Η υποκριτική ήταν η πρώτη του αγάπη, έπειτα, με μικρή διαφορά, ερχόταν το ποδόσφαιρο. Έπαιζε αμυντικός στην ομάδα του Γυμνασίου του στο Σαιντ Λούις και θεωρούσε ότι το αμερικάνικο ποδόσφαιρο είναι το καλύτερο παιχνίδι που έχει εφευρεθεί ποτέ. Κάπως έτσι, συνάδει και η εμφάνισή του στη δραματική ταινία «12 Mighty Orphans» (2021), η οποία αφηγείται την αληθινή ιστορία των Mighty Mites, μιας αουτσάιντερ ομάδας ποδοσφαίρου από ένα ορφανοτροφείο στο Fort Worth του Τέξας, που έφτασε μέχρι τον τελικό του κρατικού πρωταθλήματος τη δεκαετία του ‘30.
«Είναι μια πολύ καλή ανθρώπινη ιστορία με πολλά θετικά στοιχεία που την κάνουν αρκετά ελκυστική. Μπορεί να υποδύομαι έναν μικρό ρόλο, αλλά ήθελα να υποστηρίξω αυτή την υπέροχη μικρή ταινία με κάθε δυνατό τρόπο», είχε πει σε μία από τις τελευταίες του συνεντεύξεις ο επτά φορές υποψήφιος για Όσκαρ, Ρόμπερτ Ντιβάλ (1931-2026). «Έφυγε» από τη ζωή πλήρης ημερών, σε ηλικία 95 ετών, αφήνοντας πίσω του πλήθος αξιομνημόνευτων ερμηνειών από τις επτά δεκαετίες της υποκριτικής του καριέρας η οποία «εκτοξεύθηκε» με την ερμηνεία του στην ταινία του Φράνσις Φορντ Κόπολα, «Ο Νονός» (1972).
The way Robert Duvall's voice catches in this scene from 'The Godfather' (1972), it gets me every time.
— James Hancock (@colebrax) February 16, 2026
Check out my tribute to one of the best actors in the history of the movie biz: https://t.co/XozFYQ5BBB pic.twitter.com/ijmowyL1XJ
Μπορεί οι ρόλοι οι οποίοι του τύγχαναν να μην ήταν πρωταγωνιστικοί, ωστόσο, χάριν της υποκριτικής του δεινότητας κατάφερε να συμπεριληφθεί στις πιο mainsteam ταινίες του Χόλιγουντ. Λόγω των αυστηρών χαρακτηριστικών του προσώπου του και της ευθύτητας του βλέμματός του, υποδυόταν κυρίως εκκεντρικούς στρατιώτες, γκάνγκστερ και αστυνομικούς. Και αν στις αμερικανικές ταινίες υπήρχε πάντα η αναγνώριση ότι η γραμμή μεταξύ στρατού, μαφιόζων και αστυνομίας είναι λεπτή, ο Ντιβάλ τη διέσχιζε με τέλεια ισορροπία.
«Το μυρίζεις αυτό; Το μυρίζεις; ... Ναπάλμ, παιδί μου. Τίποτα άλλο στον κόσμο δεν μυρίζει έτσι. Λατρεύω τη μυρωδιά της ναπάλμ το πρωί», λέει ο Ρόμπερτ Ντιβάλ υποδυόμενος τον πολεμοχαρή υπολοχαγό Μπιλ Κίλγκορ στην ταινία «Αποκάλυψη τώρα» (1979) του Φράνσις Φορντ Κόπολα. Φορώντας ένα μαύρο καπέλο Stetson με έμβλημα σπαθί ιππικού και γυαλιά ηλίου, ο Κίλγκορ είναι σίγουρα μια καρικατούρα του αμερικανικού στρατού που ο Ντιβάλ του έδωσε μία τρομακρική ισχύ στη σύντομη αλλά κεντρική εμφάνισή του στην ταινία.
El olor a Napalm por la mañana…
— Cinefilia Cult (@cinefiliacult) February 16, 2026
Robert Duvall SIEMPRE será memorable, por cosas así. Qué escándalo de actor hemos perdido😔💔pic.twitter.com/FZNBFT4Du2
Μεταξύ των ρόλων του με στολή ήταν ο διαταραγμένος στρατιώτης στο «Captain Newman MD» (1963), ο ταγματάρχης Φρανκ Μπερνς, ο στρατιωτικός γιατρός που τρελάθηκε από τους αγενείς ήρωες του «M*A*S*H» (1970), και ο ναζιστής αξιωματικός που σχεδίαζε να απαγάγει τον Τσόρτσιλ στο «The Eagle Has Landed (1976).
Η ερμηνεία του στην ταινία «The Great Santini» (1979) ενός αξιωματικού σε καιρό ειρήνης, ανίκανου να σκεφτεί πέρα από τον στρατιωτικό κώδικα, ακόμη και όταν πρόκειται για τη σχέση του με την οικογένειά του, μια πιο ήπια εκδοχή του Κίλγκορ, του χάρισε την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ καλύτερου ηθοποιού. Παρά τις πολλές υποψηφιότητές του στο σύνολο της καριέρας του, απέσπασε το Όσκαρ Α' Ανδρικού Ρόλου για το γουέστερν του 1983 «Τρυφερές σχέσεις».
«Νομίζω ότι το γουέστερν μας χαρακτηρίζει. Οι Άγγλοι έχουν τον Σαίξπηρ, οι Γάλλοι τον Μολιέρο, οι Ρώσοι τον Τσέχωφ. Αλλά το γουέστερν είναι δικό μας», είχε δηλώσει (2016) ο Ντιβάλ, ο οποίος φαινόταν πιο ευτυχισμένος όταν ίππευε, είτε στην τηλεοπτική μίνι σειρά «Lonesome Dove» είτε στην ταινία του Κέβιν Κόστνερ, «Western Open Range».
Lonesome Dove might be the best limited series ever made. Robert Duvall & Tommy Lee Jones are historically great in this series. This aired in 1989 but still holds up so well- it’s a timeless Western epic. Duvall is right in the middle of his prime here. One of the best ever. pic.twitter.com/7Ofvygyd6p
— Cinema Tweets (@CinemaTweets1) February 16, 2026
Μεγαλωμένος σε στρατιωτικό περιβάλλον (ο πατέρας του ήταν ναύαρχος του αμερικανικού στρατού, η μητέρα του συγγενής του στρατηγού του αμερικανικού εμφυλίου πολέμου, Ρόμπερτ Λι, τον οποίο ο Ντιβάλ υποδύθηκε στην ταινία του 2003, «Θεοί και στρατηγοί»), κατατάχθηκε στο στρατό για έναν χρόνο μετά την αποφοίτησή του. Έπειτα σπούδασε υποκριτική, ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα στο Gateway Playhouse, ένα θερινό θέατρο στο Λονγκ Άιλαντ, όπου πρωταγωνίστησε σε έργα των Άρθουρ Μίλερ, Τενεσί Ουίλιαμς και άλλων. Έκανε το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη υποδυόμενος τον ερημίτη Μπου Ράντλεϊ στην ταινία «To Kill a Mockingbird» (1962) – ένας ρόλος χωρίς λόγια, αλλά κρίσιμος στην έκβαση της υπόθεσης.
Robert Duvall played Boo Radley in To Kill A Mockingbird in one of his first roles in 1962. Duvall’s place in the history of cinema can’t be understated- it just can’t. He’s been apart of some of the most important films in the history of this art form. We lost a giant today. RIP pic.twitter.com/w5lGNZVCy9
— Cinema Tweets (@CinemaTweets1) February 16, 2026
Από τις αγαπημένες του ερμηνείες ήταν εκείνες στη μίνι σειρά γουέστερν «Lonesome Dove» (1989) και στην ταινία «Στάλιν» (1992) του ΗΒΟ, ενώ δεν μετάνιωσε που αρνήθηκε να παίξει στο «Νάσβιλ» (1975) και στη «σιωπή των αμνών» (1991).
Δεν πίστευε στη μέθοδο υποκριτικής· παρομοίαζε την τεχνική με το να περπατάς με πατερίτσες όταν έχεις δύο υγιή πόδια. Το στυλ του προήλθε από την οξεία παρατήρηση των ανθρώπων και τις αναμνήσεις του από συμβάντα δικά του και άλλων, χρησιμοποιώντας τα για να εμπλουτίσει τους χαρακτήρες του.
Συνέχισε να είναι ενεργός μέχρι τα 90 του χρόνια, συχνά υποδυόμενος γκριζομάλλους, πεισματάρηδες άνδρες, και καταφέρνοντας να αναδείξει ακόμα και υλικό που ήταν μέτριο. Αν και η ταινία «The Judge» (2014), μία από τις τελευταίες μεγάλες ταινίες του, έλαβε αμφίσημες κριτικές, ο Ντιβάλ έλαβε επαίνους για τον πρωταγωνιστικό ρόλο, και έγινε ο γηραιότερος ηθοποιός που προτάθηκε για Όσκαρ καλύτερου ηθοποιού σε δευτερεύοντα ρόλο.
Έχοντας διανύσει μια πλούσια κινηματογραφική πορεία και αναδείξει κάθε χαρακτήρα που έχει υποδυθεί, ο Ρόμπερτ Ντιβάλ αποδεικνύει ότι δεν χρειάζεται κάποιος να είναι πρωταγωνιστής για να μην «σβήσει» το όνομά του με το πέρας του χρόνου. Άλλωστε, οι υποστηρικτικοί ρόλοι είναι εξίσου σημαντικοί σε μία ταινία. Αρκεί να επιδοθεί με όλο του το είναι σε οποιονδήποτε ρόλο, δίνοντάς του χρώμα. Κάπως έτσι, κατάφερε να ενταχθεί στους «μεγάλους», στους αστέρες του Χόλιγουντ.
Κεντρική φωτ.: Ο ηθοποιός Ρόμπερτ Ντιβάλ κρατά τη Χρυσή Σφαίρα που κέρδισε στο Μπέβερλι Χιλς της Καλιφόρνιας στις 29 Ιανουαρίου 1984 για τον καλύτερο ηθοποιό σε δραματική ταινία, «Tender Mercies». (AP Photo/Lennox Mclendon)
