Όταν η μνήμη λογοκρίνεται, δεν είναι μνήμη. Είναι απάτη.
Στον Βόλο δεν ακυρώθηκε απλώς ένας ομιλητής. Ακυρώθηκε η ίδια η Ημέρα Μνήμης. Όταν μια Περιφέρεια αποκλείει έναν προσκεκλημένο επειδή οι απόψεις του δεν είναι ιδεολογικά αποδεκτές, δεν προστατεύει καμία ευαισθησία. Επιβάλλει σιωπή. Και η σιωπή, στην Ιστορία, δεν ήταν ποτέ αθώα.
Το Ολοκαύτωμα δεν είναι χώρος «ασφαλών απόψεων». Δεν είναι πεδίο πολιτικής αποστείρωσης. Δεν είναι βήμα για να περνούν μόνο όσοι διαθέτουν πιστοποιητικό ιδεολογικής καθαρότητας. Όποιος το μετατρέπει σε κάτι τέτοιο, δεν τιμά τη μνήμη – τη νοθεύει. Οι αποκλεισμοί δεν ξεκινούν ποτέ με στρατόπεδα. Ξεκινούν με λίστες. Με ακυρώσεις. Με το «αυτός δεν κάνει». Με το «δεν είναι κατάλληλος». Με το «θα προκαλέσει». Αυτό ακριβώς έγινε στον Βόλο.
Και εδώ μπαίνει το κρίσιμο ερώτημα: ποιος έχει την ευθύνη; Το κράτος δεν έχει δικαίωμα να ακυρώνει λόγο επειδή κάποιοι απειλούν με επεισόδια. Έχει την ακριβώς αντίθετη υποχρέωση: να τον προστατεύει. Όταν υπάρχουν απειλές, δεν ακυρώνεις την εκδήλωση. Εφαρμόζεις τον νόμο. Παρεμβαίνει η Αστυνομία. Παρεμβαίνει –αν χρειαστεί– η Εισαγγελική Αρχή. Ναι, εισαγγελέας υπάρχει. Δεν είναι διακοσμητικός. Ο ρόλος του είναι ακριβώς να διασφαλίζει τη δημόσια τάξη και τα συνταγματικά δικαιώματα όταν αυτά απειλούνται. Η ελευθερία της έκφρασης δεν προστατεύεται μόνο όταν είναι ακίνδυνη ή αρεστή. Προστατεύεται όταν ενοχλεί.
Όταν το κράτος ακυρώνει επειδή απειλούν, στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα: ο εκβιασμός αποδίδει. Και αυτό δεν είναι μεμονωμένο περιστατικό. Το καλοκαίρι αποκλείστηκε μια καλλιτέχνιδα. Σήμερα αποκλείεται ένας δημοσιογράφος από εκδήλωση Μνήμης για το Ολοκαύτωμα. Αύριο ποιος; Το μοτίβο είναι πλέον ορατό. Κάθε φορά που μια φωνή «δεν αρέσει», κάποιοι απειλούν. Και κάθε φορά που η Πολιτεία υποχωρεί, η δημοκρατία μικραίνει λίγο ακόμη. Αυτό δεν λέγεται κοινωνική ειρήνη. Λέγεται κανονικοποίηση του φόβου. Και είναι βαθιά προσβλητικό να συμβαίνει σε μια ημέρα αφιερωμένη στη μνήμη του μεγαλύτερου εγκλήματος του 20ού αιώνα. Γιατί πριν από κάθε μεγάλο σκοτάδι, προηγήθηκε πάντα μια φάση όπου το κράτος έλεγε: «ας μην προκαλέσουμε», «ας υποχωρήσουμε για να μην υπάρξουν αντιδράσεις». Έτσι ξεκινά η κατρακύλα. Πάντα έτσι.
Η ειρωνεία είναι συντριπτική. Στην Κατοχή, το ΕΑΜ βοήθησε τον Αρχιραββίνο Μωυσή Πέσσαχ και τους Εβραίους του Βόλου χωρίς να ζητήσει φρονήματα. Δεν ρώτησε τι πιστεύουν. Δεν επέβαλε γραμμή. Έσωσε ανθρώπους γιατί αυτό όριζε η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Σήμερα, όσοι επικαλούνται εκείνη την ιστορική κληρονομιά κάνουν το ακριβώς αντίθετο: ζητούν συμμόρφωση, όχι αλήθεια. Υποταγή, όχι μνήμη. Σιωπή, όχι διάλογο. Δεν είναι συνεχιστές εκείνων των αγωνιστών. Είναι η καρικατούρα τους.
Η ερώτηση, λοιπόν, δεν είναι τι έκανε η Περιφέρεια. Η ερώτηση είναι τι κάνουμε εμείς. Θα δεχθούμε ότι η μνήμη λογοκρίνεται; Θα ανεχθούμε ότι η Ιστορία περνά από ιδεολογικό φίλτρο; Ή θα απαιτήσουμε από το κράτος να κάνει αυτό που ο νόμος και το Σύνταγμα του επιβάλλουν; Γιατί η Ιστορία έχει ήδη αποφασίσει πού καταλήγουν όσοι φοβούνται τη φωνή. Και δεν είναι στο στρατόπεδο των δικαιωμένων.
Σήμερα φίμωσαν τη μνήμη. Αύριο ποιον θα φιμώσουν;
* Ο Ηλίας Πέσσαχ είναι Αναπλ. Καθηγητής Αιματολογίας, Δισέγγονος του Αρχιραββίνου Βόλου & Πάσης Ελλάδος, Μωυσή Πέσσαχ.
