Ένας βοηθός σερβιτόρου, από την 1η Απριλίου, θα παίρνει 940 ευρώ μισθό από τα 784,30 που παίρνει σήμερα. Μια εργαζόμενη στη λάντζα, από 855 ευρώ θα ανέβει επίσης στα 940. Η νεαρή κυρία ή ο νεαρός κύριος που καθημερινά χτυπάει στην ταμιακή μηχανή τον καφέ σας, θα παίρνει μηνιαίο μισθό 940 ευρώ από 784,30 €.
Κανείς από τους σχεδόν 400 χιλιάδες εργαζόμενους που αφορά η συλλογική σύμβαση στον επισιτισμό, δεν γίνεται πλούσιος ούτε θα καλύψει όλες τις ανάγκες του με τα ευρώ που προστίθενται στο πορτοφόλι του. Όλων όμως η ανάγκη για τη βελτίωση των οικονομικών τους, είναι ορατή από την κυβέρνηση, η οποία ήδη από το 2019 υποσχέθηκε δημιουργία θέσεων εργασίας, στήριξη των εισοδημάτων, καλυτέρευση των μισθών.
Η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων, η αύξηση του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα, οι αυξήσεις στους δημοσίους υπαλλήλους έπειτα από χρόνια – με ταυτόχρονη μείωση φόρων – αποτελούν μια εν τοις πράγμασι κατάρριψη του αριστερού «μπαμπούλα» για τη νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση και τον «οδοστρωτήρα» Μητσοτάκη που θα πέρναγαν πάνω από τα κορμιά των εργαζομένων της χώρας, κάνοντας τα χατίρια των εργοδοτών. Θα εγκαθίδρυαν όπως έλεγαν έναν εργασιακό μεσαίωνα γιατί είναι ιδεοληπτικοί, δεξιοί και πάντα με τα αφεντικά.
Η κατάρριψη των μύθων είναι εξίσου θεαματική με τους μύθους. Για αυτό και η αντιπολίτευση κάνει ότι δεν βλέπει τα αποτελέσματα της συμφωνίας για τις συλλογικές συμβάσεις, τις ετήσιες σταθερές αυξήσεις στον κατώτατο μισθό, ή τα οφέλη από την εφαρμογή της κάρτας εργασίας σε όλο και περισσότερους κλάδους εργαζομένων. Κοντά στο μισό εκατομμύριο εργαζόμενοι μέσα σε λίγες μέρες θα δουν αυξήσεις στις αποδοχές τους.
Εξίσου σημαντικό είναι το γεγονός ότι οι όροι της κλαδικής σύμβασης που αφορά τους εργαζόμενους σε έναν από τους μεγαλύτερους κλάδους θα ισχύουν ακόμη και μετά τη λήξη της, αν στο μεταξύ δεν υπογραφεί καινούργια.
Με την υπογραφή της Κεραμέως επανήλθε και η περίφημη μετενέργεια που είχε χαθεί με τα Μνημόνια και για την οποία το συνδικαλιστικό κίνημα έδινε αγώνες. Επέστρεψε κι αυτή επί πρωθυπουργίας Μητσοτάκη. Ο εργασιακός μεσαίωνας που προφήτευε η αντιπολίτευση δεν προέκυψε. Αντί αυτού καταγράφεται μια μικρή «αναγέννηση» στον τομέα της εργασίας η οποία πιστοποιείται από τη μεγάλη μείωση της ανεργίας σε επίπεδα πριν το 2010, την αύξηση του αριθμού των εργαζομένων που αμείβονται με μισθούς πάνω από 1.000 ευρώ, τη βελτίωση του ποσοστού όσων λαμβάνουν αμοιβές άνω των 1.500 ευρώ.
Οι αυξήσεις στον κόσμο της εργασίας στο τέλος της μέρας είναι και έμμεση στήριξη στις επιχειρήσεις καθώς οι εργαζόμενοι είναι και καταναλωτές και αγοραστές υπηρεσιών. Τον κίνδυνο να μην αντιληφθούν το συμφέρον τους οι επιχειρήσεις, το επισήμανε ο Μπάμπης Παπαδημητρίου στο χθεσινό του άρθρο. Σε κάθε περίπτωση η βελτίωση των εισοδημάτων παραμένει η πρώτη καθαρή γραμμή άμυνας στην ακρίβεια και στον πληθωρισμό που φουντώνει ξανά λόγω του πολέμου και την γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή.
Η δεύτερη γραμμή άμυνας, για ένα «βιώσιμο κόστος ζωής» όπως προσεκτικά ανέφερε ο Κ. Μητσοτάκης είναι ενδεχόμενες παρεμβάσεις στους ειδικούς φόρους κατανάλωσης. Υπό την προϋπόθεση μιας κεντρικής ευρωπαϊκής πολιτικής και απόφασης. Διαφορετικά θα πάμε με τα «όπλα» που χρησιμοποιήθηκαν και στις πρόσφατες κρίσεις. Στοχευμένη στήριξη των ευάλωτων και όχι πριμοδότηση της κατανάλωσης των εχόντων και επουδενί άνοιγμα τρύπας στη δημοσιονομική συνέπεια. Η οποία απεδείχθη και το δίχτυ ασφαλείας στις επάλληλες κρίσεις που εκλήθη να διαχειριστεί η κυβέρνηση και όπως δείχνουν τα πράγματα τα κατάφερε.
