Προ ημερών, μπήκα σ’ ένα βουλκανιζατέρ γιατί ένα από τα λάστιχα του αμαξιού έχανε αέρα. Ο ιδιοκτήτης μ’ έβαλε να καθίσω σ’ ένα αμφίβολης καθαριότητας σαλονάκι, ξεβίδωσε τα μπουλόνια του τροχού, πήρε την ρόδα και χάθηκε μέσα στο πλαστικό παραβάν μιας πόρτας που υπήρχε στο πίσω μέρος του μαγαζιού. Επειδή όμως εμένα μ’ αρέσει να παρακολουθώ όλη την διαδικασία με τα έμβολα να ανεβοκατεβαίνουν, μετά από δυο-τρία λεπτά, σηκώθηκα και τον ακολούθησα. Αυτό που έγινε, δεν θα το ξεχάσω ποτέ.
Στο δωμάτιο που ήταν γεμάτο από μηχανήματα και από ντάνες με παλιά ελαστικά, υπήρχε το αφεντικό που καταγινόταν με την ρόδα μου κι ακόμα δύο νεαροί που έκαναν κάποια άλλη αντίστοιχη δουλειά. Ήταν δυο Αφρικανοί, με φόρμες εργασίας, μουτζουρωμένοι και με κατάμαυρα χέρια. Με το που εμφανίστηκα στην πόρτα, με κοίταξαν εμβρόντητοι, κι ύστερα, λες και είχαν αντικρίσει τον διάολο, πέταξαν ό,τι κρατούσαν στα χέρια τους, εργαλεία, ελαστικά, κόλες και όρμησαν σαν δαιμονισμένοι προς ένα παράθυρο που έβγαζε μάλλον σε κάποιον ακάλυπτο.
Ο ένας πρόλαβε να πεταχτεί έξω σαν ακροβάτης, ο άλλος ήταν επίσης έτοιμος να σαλτάρει, όταν τον σταμάτησε η φωνή του αφεντικού. «Όχι ρεεε… stop, stop είπα… πελάτης είναι, ελάτε μέσα». Κι ενώ τα δυο παλικαράκια –δεν ήταν πάνω από 20 χρονών- ξεφύσησαν ανακουφισμένα και ο έξω ξαναγύρισε από τον ίδιο δρόμο, το αφεντικό στράφηκε σε μένα, και μισοαπολογιτικά για αυτό που είδα, αλλά και μισοενοχλημένα που βρέθηκα απροσκάλεστος στη γιάφκα του, μου είπε. «Νόμιζαν ότι είναι έλεγχος».
«Όχι δεν είμαι έλεγχος» απάντησα και ξαναγύρισα στο αμφίβολης καθαριότητας σαλονάκι, στο μπροστινό μέρος του βουλκανιζατέρ. Προφανώς, τα δυο παιδιά εργάζονταν ανασφάλιστα, γι αυτό και ήταν κρυμμένα στο αθέατο πίσω μέρος του μαγαζιού. Το σχέδιο έκτακτης ανάγκης που είχε συμφωνηθεί -σε περίπτωση ελέγχου της επιθεώρησης εργασίας- ήταν να την κοπανήσουν από το παράθυρο. Και μόλις είδαν έναν άγνωστο να μπαίνει αιφνιδιαστικά στο δωμάτιο, φοβήθηκαν και όρμησαν έξω.
Το «κλου» της ιστορίας όμως, ήταν η συνέχεια. Το αφεντικό με ακολούθησε έξω και μου εξέθεσε το σύνολο των επιχειρημάτων του. «Καμπουράκη» (με είχε αναγνωρίσει), «είδες που μας καταντήσανε;» (Κι αυτόν, όχι μόνο τους δύο λαθραίους που έτρεξαν πανικόβλητοι). «Να πηδάμε απ’ τα παράθυρα για να επιβιώσουμε, αλλιώς θα το κλείσουμε το μαγαζί.» (Αντικυβερνητικός). «Εμ βέβαια, τρώνε-τρώνε οι πολιτικοί, που να περισσέψει χρήμα για μας που δουλεύουμε;» (Αντισυστημικός). «Δεν πιστεύω να με καταγγείλεις» (το γύρισε στην κλάψα), «γιατί εσείς οι δημοσιογράφοι και οι γραβατάκηδες τα κάνετε κάτι τέτοια.» (Εναντίον των ελίτ). «Να ξέρεις πως αν με καταγγείλεις, αυτοί οι δυο θα μείνουνε στους πέντε δρόμους.» (Να και ο ηθικός εκβιασμός). «Και τέλος πάντων, εσείς οι κρητικοί» (ήξερε κι από πού είμαι) «δεν είσαστε ρουφιάνοι, είσαστε άντρες, έτσι;» (Να και η κολακεία).
Δεν θα σας γράψω τι του είπα. Πάντως, μου ξεκαθάρισε ότι δεχόταν κάθε άλλη λύση (ποια δηλαδή;), πλην της ασφάλισης των δυο εργαζόμενων, διότι «θα το ’κλεινε το μαγαζί, εξάλλου αυτοί θέλουν να φύγουν για την Γερμανία». Τέλος, όταν μου ξαναφόρεσε την ρόδα στο αμάξι και πήγα να τον πληρώσω, μου είπε με μια πλατιά χειρονομία, «κερασμένο ρε Καμπουράκη». (Να και η δωροδοκία των 15 ευρώ). Δεν δέχτηκα προφανώς.
Αθάνατη Ελλάδα με τους καταφερτζήδες απατεωνίσκου της… με τον πάντα ευκολόπιστο και πάντα προδομένο (πάμφτωχο) λαό της.
