Η εμπειρία της μητρότητας ως ζωγραφική συνθήκη στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών.
Στο γέννημα του χρόνου: Η νέα ενότητα έργων της Ελέσας Αντύπα

Στο γέννημα του χρόνου: Η νέα ενότητα έργων της Ελέσας Αντύπα

Η εμπειρία της μητρότητας ως ζωγραφική συνθήκη στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών.

Στο έμπα της χρονιάς, ο χρόνος μοιάζει με νεογέννητο: τον βιώνουμε με τις ίδιες αντιφατικές κινήσεις που κρατά κανείς ένα βρέφος, με προσδοκία, με τρυφερότητα, αλλά και με μια υπόγεια ανησυχία για όσα κουβαλά και όσα θα απαιτήσει. Αυτήν ακριβώς τη συνθήκη, τη διαχείριση μιας νέας ζωής μέσα από την εγκυμοσύνη και τις αγωνίες της, έφερε η Ελέσα Αντύπα σε ευθεία συνάντηση με τον ζωγραφικό χρόνο. Κάτω από την ίδια μασχάλη έβαλε την εμπειρία της μητρότητας και την επίμονη, αργή διαδικασία της ζωγραφικής· και το αποτέλεσμα της ζωγραφικής της «γέννας» το μοιράζεται στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών.

Πρόκειται για τη δεύτερη ατομική έκθεση της καλλιτέχνιδος στην ιστορική αίθουσα και, σε σχέση με το παρθενικό της ξεκίνημα, η Αντύπα επιστρέφει με ένα σώμα δουλειάς σαφώς πιο σφιχτοδεμένο, πιο ελεγχόμενο στη φόρμα, χωρίς να χάνει τη γυναικεία ζωγραφική συνθήκη που την απασχολεί από την αρχή. Τι ακριβώς σημαίνει «γυναικεία συνθήκη» στη ζωγραφική είναι μεγάλη συζήτηση που δεν χωρά στο παρόν σημείωμα· αρκεί να πούμε ότι στη δουλειά της Αντύπα λειτουργεί ως τρόπος θέασης, αλλά και ως ρυθμός που οργανώνει την εικόνα από μέσα.

Έργο της Ελέσας Αντύπα. Λάδι σε καμβά, 70x90 εκ.

Από τους Προραφαηλίτες έχει πάρει την αίσθηση μπροστά σε εικόνες όπου η φύση αγκαλιάζει τη γυναικεία μορφή και την κρατά σε μια εύθραυστη ισορροπία. Έπειτα, εκείνη την αμφίσημη ακινησία των μορφών, που μοιάζουν να αιωρούνται ανάμεσα σε ζωή και ύπνο, σαν να έχουν παγιδευτεί σε μια στιγμή πριν από την πράξη ή έπειτα από αυτήν. Και, κυρίως, μια μελαγχολική εσωστρέφεια, όπου το σώμα δεν θριαμβεύει, δεν διεκδικεί τον χώρο του, αλλά παραδίδεται στο περιβάλλον που το περιβάλλει και το υπερβαίνει.

Στη ζωγραφική της υπάρχει αυτή η ίδια ήσυχη ένταση: το σώμα μοιάζει να βρίσκει καταφύγιο μέσα στο τοπίο, σαν να αναζητά προστασία αλλά και νόημα. Εκεί όμως που οι Προραφαηλίτες έλεγαν τις ιστορίες τους καθαρά, σχεδόν τελετουργικά, με σαφές περίγραμμα και συμβολική διαύγεια, η Αντύπα αφήνει τα πράγματα μισοειπωμένα. Το μυθολογικό στοιχείο περνά σαν φλουταρισμένο ίχνος, όχι σαν αφήγηση. Η φύση της δεν υπόσχεται πάντα τη σωτηρία. Είναι παρούσα, απαιτητική, ακόμη και αμφίθυμη, όπως η γυναίκα στη σπηλιά των Κυθήρων. Και η μορφή, αντί να εξιδανικεύεται, παραμένει ανθρώπινη, ευάλωτη, ανοιχτή στο ενδεχόμενο της φθοράς. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η σύγχρονη ένταση της δουλειάς της.

Ελέσα Αντύπα, «Στη σπηλιά των Κυθήρων». Λάδι σε καμβά, 110χ162 εκ.

Στο σήμερα, λοιπόν, θα ήθελα να επισημάνω τη σχέση με τον δάσκαλό της, Γιώργο Ρόρρη: είναι παρούσα στη δουλειά της, αλλά δεν βαραίνει. Αν στη ζωγραφική του Ρόρρη το σώμα λειτουργεί ως τόπος αλήθειας, στην Αντύπα το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από το βάρος της σάρκας στη διάχυσή της μέσα στο τοπίο, από έναν εσωτερικό ρεαλισμό σε μια ονειρική συνθήκη.

Εκεί όπου ο Ρόρρης συχνά αντιπαραθέτει το σώμα στον χώρο, σαν να δοκιμάζει τα όριά τους, η Αντύπα επιλέγει να τα συγχωνεύσει. Η γυναίκα της υποχωρεί σχεδόν φυσικά μέσα στο περιβάλλον που το περιβάλλει. Δεν διεκδικεί, δεν αντιστέκεται. Κι αυτή η υποχώρηση δεν δηλώνει απαραίτητα αδυναμία, αλλά έναν διαφορετικό τρόπο, ίσως πιο χαμηλόφωνο, να μιλήσει για την εμπειρία.

Η ζωγραφική της Ελέσας Αντύπα δεν προσφέρεται πρωτίστως για ερμηνεία, λειτουργεί ως εμπειρία που προϋποθέτει χρόνο και παραμονή. Κινείται στον χώρο ανάμεσα στο ορατό και στο αποσυρμένο, και σε αυτό ακριβώς το όριο – εκεί που η μορφή χωνεύεται στο τοπίο – η δουλειά της αποκτά τη δική της, διακριτή, παρουσία.

Έως 17/1 στην Αίθουσα Τέχνης Αθηνών (Γλύκωνος 4, Δεξαμενή, Κολωνάκι)

Κεντρική φωτ.: Ελέσα Αντύπα, «Εαρινή Συμφωνία». Λάδι σε καμβά, 70x80 εκ.