Η Καρυστιανού «ψαρεύει» στα άκρα και η κυβέρνηση σχεδιάζει τακτική σε δύο άξονες
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI

Η Καρυστιανού «ψαρεύει» στα άκρα και η κυβέρνηση σχεδιάζει τακτική σε δύο άξονες

Μέσα σε ένα πολιτικό σκηνικό απόλυτης ρευστότητας, η προαναγγελία της Μαρίας Καρυστιανού για τη δημιουργία ενός κόμματος υπό την ηγεσία ή τουλάχιστον με τη συμμετοχή της ίδιας, προκάλεσε νέες αναταράξεις, επανατοποθετώντας τις πολιτικές δυνάμεις, ενδεχομένως απέναντι και σε πρόσωπα-κλειδιά της τραγωδίας, που καθόρισε εν πολλοίς την πολιτική ατζέντα των προηγούμενων ετών.

Οι αναλυτές, όλο το προηγούμενο διάστημα, σημείωναν τόσο την μεγάλη δημοσκοπική απήχηση της κ. Καρυστιανού, όσο και την ικανότητα ενός εγχειρήματος με την «σφραγίδα» της να διεισδύει οριζόντια στον πολιτικό χάρτη, προφανώς όχι με την ίδια δυναμική σε όλους τους χώρους. 

Πλέον προκύπτει, από τα στοιχεία της GPO, ότι την μεγαλύτερη «δεξαμενή» για ένα τέτοιο κόμμα αποτελούν ψηφοφόροι, που σήμερα επιλέγουν αντισυστημικούς κομματικούς σχηματισμούς. Έτσι, «πολύ» ή «αρκετά» πιθανό να ψηφίσουν ένα κόμμα με επικεφαλής τη Μαρία Καρυστιανού δηλώνει το 63,4% των ψηφοφόρων της Νίκης, το 52,8% των ψηφοφόρων της Πλεύσης Ελευθερίας και το 36,7% των ψηφοφόρων της Ελληνικής Λύσης. Ωστόσο, σε αρκετά υψηλά ποσοστά καταγράφεται η αποδοχή και στον ΣΥΡΙΖΑ, με το 26,8% των ψηφοφόρων του να απαντά ανάλογα -άλλωστε ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το πρώτο κόμμα, που έχει υποστεί «πλήγμα» μετά τις τελευταίες δηλώσεις Καρυστιανού, μετά την διαγραφή Φαραντούρη- το 25% των ψηφοφόρων του ΚΚΕ και το 23,4% των ψηφοφόρων της Φωνής Λογικής.

Νέα Δημοκρατία και ΠΑΣΟΚ φαίνεται αυτή την ώρα να βρίσκονται μακριά από απώλειες, καθώς μόλις το 10% των ψηφοφόρων της ΝΔ να δηλώνει «πολύ» ή «αρκετά» πιθανό να στηρίξει ένα κόμμα Καρυστιανού και αντίστοιχα το 15,8% του ΠΑΣΟΚ.

Στην κυβέρνηση τηρούν στάση αναμονής, βάζοντας στο «μικροσκόπιο», πάντως, κάθε δεδομένο. Μπορεί οι πιθανές διαρροές από το ποσοστό των σημερινών ψηφοφόρων του κυβερνώντος κόμματος να είναι μικρές, ωστόσο, για το Μέγαρο Μαξίμου ο στόχος δεν είναι μόνο η συγκράτηση αυτού του εκλογικού σώματος, αλλά η διεύρυνσή του. Σύμφωνα με όλες τις έρευνες της περασμένης χρονιάς, ένας στους πέντε ψηφοφόρους παραμένει αναποφάσιστος και η «γκρίζα ζώνη» εκτοξεύεται ακόμη και στο 25%.

Η Νέα Δημοκρατία, η οποία καθ’ όλη της διάρκεια της χρονιάς και μετά από αυξομειώσεις, παρέμεινε σχεδόν στα ποσοστά που είχε τον Δεκέμβριο του 2024, φαίνεται αυτή την ώρα να κινείται μεταξύ 27%-30% στην εκτίμηση εκλογικής επιρροής. Ποσοστό, διπλάσιο από το δεύτερο ΠΑΣΟΚ, αλλά πολύ μακριά από τον στόχο της αυτοδυναμίας, που έχει θέσει. Επομένως, η συσπείρωση των δυνάμεων της, όπως εκφράστηκαν στις κάλπες του 2023, είναι καταλυτική κι ένα μεγάλο μέρος αυτών των δυνάμεων βρίσκεται σήμερα στην «γκρίζα ζώνη». Είναι κρίσιμο, επομένως, αν αυτοί οι ψηφοφόροι θα μπορούσαν να κατευθυνθούν προς ένα κόμμα Καρυστιανού, έστω και ως ψήφος διαμαρτυρίας, καθώς έως σήμερα δεν έχουν προσχωρήσει σε κάποια από τις υπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις.

Τα κυβερνητικά στελέχη κρατούν έως σήμερα χαμηλούς τόνους. Το στίγμα, που δίνεται, ωστόσο, είναι σαφές. Η κυβέρνηση διαχωρίζει «μια μάνα που έχασε το παιδί της με μια εν δυνάμει πολιτικό αρχηγό ή έστω μέλος μιας πολιτικής κίνησης», όπως είπε χαρακτηριστικά, αφήνοντας τις πρώτες αιχμές επισημαίνοντας ότι «δεν πρέπει ο προσωπικός ή ο συλλογικός πόνος να μετατρέπεται σε βατήρα για προσωπική πολιτική ανέλιξη». Στο κυβερνητικό επιτελείο υπογραμμίζουν ταυτόχρονα τον κίνδυνο ανάπτυξης ενός επικίνδυνου αφηγήματος, που με την επίκληση της «κάθαρσης», οδηγεί σε επικίνδυνους δρόμους, όπως η κατάλυση των θεσμών.

Κυβερνητικά στελέχη τονίζουν ότι η κ. Καρυστιανού θα πρέπει να κριθεί ως πολιτικός αν τελικά επιλέξει τον πολιτικό στίβο και το κόμμα της να κριθεί για το συνολικό του πρόγραμμα, καθώς θα κληθεί να τοποθετηθεί όχι μόνο για την τραγωδία των Τεμπών και την δικαιοσύνη, αλλά για την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, την υγεία και όλο το φάσμα πολιτικών, που απασχολούν τους πολίτες. «Από τη στιγμή που περνάς στη σφαίρα της πολιτικής, επιτίθεσαι σε πολιτικούς αντιπάλους, θα δεχθείς και απαντήσεις» λένε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι οι πολίτες στις επόμενες κάλπες θα κληθούν να αποφασίσουν για την διακυβέρνηση της χώρας. 

«Δεν παίζουμε στο ίδιο γήπεδο» με την κ. Καρυστιανού, δήλωσε ο Παύλος Μαρινάκης, επισημαίνοντας στο Νewsbomb ότι η κυβέρνηση «παίζει στο γήπεδο του ρεαλισμού, της εφαρμογής ενός προγράμματος, της παραδοχής λαθών, στο γήπεδο του εφικτού και στο γήπεδο των παραδοτέων. Η κ. Καρυστιανού [...] παίζει σε ένα γήπεδο που παραπέμπει στην πάνω και στην κάτω πλατεία πριν από 10 χρόνια, με μια τιμωρητική διάθεση, εκδικητική, στο όριο της εφαρμογής όσων ισχύουν στο Σύνταγμα». Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, «δείχνοντας» και την κριτική που η κυβέρνηση θα ασκήσει σε ένα κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, κατατάσσοντας ουσιαστικά το πολιτικό της εγχείρημα στα «μονοπρόσωπα κόμματα ή τα εν δυνάμει κόμματα διαμαρτυρίας», τονίζοντας με νόημα ότι «όσο επικίνδυνοι είναι οι ανεπάγγελτοι πολιτικοί, οι «επαγγελματίες» πολιτικοί δηλαδή [...] τόσο επικίνδυνο είναι η πολιτική να ασκείται με όρους αοριστίας». 

Πάνω σε αυτό τον διπλό άξονα -από τη μία πλευρά της κριτικής για ένα επικίνδυνο αφήγημα, στα όρια του Συντάγματος και από την άλλη για την επάρκεια ενός πολιτικού σχεδίου που θα παρουσιάσει- αναμένεται να «χτίσει»και την τακτική του το κυβερνητικό επιτελείο, επιχειρώντας, σε κάθε περίπτωση, να διαχωρίζει την πολιτικό Μαρία Καρυστιανού, από τους συγγενείς των θυμάτων της τραγωδίας των Τεμπών.