Γενικά, για τα όνειρα λέμε πως είναι υπολείμματα της μέρας και για τις επιθυμίες πως ζητούν την ικανοποίησή τους. Αν όμως ήταν έτσι απλά τα πράγματα, γιατί επιμένουν να επιστρέφουν; Και γιατί, αντί να μας ανακουφίζουν, συχνά μας αφήνουν με μια αίσθηση αμηχανίας; Βάζω κι εγώ κάτι στο τάσι: μήπως το όνειρο δεν είναι καταφύγιο, αλλά δοκιμασία; Και μήπως η επιθυμία δεν είναι κίνηση προς κάτι, αλλά στάση απέναντι σε κάτι που δεν ολοκληρώνεται;
Τα έργα του Νίκου Σίσκου στήνονται σαν σκηνές. Πρόσωπα, ζώα και αντικείμενα συνυπάρχουν χωρίς να εξηγούν ο ένας τον άλλον. Το βλέμμα δεν οδηγείται σε λύση, μα περιπλανιέται. Όπως συμβαίνει στα όνειρα, όπου τα πράγματα δεν συμβολίζουν με τη σειρά, αλλά επιμένουν με τη μορφή τους. Δεν πρόκειται, βεβαίως, να επιχειρήσω ερμηνεία των εικόνων του με τη ματιά του ψυχαναλυτή. Θα μου αρκούσε να κρατήσω λίγες ψηφίδες από αυτό που επανέρχεται: την επιθυμία - επιδόρπιο το ονομάζει ο καλλιτέχνης – ως κάτι που δεν εξαντλείται και το όνειρο ως κάτι που δεν ησυχάζει.
Στη ζωγραφική του Σίσκου, το πραγματικό δεν ορίζεται, το όμορφο δεν αναπαύει, το παιδικό δεν εγγυάται αθωότητα. Όλα μοιάζουν στη θέση τους, κι όμως τίποτε δεν είναι εκεί για να υπηρετήσει αυτό που ξέρουμε κι αυτό που πράγματι βλέπουμε.
Νίκος Σίσκος, «Burning desire/ Διακαής επιθυμία», 2024, ακρυλικά σε καμβά, 70x70 cm
Η ζωγραφική αυτή γνωρίζει καλά πως το μάτι αναζητά την απόλαυση. Και ακριβώς εκεί το δοκιμάζει. Η επιφάνεια είναι φροντισμένη, τα χρώματα πλακάτα, pop κι απατηλά φωτεινά, πολλές από τις μορφές αναγνωρίσιμες. Κι όμως, μέσα σε αυτή την τάξη παρεισφρέει κάτι που δεν τακτοποιείται: ένα ζώο που κοιτά σαν άνθρωπος, ένα σώμα που λειτουργεί ως σκηνικό, ένα αντικείμενο που αποκτά βαρύτητα υποκειμένου. Θυμίζω τις αυξομειώσεις του ύψους της Αλίκης, μετά τα γνωστά «πιες με» και «φάε με».
Κι αυτό ο Σίσκος το συνέδεσε με τις εικαστικές του περιπλανήσεις: το ερώτημα εδώ είναι αν το ον ετεροπροσδιορίζεται από το περιβάλλον στο οποίο βρίσκεται, οπότε το ον αναιρείται, καθοριζόμενο από τις αντιλήψεις των άλλων και από τη συμπεριφορά του στο χώρο.
Ο ζωγράφος βάζει τον θεατή αντιμέτωπο με την ασυμφωνία ανάμεσα σε αυτό που λέγεται και σε αυτό που πράγματι ακούμε. Η μεταφορά είναι η βασίλισσα του χάσματος. Θυμίζω μια από τις πάμπολλες σχετικές σκηνές: η Αλίκη χτυπάει πολλές φορές την πόρτα και δεν απαντά κανείς. Παρεμβαίνει ο βάτραχος, κι εκείνη ρωτάει «Που είναι ο υπηρέτης που πρέπει ν’ απαντήσει στην πόρτα;» Ο βάτραχος την ρωτάει: «Ν΄ απαντήσει στην πόρτα; Γιατί, τι ρώτησε η πόρτα;» Η γλώσσα και τα χάσματά της είναι το πιο συχνό ερώτημα του Κάρολ, και συχνά βλέπω να αλιεύει ερωτήματά του ο Σίσκος. Σχολιάζει, ταυτόχρονα, πολλά σημεία της γλώσσας, και κυρίως της διάκρισης σημαίνοντος και σημαινομένου.
Να διαβάζουμε λοιπόν τα έργα του Σίσκου όχι σαν παραμύθια αλλά σαν φιλοσοφικά ερωτήματα; Η απάντηση είναι νομίζω απλή: να τα βλέπουμε. Κι ό,τι αέρα μας φέρουν. Ίσως έτσι σταθούμε κι εμείς μπροστά σε καθρέφτη τολμώντας ένα βήμα μπροστά.
Νίκος Σίσκος, «Milk and hone/ Μέλι - γάλα», 2025, ακρυλικά σε καμβά, 60x60 cm
Ο Νίκος Σίσκος γεννήθηκε το 1974 στον Βόλο και μοιράζεται με τον Τζόρτζιο Ντε Κίρικο μια κοινή «καταγωγή». Όπως εκείνος μετέτρεψε τις πλατείες σε θέατρο μεταφυσικής αγωνίας, έτσι και ο Σίσκος κουβαλά τη γενέτειρά του ως εσωτερικό εφαλτήριο εικόνων, όπου το οικείο λούζεται στο αίνιγμα και η πραγματικότητα λειτουργεί ως προθάλαμος μιας άλλης, υπαινικτικής ζωγραφικής. Στην Αθήνα σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών ως υπότροφος το διάστημα 2002-2004 και αποφοίτησε αριστούχος το 2006, έχοντας μαθητεύσει δίπλα στους Δημήτρη Σακελλίωνα και Γιώργο Καζάζη. Το 2007 βραβεύθηκε από την Ακαδημία Αθηνών, μια διάκριση που σφράγισε πρώιμα μια ήδη διαμορφωμένη, θαρραλέα εικαστική πορεία.
Ο καλλιτέχνης δουλεύει με ακρυλικά κι αρέσκεται στην ένταση των χρωματικών αντιθέσεων και στην επιμονή της λεπτομέρειας, συνθέτοντας επιφάνειες που ισορροπούν μεταξύ pop-αισθητικής και σουρεαλισμού, χωρίς το χρώμα να στραγγαλίζει την αφήγηση. Κεντρικός άξονας της δουλειάς του είναι ο μετασχηματισμός της μορφής: φιγούρες που δανείζονται την καταγωγή τους από την Ιστορία της Τέχνης, την pop κουλτούρα και τη διαφήμιση μόνο για να αποβάλουν την αρχική τους υπόσταση και να επανεμφανιστούν μεταλλαγμένες ή υβριδικές, άλλοτε ζωόμορφες, άλλοτε οικείες, μέσα σε πλαίσιο μη-κανονικότητας.
Ο Σίσκος ντύνει τα πρόσωπα του με τα ανοίκεια υλικά μιας post-digital βουλιμίας, όχι για να μιμηθούν την εποχή, αλλά για να της γείρουν έναν καθρέφτη ειρωνείας. «Ένα έργο τέχνης είναι άγνωστος τόπος, διαθέσιμος για ανακάλυψη και εξερεύνηση», λέει ο ίδιος. Κι αυτό που ζητά από τη θέαση των έργων του είναι να εισέλθει ο θεατής με την ψυχολογία και τις παραστάσεις του, όχι καθοδηγούμενος, αλλά από την επιθυμία να κοιτάξει πιο βαθιά.
Το Σάββατο 14/2 ο ζωγράφος ξεναγεί το κοινό στην έκθεση «Dessert». Με παρατηρήσεις και σχόλια πλουτίζει τη συζήτηση ο ζωγράφος Βασίλης Πέρρος. Η ξενάγηση πραγματοποιείται στις 12.00, στην γκαλερί Σιαντή (Νηρηίδων 18, Αθήνα).
Κεντρική φωτ.: Νίκος Σίσκος, «The vulnerable apple - Το ανοχύρωτο μήλο» (2024, ακρυλικά σε καμβά, 70 x 20 cm)
