Ακρίβεια και αβεβαιότητα «παραλύουν» τους Ευρωπαίους

Ακρίβεια και αβεβαιότητα «παραλύουν» τους Ευρωπαίους

«Παγωμένοι» από φόβο, ανησυχία και αβεβαιότητα για το αύριο είναι οι Ευρωπαίοι απέναντι στην οικονομική στασιμότητα, την ακρίβεια αλλά και τις πολλαπλές εστίες αβεβαιότητας που υπάρχουν παγκοσμίως. Ο Ιταλός οικονομολόγος και αναλυτής Λορέντσο Κοντόνιο παρομοιάζει εύστοχα την κατάσταση στην οποία βρίσκονται σήμερα ευρωπαϊκά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις με ένα ελάφι που παραλύει όταν τυφλώνεται από τους προβολείς ενός αυτοκινήτου τη νύχτα.

Τα χθεσινά στοιχεία της Κομισιόν επιβεβαίωσαν ότι το καταναλωτικό και επιχειρηματικό κλίμα επιδεινώθηκε πέρα από τις εκτιμήσεις τον μήνα Φεβρουάριο, με φόντο τις εξελίξεις στο πεδίο των δασμών και την επιδείνωση των οικονομικών και πολιτικών σχέσεων Ευρώπης-ΗΠΑ. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος υποχώρησε αναπάντεχα στο 98,3 από το 99,3 τον Ιανουάριο, διαψεύδοντας τις προσδοκίες για αύξηση στο 99,8.

Μάλιστα, η συλλογή των στοιχείων πραγματοποιήθηκε μεταξύ 1-19 Φεβρουαρίου, που σημαίνει ότι οι δείκτες κλίματος δεν καταγράφουν την επίδραση της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να «ακυρώσει» τους δασμούς, η οποία εκδόθηκε στις 20 του μήνα. Επομένως, οι δείκτες αναμένεται να επιδεινωθούν περαιτέρω τον Μάρτιο καθώς η ανατροπή στους δασμούς θολώνει ακόμα περισσότερο το τοπίο. 

Οι οικονομικές συνθήκες στην Ευρωζώνη δείχνουν να βελτιώνονται σταδιακά αλλά δεν είναι καλές, με αποτέλεσμα οι Ευρωπαίοι ηγέτες να πρέπει να λάβουν πολύ κρίσιμες αποφάσεις αν θέλουν να αναβαθμίσουν το επίπεδο διαβίωσης των πολιτών. Έρευνες δείχνουν ότι οι Ευρωπαίοι καταναλωτές ξοδεύουν λιγότερο από 0,85 ευρώ για κάθε 1 ευρώ εισοδήματος, που συνεπάγεται ότι επικρατεί μεγάλη τάση αποταμίευσης ή περιορισμού δαπανών, λόγω της ακρίβειας και της ευρύτερης αβεβαιότητας.

Αν αυτό το νούμερο δεν σας προκαλεί ανησυχία, τότε ακούστε και αυτό: με εξαίρεση την περίοδο της πανδημίας, το ποσοστό αποταμίευσης στην Ευρωζώνη σήμερα είναι το υψηλότερο των τελευταίων τριών δεκαετιών, σύμφωνα με την ING. Που σημαίνει ότι οι Ευρωπαίοι φοβούνται και θέλουν να… προσέχουν για να έχουν.

Αυτό αποδεικνύεται και από ένα άλλο στοιχείο. Μέσα στο 2025 η κατανάλωση των νοικοκυριών ενισχύθηκε κατά το πενιχρό 1,2%, ήτοι σχεδόν με τον μισό ρυθμό που αυξήθηκαν οι μισθοί. Επομένως, η κατανάλωση δεν ακολουθεί την αύξηση του εισοδήματος καθώς η ακρίβεια ροκανίζει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα και τα νοικοκυριά προσπαθούν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα. 

Είναι ακόμα πιο ανησυχητικό το γεγονός ότι η κατανάλωση βρίσκεται σε πλήρες τέλμα στις δύο από τις τρεις μεγαλύτερες οικονομίες, την Ιταλία και τη Γερμανία, και μάλιστα όχι μόνο φέτος αλλά από την αρχή της πανδημίας που σημαίνει ότι έχει συμπληρωθεί μία εξαετία. 

Γιατί, όμως, οι τιμές αυξάνονται συνεχώς και σε ό,τι αφορά το κόστος διαβίωσης ισχύει το ρητό «κάθε χρόνο και καλύτερα»; Αρχικά να διευκρινίσουμε κάτι που μπορεί για πολλούς να μοιάζει αυτονόητο αλλά όχι για όλους. Οι τιμές των προϊόντων και υπηρεσιών που συνθέτουν το καλάθι από το οποίο προκύψει ο δείκτης τιμών καταναλωτή, αυξάνονται συνεχώς όσο ο πληθωρισμός παραμένει θετικός. Ακόμα δηλαδή και όταν ακούμε ότι ο πληθωρισμός πέφτει, πχ από το 3% στο 2%, αυτό σημαίνει ότι οι τιμές αυξάνονται με χαμηλότερο ρυθμό από πριν και όχι ότι μειώνονται. Μπορεί να μειώνονται για κάποια προϊόντα αλλά όχι ο γενικός δείκτης. 

Τα επίσημα στοιχεία, λοιπόν, δείχνουν ότι κατά μέσο όρο οι τιμές προϊόντων και υπηρεσιών στην Ευρωζώνη αυξήθηκαν κατά περίπου 23% από το 2021 έως και το τέλος του 2025. Στο επίκεντρο βρίσκονται φυσικά οι τιμές των τροφίμων. Παρά το γεγονός ότι ο πληθωρισμός τροφίμων αποτελεί ένα μικρό κομμάτι του εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή που παρακολουθεί η ΕΚΤ, ο αντίκτυπος που έχει στην ευημερία των πολιτών, τον καθιστά καταλύτη για την ευρύτερη εικόνα της οικονομίας. 

Τα νοικοκυριά δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στις διακυμάνσεις των τιμών διότι πολύ απλά αγοράζουν τρόφιμα σχεδόν σε καθημερινή βάση, η εν λόγω δαπάνη αποτελεί σημαντικό μέρος του οικογενειακού προϋπολογισμού, ενώ για συγκεκριμένα προϊόντα δεν υπάρχει εναλλακτική. Τον Μάρτιο του 2023 ο πληθωρισμός τροφίμων κορυφώθηκε στο 15,5% με τις τιμές των τροφίμων να έχουν αυξηθεί  σε ποσοστό άνω του 30% από την πανδημία μέχρι σήμερα. 

Σύμφωνα με την Eurostat, ο πληθωρισμός τροφίμων στην Ελλάδα ήταν από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη για το 2025, καθώς διαμορφώθηκε στο 2%, όταν ο μέσος όρος της Ευρωζώνης ήταν στο 2,1% και της Ε.Ε. στο 2,8%, με τις υψηλότερες τιμές (άνω του 5%) να καταγράφοντας σε Ρουμανία, Βουλγαρία, Εσθονία, Ισλανδία, Νορβηγία και Λετονία. Η Ελβετία ήταν η μοναδική χώρα της Ευρώπης που είδε τις τιμές των τροφίμων να υποχωρούν κατά 1,1%.

Το μοσχαρίσιο κρέας, τα αυγά και το βούτυρο, σημείωσαν αύξηση άνω του 8% με το φρέσκο γάλα να ακολουθεί με άνοδο 5,7% και τα φρέσκα φρούτα με 5,4%. Γίνεται αντιληπτό ότι οι ανατιμήσεις των τελευταίων ετών σε ορισμένες κατηγορίες βασικών τροφίμων έχουν ξεφύγει από κάθε έλεγχο με αποτέλεσμα το διαθέσιμο εισόδημα να περιορίζεται δραματικά. 

Όπως επισημαίνει ο κ. Κοντόνιο, οι δείκτες PMI αντανακλούν ηπιότερη οικονομική δραστηριότητα στους πρώτους μήνες του 2026 σε σύγκριση με το τελευταίο τρίμηνο του 2025 και η επιδείνωση του κλίματος θα παίξει ρόλο στη γενικότερη εικόνα της οικονομίας. Αν, μάλιστα, επιβεβαιωθεί το δυσμενές σενάριο που θέλει νέες αβεβαιότητες και γεωπολιτικές εντάσεις να κυριαρχούν, η Ευρώπη έχει πολύ δύσκολο δρόμο μπροστά της και η επενδυτική έκρηξη κατά 800 δισ. ευρώ ετησίως που ζητάει η έκθεση Ντράγκι γίνεται ακόμα πιο επιτακτική ανάγκη.