Η επιστολογραφία είναι από τα πιο ξεχωριστά είδη λογοτεχνίας. Συνιστά το λεπτό σημείο όπου ο λόγος που απευθύνεται σε συγκεκριμένο πρόσωπο, υπερβαίνει τον αποδέκτη του και γίνεται μια ευθεία στο διάστημα, ικανή να μας σηκώσει όλους λίγο πιο ψηλά. Τα τελευταία χρόνια ο Νικ Κέιβ, ο αειθαλής Αυστραλός τραγουδοποιός, απευθυνόμενος στους θαυμαστές του, μοιράζεται μέσα από τον ιστότοπο «Red Hand Files» επιστολές γραμμένες με κόκκινο χρώμα, διαμαντάκια ενός αστραφτερού νου που θα άξιζε να συγκεντρωθούν κάποτε σε έναν τόμο.
Σε αυτά, δεν έχει το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν και τη διεθνή του καριέρα, ούτε γίνεται απολογητής ενός «στυλ». Εξηγεί ο ίδιος: «Με τον καιρό κατάλαβα πως αυτό που ξεκίνησε ως διάλογος με τους άλλους έγινε τρόπος να κατανοήσω βαθιά το έδαφος που μας ενώνει. Μια εμπειρία που δεν άλλαξε απλώς τον τρόπο που γράφω, αλλά τον τρόπο να υπάρχεις στον κόσμο».
Ερωτάται λοιπόν ο Κέιβ: «Στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής Βιμ Βέντερς προκάλεσε αντιδράσεις, δηλώνοντας ότι η τέχνη και οι καλλιτέχνες είναι ''το αντίβαρο στην πολιτική, είμαστε το αντίθετο της πολιτικής''. Είπε επίσης ότι οι καλλιτέχνες ''πρέπει να κοιτούν τη δουλειά των ανθρώπων, όχι τη δουλειά των πολιτικών''. Ποια άποψη έχετε επ’ αυτού;».
Ο Νικ Κέιβ κατά τη διάρκεια συναυλίας του στο Orpheum Theatre, στο Λος Άντζελες, τον Οκτώβριο 2023 (ΑP Photo/Chris Pizzello)
Προτού παραθέσω την απαντητική επιστολή του Κέιβ, θυμίζω τις ταινίες του Γερμανού κινηματογραφιστή, όχι από το μακρινό παρελθόν, αλλά τα τελευταία μόλις χρόνια: ένα αφιέρωμα στον Άνσελμ Κίφερ, τον συμπατριώτη του εικαστικό που στο παρελθόν σήκωσε το «βάρος» της γερμανικής ταυτότητας και με τόλμη αναμετρήθηκε με τα ερείπιά της, δείχνοντας την Ευρώπη ως το κοινό μας μέλλον. Και βέβαια τις «Υπέροχες μέρες» ενός Ιάπωνα καθαριστή, μια μορφή ζεν στον σύγχρονο δυτικό κόσμο ως δυνατότητα ύπαρξης. Ο ήρωας δεν διεκδικεί τίποτε, δεν εξηγεί τίποτε, και όμως, μέσα από την καθημερινότητά του, αποκαλύπτει έναν τρόπο να ζεις.
Αν αυτές οι ταινίες δεν είναι πολιτικές, όχι επειδή μιλούν για την αγία, αλάνθαστη ιδεολογία, αλλά επειδή μιλούν για τις προϋποθέσεις της ανθρώπινης ελευθερίας, αναρωτιέμαι τι κατάλαβαν από τις ταινίες του όσοι διαμαρτύρονται με μαντήλες, κονκάρδες και τα συναφή πυροτεχνήματα στο κόκκινο χαλί.
Σε όλους αυτούς τους «μαχητές» απαντά ως εξής ο Νικ Κέιβ:
Αγαπητέ Ράινερ
Γνωρίζω τον Βιμ πάνω από σαράντα χρόνια, και η απάντησή του στην ερώτηση που του τέθηκε στην Μπερλινάλε με συγκίνησε, όχι ως επιβεβαίωση αυτού που πάντοτε διέκρινα σε εκείνον: ενός ανθρώπου που θεμελιώνει τη στάση του σε αρχές. Τον αναγνώρισα ξανά ως μια προσωπικότητα βαθιά σκεπτόμενη και θαρραλέα, που δεν αντιμετωπίζει τον κινηματογράφο ως επάγγελμα, αλλά ως ευθύνη, και που εξακολουθεί να ενδιαφέρεται ουσιαστικά για την κατάσταση του δημιουργικού κόσμου. Τα λόγια του δεν είχαν τον χαρακτήρα αντιπαράθεσης, αλλά προστασίας. Ήταν μια χειρονομία φροντίδας, ήπια στην επιφάνειά της, αλλά σαφής στην πρόθεσή της – μια χειρονομία που δεν απευθυνόταν μόνο στους καλλιτέχνες, αλλά στην ίδια την ανθρώπινη κοινότητα, συνολικά. Και, πέρα από την προβλέψιμη αντίδραση που προκάλεσαν, νομίζω ότι πολλοί καλλιτέχνες, ίσως οι περισσότεροι, θα αναγνωρίσουν σε αυτά τα λόγια κάτι που τους αφορά άμεσα.
Ίσως, βεβαίως, να σφάλλω – δεν μπορώ να μιλήσω εκ μέρους του Βιμ. Είναι όμως πιθανό να βιώνει και εκείνος, όπως κι εγώ, μια θλίψη για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η τέχνη στη σημερινή συγκυρία. Ίσως, από τη θέση του προέδρου της Μπερλινάλε, να βλέπει με ανησυχία όσα εκτυλίσσονται σε άλλες κινηματογραφικές και λογοτεχνικές διοργανώσεις.
Η θύελλα στην Εβδομάδα Συγγραφέων της Αδελαΐδας εκτυλισσόταν όσο βρισκόμουν σε περιοδεία στην Αυστραλία. Μέσα σε ένα ασύλληπτης κλίμακας θέαμα ανοησίας, ολόκληρη η διοργάνωση εξαϋλώθηκε, σαν να την κατάπιε ένα μανιτάρι πυρηνικό που τροφοδοτήθηκε από δειλία, επιδεικτική αγανάκτηση, αυτάρεσκη ηθικολογία, ακυρώσεις και αντεγκλήσεις, πορείες αγέλης και μια γενικευμένη, ναρκισσιστική επιπολαιότητα. Η «πολιτική τέχνη», οδηγημένη στο άκρο της, κατάντησε «μη τέχνη». Καμία απολύτως τέχνη, καθώς το μακροβιότερο λογοτεχνικό φεστιβάλ της Αυστραλίας κατέρρευσε υπό το βάρος μιας μαζικής αποχώρησης.
Ίσως ο Βιμ προσπαθεί να προφυλάξει την Μπερλινάλε από το να υποκύψει στην ίδια μοίρα με εκείνα τα φεστιβάλ που έχουν καταντήσει κατιτίς περισσότερο από συρρίκνωση της καλλιτεχνικής φαντασίας – όπου η ίδια η έννοια του φεστιβάλ τεχνών ως χώρου ελεύθερης διακίνησης και ποικιλίας ιδεών, ως τόπου ζωντάνιας και πρωτοτυπίας, που ενθαρρύνει τη διαφωνία και τον καλόπιστο διάλογο, παρασύρεται και χάνεται μέσα στη δίνη μιας ενιαίας, μονολιθικής ιδεολογίας: μία φωνή, ένας σκοπός, μία και μόνη διαφωνία.
Ο πρόεδρος της διεθνούς κριτικής επιτροπής του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Μπερλινάλε, Βιμ Βέντερς, ποζάρει για τους φωτογράφους στην τελετή λήξης του φεστιβάλ, στο Βερολίνο, το Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026. (AP Photo/Ebrahim Noroozi).
Δεν διανοούμαι ούτε στιγμή ότι ο Wim πρεσβεύει πως η τέχνη οφείλει να εθελοτυφλεί απέναντι στις μείζονες και διαρκείς αδικίες του κόσμου. Φαίνεται να πιστεύει, όπως και εγώ, ότι η επιστράτευση της τέχνης για την αφύπνιση της συνείδησης μπορεί να είναι εξαιρετικά δραστική· ίσως όμως πιστεύει επίσης ότι η τέχνη υπερβαίνει το άθροισμα της χρησιμότητάς της: δεν είναι απλώς ένα εργαλείο ή ένα όπλο. Ίσως θεωρεί, όπως και εγώ, ότι στον πυρήνα της η σπουδαία τέχνη υφίσταται προς χάριν του εαυτού της – και ότι στην πλέον μεταμορφωτική της εκδοχή φανερώνεται υπαινικτικά, αμφίσημα και με περιέργεια· ότι είναι κάτι που προσεγγίζουμε με δέος και θαυμασμό, κάτι που μας ταπεινώνει ενώ ταυτόχρονα διευρύνει τον ψυχικό μας ορίζοντα, που εμφιλοχωρεί στο πνεύμα μας, καθοδηγώντας μας προς το αγαθό, το κάλλος και την αλήθεια. Η τέχνη μας χειραγωγεί γλυκά και μας μεταγγίζει την επίγνωση του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος, διευρύνοντας την αντίληψη για τον κόσμο και τη θέση μας εντός αυτού – ότι έχουμε το δικαίωμα να ερωτευόμαστε, να γελάμε, να θρηνούμε και να συγκλονιζόμαστε από την ύπαρξη. Αυτό είναι το μεγαλείο της τέχνης – να μας υπενθυμίζει ότι η ζωή είναι κάτι που αξίζει να το ζεις.
Πιστεύω ότι τα λόγια του Βιμ με άγγιξαν επειδή ίσως προαναγγέλλουν μια νέα αποτίμηση του πολιτισμικού πεδίου, όπου η τέχνη θα ανακτήσει τη δυναμική της φύση. Ίσως τα λόγια του ενθαρρύνουν τους δημιουργούς να νιώσουν την αυτοπεποίθηση να εκφράσουν το πώς βλέπουν πραγματικά τον εαυτό τους, σε όλη τη ριζοσπαστική τους πολυπλοκότητα και ετερότητα, λέγοντας: «Αυτό είμαι. Έτσι αισθάνομαι».
Αλλά ίσως ο Βιμ να μην εννοούσε τίποτα από όλα αυτά. Όμως, ανεξαρτήτως προθέσεων, διέκρινα στην απάντησή του την αγωνία, την ευγένεια και τη έγνοια· και αυτή η υπέροχη ειλικρίνειά της και μόνο, με πλημμύρισε με ένα αίσθημα ανακούφισης, ελευθερίας και αιφνίδιας προοπτικής. Υποθέτω ότι, πέρα από τον θόρυβο των αντιδράσεων, πολλοί θα ένιωσαν το ίδιο».
Ως την ώρα που γράφονται αυτά, ο Βέντερς δεν έχει απαντήσει στους επικριτές του. Νομίζω πως την καλύτερη απάντηση έδωσαν τα φετινά βραβεία της Μπερλινάλε. Για τον ίδιο τον Κέιβ που ψέγουν ως αντιπρόσωπο μιας ελίτ, έχουν δίκιο. Δεν ανήκει στον συρμό των καλλιτεχνών που έχουν παρουσία μόνο στη μουσική σκηνή. Λάμπει και στο στερέωμα της κοινωνικής και πολιτικής σκέψης. Διαβάστε τις επιστολές του εδώ.
Κεντρική φωτ.: Στιγμιότυπο από το ντοκιμαντέρ «Άνσελμ» του Βομ Βέντερς. Πηγή φωτ.: Facebook/ B&E Goulandris Foundation
