνει και τις συναλλαγές στον χώρο αυτό αφού η συμφωνία επεκτείνεται και στις πρώτες ύλες.
Πόσο σημαντικός είναι ο στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ενισχύσει τους δεσμούς της με την Λατινική Αμερική έναντι της αυξανόμενης επιρροής της Κίνας;
Θα απαντήσω στο ερώτημά σας, ξεκινώντας από μια ειδική περίπτωση, για να βγάλουμε ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα. Η Κίνα είχε εξαιρετική επιρροή στη Βενεζουέλα και δεν αποκλείεται αυτή η επιρροή – η οποία ανέρχεται σε ανοικτές πιστώσεις περίπου 100 δισ. δολάρια συναλλαγών και ανάληψη χρέους – να ήταν μία από τις αιτίες αυτής της ενεργοποίησης της πολιτικής των ΗΠΑ στη συγκεκριμένη χώρα. Επίσης, η Κίνα έχει σημαντικές σχέσεις και με τη Βραζιλία, Χιλή και Αργεντινή και αποτελεί από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους των χωρών της Λατ. Αμερικής.
Η Κίνα δεν προβάλλει τη γεωστρατηγική της ισχύ αλλά κάνει αισθητή την παρουσία της με την οικονομική της διείσδυση σε κρίσιμους κόμβους. Διότι η Κίνα, δεν οργανώνει μια προβολή ισχύος, αλλά μια πολιτική οικονομικής διείσδυσης και με τον τρόπο αυτό δημιουργεί μακροπρόθεσμο όφελος. Παρόμοια στρατηγική ακολουθεί και η ΕΕ.
Με δεδομένο ότι τα θέματα ανταγωνισμού ΕΕ - Κίνας είναι σε εκκρεμότητα από πολλές απόψεις, τίθεται θέμα οργάνωσης της στάσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και απέναντι στην Κίνα (όπως και απέναντι στους μεγάλους εταίρους της Κίνας) όπως είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες και όπως είναι τώρα και η Λατινική Αμερική. Αν προσέξατε, δεν υπήρξε κάποια αρνητική αντίδραση από τις ΗΠΑ σε αυτές τις ανακοινώσεις για την καινούρια συμφωνία. Άρα θα έλεγε κανείς ότι είναι μία κίνηση με μακροπρόθεσμη στρατηγική προοπτική.
Και εδώ, πρέπει να πούμε κάτι άλλο: Πολιτισμικά η Λατινική Αμερική είχε πάντοτε σχέσεις με την Ευρώπη. Επομένως, έχουμε μπροστά μας κινήσεις οι οποίες στοχεύουν ακριβώς την ενδυνάμωση των σχέσεων, αλλά με ένα μεσομακροπρόθεσμο χαρακτήρα, που εγώ τον θεωρώ θετικό και σε όρους οικονομικού οφέλους στην Ευρώπη εν γένει ανεξαρτήτως των επιμέρους απωλειών που μπορεί να έχουν συγκεκριμένοι τομείς, αλλά και σε όρους γεωστρατηγικής σχέσης και ανάπτυξης. Και αυτό, γιατί αυτές οι συμφωνίες «κουβαλάνε» και άλλα πράγματα και κυρίως επενδύσεις. Εδώ, πρέπει να σας πω ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση κάνει μια πολιτική παρόμοια με αυτή της Κίνας, δηλαδή δεν κάνει προβολή ισχύος, όπως προσπαθούν να κάνουν οι ΗΠΑ, αλλά αντίθετα όμως αυξάνει την παρουσία της στους χώρους αυτούς με έναν τρόπο «χαμηλής διείσδυσης», αλλά νομίζω, εντέλει, με τρόπο αποτελεσματικό και μακροπρόθεσμα βιώσιμο.
Γιατί η Γαλλία του Μακρόν αντιτίθεται στην κύρωση της συγκεκριμένης συμφωνίας; Οι αντιρρήσεις αφορούν καθαρά στην προστασία του αγροτικού εισοδήματος ή είναι κάτι βαθύτερο;
Αναδεικνύετε δύο θέματα τα οποία έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Φοβάμαι πως η Γαλλία, τόσο στο προσεχές όσο και στο μεσοπρόθεσμο μέλλον, θα είναι ένα θέμα, για να μην πω ένα πρόβλημα για την Ευρώπη με διάφορους τρόπους.
Αυτή είναι μια γενική παρατήρηση. Ειδικότερα τώρα μην ξεχνάτε ότι η μεγαλύτερη πίεση, την οποία έχει η κυβέρνηση Μακρόν – και δεν είναι τωρινή, είναι από το 2019 – ήταν από τον αγροτικό τομέα (όπου συγκεντρώνονται πολλοί επικριτές του) και την επιβολή κανονισμών είτε περιβαλλοντικού είτε τιμολογιακού χαρακτήρα. Τώρα αναπτύσσεται μία εμπορική σχέση η οποία αφορά και τον αγροτικό τομέα στην Γαλλία και ο Μακρόν δεν διαθέτει συμμάχους που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν να ψηφίσει θετικά.
Το δεύτερο στοιχείο έχει να κάνει με τις πολιτικές δυνάμεις που αναπτύσσονται στη Γαλλία, καθώς δεν έχουν τη συλλογική πολιτική αντίληψη για την εξέλιξη των πραγμάτων στην Ευρώπη. Και αναφέρομαι στη Δεξιά, η οποία φαίνεται να είναι, ίσως, ο πιο σημαντικός παράγοντας στις επόμενες εκλογές. Νομίζω ότι ο Μακρόν δείχνει την αδυναμία του. Σας θυμίζω ότι και η Μελόνι είχε παρόμοιες (αρνητικές) αντιλήψεις, αλλά όταν η χώρα της έλαβε αρκετά δισεκατομμύρια σε πρόσθετες επιδοτήσεις, τότε η ίδια επανοργάνωσε τη στάση της και ήταν ιδιαίτερα κρίσιμος ο ρόλος της ως προς την κατ’ αρχήν έγκριση της συμφωνίας ΕΕ - Mercosur. Στον αντίποδα, η Γαλλία, ενώ θα μπορούσε να έχει μια πολύ πιο ενεργητική και θετική στάση (απαιτώντας αλλαγές ή επιδοτήσεις), ουσιαστικά την είδαμε να απομακρύνεται από το κέντρο των αποφάσεων αγνοώντας το γεωστρατηγικό αποτύπωμα της συμφωνίας.
Εφόσον κυρωθεί η συμφωνία από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τεθεί σε ισχύ, φοβάστε τον κίνδυνο μιας «ασύμμετρης προσαρμογής», δηλαδή να κερδίσουν λίγοι κλάδοι/χώρες και να πιεστούν δυσανάλογα άλλοι κλάδοι και αντίστοιχα άλλες χώρες;
Θα υπάρχουν, σίγουρα, αυτού του είδους οι επιπτώσεις. Αυτό είναι γεγονός αναμφισβήτητο. Κερδισμένος, γενικά, θα είναι ο δευτερογενής τομέας παραγωγής, τόσο στην ΕΕ συνολικά. Στη χώρα μας θα υπάρχει κι ένα σημαντικό όφελος, για παράδειγμα στον τομέα της Ναυτιλίας, γιατί η ανάπτυξη των εμπορικών σχέσεων και προς την περιοχή εκείνη της Λατινικής Αμερικής γίνεται και από τους Έλληνες εφοπλιστές οι οποίοι είχαν πάντοτε προνομιακές σχέσεις.
Ωστόσο, εδώ θα ήθελα να επισημάνω δύο σημεία: Πρώτον, οι επιπτώσεις αυτές δεν θα είναι τόσο σημαντικές, σε τέτοιο βαθμό, ώστε να φέρουν ραγδαίες μεταβολές σε ό,τι βλέπουμε. Δεύτερον, πρόκειται για μεταβολές, οι οποίες θα συνέβαιναν έτσι κι αλλιώς. Με άλλα λόγια, εκείνο που οφείλουμε να καταλάβουμε είναι ότι, εάν έχουμε έναν αγροτικό τομέα, ο οποίος είναι κατακερματισμένος (όπως στην Ελλάδα) και δεν μπορεί να αναπτύσσει την παραγωγικότητά του, τότε αργά ή γρήγορα, θα υποστεί τις πιέσεις αυτών των οργανικών αδυναμιών. Και αυτές δεν είναι άλλες από την έλλειψη παραγωγικότητας, την έλλειψη καινοτομίας. Θα μου πείτε, βεβαίως, ότι τέτοιου είδους συμφωνίες θα μπορούσαν αντίστοιχα να επιταχύνουν ή και να επιβραδύνουν τέτοιες επιδράσεις.
Εντούτοις, πιστεύω ότι η γενική τάση των πραγμάτων θα είναι αυτή που παρακολουθούμε αλλά θα υπάρξει ανάγκη πολλών προσαρμογών. Για παράδειγμα, ένα μεγάλο θέμα, το οποίο θα μπορούσε να υπάρξει μια διαφορετική διαχείριση είναι εκείνο της επιβολής των περιβαλλοντικών κανόνων στα αγροτικά προϊόντα της ΕΕ, όπου υποχρεούνται οι Ευρωπαίοι αλλά όχι και οι αγρότες να συμμορφώνονται. Εδώ η ύπαρξη της συμφωνίας μπορεί να επανεργοποιήσει το ξανακοίταγμα των κανονισμών αυτών αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος της «παράδοσης» του Ευρωπαϊκού πλεονεκτήματος.
Για την Ελλάδα, ποιοι κλάδοι έχουν τη μεγαλύτερη πιθανότητα καθαρού οφέλους και τι σημαίνει πρακτικά η προστασία Γεωγραφικών Ενδείξεων αλλά και των Προστατευόμενων Ονομασιών Προέλευσης στο πλαίσιο μιας συμφωνίας ΕΕ - Mercosur;
Το ζήτημα είναι της προστασίας των ειδικών προϊόντων, δηλαδή των αγαθών που έχουν Γεωγραφική Ένδειξη ή Προστατευόμενη Ονομασία Προέλευσης είναι σημαντικό. Η συμφωνία περιλαμβάνει συνολικά 341 τέτοια προϊόντα από τα οποία τα 21 είναι ελληνικά. Μάλιστα, η ίδια η συμφωνία προβλέπει και μία επταετή περίοδο, μετά το πέρας της οποίας αυτού του είδους η προστασία μπορεί να απομειωθεί. Άρα υπάρχουν προβλέψεις για προστασία.
Επίσης, εάν έχουμε μία μείωση στις τιμές των εισαγωγών που αφορούν σε ενδιάμεσα προϊόντα (ζωοτροφές), αυτό θα είναι κάτι θετικό. Παράλληλα, δημιουργούνται αρκετά καλές προϋποθέσεις στα λεγόμενα δυναμικά προϊόντα, όπως, για παράδειγμα, στο κρασί και τις βρώσιμες ελιές. Να σας θυμίσω ότι το είχαμε δει αυτό και με τις ΗΠΑ. Όταν η Ουάσινγκτον είχε επιβάλει υψηλούς δασμούς, είχαμε ακριβώς την ίδια συζήτηση. Και το είδαμε, εν τέλει, στην πράξη, ότι εάν μια χώρα διαθέτει καλά προϊόντα, τα οποία έχουν υψηλή προστιθέμενη αξία, τότε αυτά θα προωθηθούν και δεν κινδυνεύουν.
Οφείλουμε να δούμε και το εμπορικό ισοζύγιο. Αν δεν κάνω λάθος, είναι γύρω στα 350 εκατ. ευρώ οι εισαγωγές που κάνουμε και περίπου 40 εκατ. ευρώ οι εξαγωγές που κάνουμε και αναφέρομαι στον αγροτικό τομέα. Αυτός ο τομέας φαίνεται ότι θα υποστεί και τη μεγαλύτερη πίεση απ’ αυτή τη συμφωνία.
Το πρόβλημα του ισοζυγίου εισαγωγών - εξαγωγών, το οποίο είναι ιδιαίτερα ελλειμματικό, δεν θα πρέπει να περιμένει κανείς να το επιλύσει μέσω συμφωνιών που προάγουν τον προστατευτισμό.
Βέβαια, από την άλλη πλευρά, υπάρχει το πρόβλημα κυρίως στο κρέας και συγκεκριμένα στο βόειο κρέας. Και, δυστυχώς, στην Ελλάδα υπάρχει και το πρόβλημα με τα αιγοπρόβατα, το οποίο οδηγεί σε περαιτέρω αποδυνάμωση της ελληνικής κτηνοτροφίας.
Επιπλέον, υπάρχει κι ένα ειδικό ζήτημα στον αγροτικό τομέα της χώρας μας, το οποίο έχει να κάνει με την οικονομική ασφάλεια, μια έννοια που πρέπει να βάλουμε να εντάξουμε στο λεξιλόγιό μας και πρέπει να το δει κανείς ειδικότερα και όχι απλά στο πλαίσιο της ΚΑΠ ή της αγροτικής πολιτικής, εν γένει. Νομίζω ότι θα πρέπει, ειδικά ο κτηνοτροφικός τομέας, να αποσπάσει από εδώ και πέρα της προσοχής μας, γιατί πιθανόν είμαστε ενώπιον μιας απότομης μείωσης της σημασίας στην οικονομία, η οποία, όμως, δεν σχετίζεται με την εν λόγω συμφωνία, αλλά μάλλον έχει έναν συγκυριακό χαρακτήρα, την απομείωση των επιδοτήσεων, την εξυγίανση του όλου συστήματος και άλλα επιμέρους θέματα, τα οποία οφείλει κανείς να δει.
Σε όρους ΑΕΠ/εμπορικού ισοζυγίου, τι «μετράει» περισσότερο για την Ελλάδα: οι άμεσες εξαγωγές ή οι έμμεσες επιδράσεις (ναυτιλία, logistics, λιμάνια, ασφάλιση/χρηματοδότηση εμπορίου);
Και τα δύο έχουν πολύ μεγάλη σημασία. Και ναυτιλιακά, όπως ξέρετε, ωφελούμεθα, γιατί η ναυτιλία αποτελεί έναν ιδιαίτερα σημαντικό κλάδο της ελληνικής οικονομίας. Αντιθέτως, στις οικονομικές σχέσεις που έχουμε με τις χώρες της Mercosur, οι εξαγωγές μας δεν είναι αρκετά υψηλές. Η εκτίμηση που υπάρχει είναι ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες ασχολούνται και έχουν ενδιαφέρον, απασχολούν γύρω στους 4.500 - 5.000 ανθρώπους. Νομίζω ότι τα μεγέθη είναι αρκετά μικρά.
Και γι’ αυτό πιστεύω ότι αυτός ήταν ένας βασικός λόγος που η ελληνική πλευρά υπερψήφισε τη συγκεκριμένη συμφωνία, με την έννοια ότι οι στρατηγικές και οι μελλοντικές δυναμικές, οι οποίες διαμορφώνονται, έχουν πολύ μεγαλύτερο ρόλο ως συλλογική οντότητα, απ’ ό,τι οι επιμέρους αναλύσεις. Ωστόσο, και η δική μας συζήτηση ανέδειξε ότι υπάρχουν εκκρεμότητες, τις οποίες, με αφορμή τη συγκεκριμένη συμφωνία, θα πρέπει να τις δούμε και ειδικά στον αγροτικό τομέα, ο οποίος φαίνεται να υφίσταται και τη μεγαλύτερη πίεση στο πλαίσιο της συγκεκριμένης συμφωνίας.
Αν είχατε να δώσετε ένα ρεαλιστικό σενάριο για τα επόμενα 2-3 χρόνια μετά την έναρξη ισχύος μιας τέτοιας συμφωνίας, ποιο θα ήταν αυτό; Δηλαδή, ποιοι κερδίζουν στην Ελλάδα και ποιοι χρειάζονται δίκτυ προστασίας στο πλαίσιο μιας τέτοιας συμφωνίας και κατ' επέκταση τι θα πρέπει να κάνουν αντίστοιχα η ελληνική πολιτεία αλλά και οι ελληνικές επιχειρήσεις;
Αυτό θα εξαρτηθεί, ως ένα βαθμό, και από τις συγκυρίες, οι οποίες θα αναπτυχθούν. Όπως ξέρετε, στη συγκεκριμένη συμφωνία υπάρχουν ορισμένες διατάξεις, οι οποίες παρακολουθούν τη μεταβολή των τιμών. Μάλιστα, για να γίνει κατανοητό αυτό που σας αναφέρω, μέχρι τώρα το σχέδιο της συμφωνίας περιλάμβανε την πρόβλεψη ότι εάν αυτές οι μεταβολές παρουσιάζουν μια απότομη πτώση των τιμών, θα πρέπει να εξεταστεί το πώς θα επηρεαστεί και η αντίστοιχη παραγωγή. Μένει να δούμε τι πράγματι θα γίνει. Το όριο παρακολούθησης ήταν της τάξης του 8% και τώρα πλέον έγινε 5%, που σημαίνει ότι τα αντισυμβαλλόμενα μέρη περιόρισαν τα όρια του συναγερμού.
Βλέπει, επομένως, κανείς ότι υπάρχουν ανησυχίες αναφορικά με την ανάπτυξη πλεονεκτημάτων διείσδυσης προϊόντων από τις χώρες της Λατινικής Αμερικής προς την ΕΕ.
Στον αντίποδα, τα βιομηχανικά προϊόντα της ΕΕ δεν θα αντιμετωπίσουν αντίστοιχη αρνητική προσοχή στη Λατινική Αμερική.
Νομίζω, λοιπόν, ότι δεν θα περιμένουμε πολύ μεγάλες μεταβολές, αλλά θα έλεγα ότι είναι μια καλή ευκαιρία μπροστά στο φόβο και την πιθανότητα να λειτουργήσει αυτή η συμφωνία ως επιταχυντής ορισμένων εξελίξεων, οι δυναμικές επιχειρήσεις στην ελληνική οικονομία να εκμεταλλευτούν τις μειώσεις των δασμών και την ανάπτυξη των εμπορικών σχέσεων. Είτε είναι στον αγροδιατροφικό τομέα, είτε στη βιομηχανία είτε στη ναυτιλία, που θα είναι ένας τομέας που θα καρπωθεί θετικές επιπτώσεις από τέτοιες συμφωνίες.
Συμπερασματικά, εκτιμώ πως αυτές οι επιπτώσεις δεν θα είναι δραματικά σημαντικές, αλλά θα καθορίσουν την πορεία των πραγμάτων και σε γεωστρατηγικό και σε πολιτικό επίπεδο. Εν κατακλείδι, θεωρώ τη συμφωνία ιδιαίτερα σημαντική και θετική και εκτιμώ πως είναι ένα μήνυμα σε όλο τον κόσμο για το πού πρέπει να πάνε τα πράγματα.
* Ο Παναγιώτης Ε. Πετράκης είναι Ομότιμος Καθηγητής ΕΚΠΑ.
Οι απόψεις που διατυπώνονται δεν αποτελούν απόψεις του ΚΕΠΕ
