Διαβάζοντας ήδη τον τίτλο του βιβλίου του Αλ. Τσίπρα δημιουργείται αυτομάτως η αίσθηση του γελοίου αλλά και της ύβρεως. Καθώς το υπέροχο ποίημα, σύμβολο της ανθρώπινης περιπέτειας του Κωνσταντίνου Καβάφη, σκυλεύεται για να μεταβληθεί στον τίτλο ενός πονήματος που περιγράφει ένα άθλιο ρεσάλτο προς την εξουσία μιας ασύνταχτης παρέας αμοραλιστών, και ακόμα χειρότερα στο όπλο για το ξέπλυμά του.
Και αν όλα αυτά έχουν ήδη επισημανθεί από πολλούς αναλυτές και δημοσιογράφους, μας έχει ξεφύγει ίσως μια άλλη παράμετρος που βρίσκεται στο υπόστρωμα του πονήματός του και αναδύεται υποδόρια από αυτό. Δηλαδή, η προσπάθεια μιας εκκοσμικευμένης μεν αλλά θεολογικού χαρακτήρα απόπειρας «αγιοποίησής» του. Και ίσως δεν την προσέξαμε αυτή την παράμετρο διότι δεν μπορούσαμε να φανταστούμε πως θα αποτολμούσε μια τέτοια κίνηση. Όμως τίποτε δεν θα έπρεπε να μας εκπλήσσει από έναν… Τσίπρα.
Ήδη από τον πρόλογο του βιβλίου εισερχόμεθα αμέσως στο μεσσιανικό αφήγημα για το οποίο μας προδιαθέτει ο τίτλος του. Ο Τσίπρας είναι ο «παράκλητος» που ένα αιχμαλωτισμένο περιστέρι τον καλεί ν’ ανοίξει τα φτερά του. Διαβάζουμε:
«Ένα περιστέρι είναι φυλακισμένο στο μπαλκόνι μας, προσπαθεί να απελευθερωθεί αλλά δεν μπορεί, ενημέρωσα την Μπέττυ»...
«Και τι κάνουμε τώρα;»
«Πρέπει να το ελευθερώσω, της απάντησα»...
Και αφού το έπιασε στα χέρια του και του «χάρισε» την ελευθερία: «Επέστρεψα στο δωμάτιο ακούμπησα στο κεφαλάρι του κρεβατιού και σταθήκαμε να κοιτάμε ο ένας τον άλλον».
«Απίστευτο ε;»
«Ναι απίστευτο και σημαδιακό!»
«Τώρα πια είμαι απόλυτα σίγουρος για την απόφασή μου» (σελίδα 16).
Πάντοτε οι προφήτες και οι Μεσσίες παίρνουν ένα θεϊκό σημάδι για να προχωρήσουν τον δρόμο τους. Για τον Τσίπρα δεν ήταν μια ρήση του Μαντείου των Δελφών, ούτε ο σταυρός του «Εν τούτω Νίκα» για τον Μέγα Κωνσταντίνο, αλλά ένα περιστέρι – και όπως γνωρίζουμε, το Άγιο Πνεύμα, στην παράδοσή μας, συμβολίζεται με το περιστέρι! Εξάλλου θα προσέξαμε όλοι τον ενικό-προσωπικό τόνο «πρέπει να το ελευθερώσω» και όχι να το ελευθερώσουμε, όπως είναι το λογικό για ένα ζευγάρι.
Και ο ενικός-προσωπικός τόνος δεν είναι τυχαίος, όλα στον πρόλογο του βιβλίου συνεχίζονται στο ίδιο μοτίβο: Παρότι αναφέρει πως «κάθε φορά το βάρος ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτό που θα αντέχει να σηκώσει ένας άνθρωπος μόνος του», και θα περίμενε κανείς μια αναφορά στο κόμμα, ως συλλογικό υποκείμενο, ή στους «συντρόφους», συνεχίζει αμέσως μετά: « Η απόφαση γίνεται ατομική γιατί, όταν οι αποφάσεις σου δεν επηρεάζουν απλώς τη δική σου ζωή, διαμορφώνουν τη μοίρα χιλιάδων ή και εκατομμυρίων ανθρώπων, η ευθύνη γίνεται σχεδόν υπαρξιακή» (σελ. 16).
Αυτός αποφασίζει (τρομάρα του) για τη μοίρα εκατομμυρίων ανθρώπων και όχι, όπως το ζήσαμε, η κατάρρευση της οικονομίας, οι ολιγάρχες, η Μέρκελ, ο Σόιμπλε και η καραμανλική πτέρυγα της ΝΔ, με τοποτηρητή τον Καμμένο, που τον εκτίναξαν στην εξουσία.
Ωστόσο, ο Τσίπρας δεν συναντήθηκε μόνο με το Άγιον Πνεύμα υπό μορφή περιστεράς αλλά έγινε και απόστολος, επιφορτίστηκε με «αποστολή»: Συνεχίζει λοιπόν:
«Αυτή η δύναμη δεν προκύπτει από τη φιλοδοξία αλλά από την ανάγκη να παραμείνεις πιστός σε μία αποστολή που υπερβαίνει το πρόσωπό σου» (σελ.17). Ως απόστολος της συλλογικής απελευθέρωσης, επωμίζεται ως άτομο μια υπερατομική αποστολή.
Και, για να μην έχουμε καμία αμφιβολία, συνεχίζει: «Η πολιτική όταν δεν ασκείται ως ρόλος που κληρονομείς αλλά ως εσωτερική αποστολή έχει τη δύναμη να σε μεταμορφώσει» ( σελ. 18). Και εδώ γίνεται ένα ακόμα έμμεσο θεολογικό αλλά και ψευδοαυτοκριτικό βήμα: Ο Σαούλ, στον δρόμο προς τη Δαμασκό, μεταμορφώθηκε σε Παύλο και από διώκτης του Χριστού στον διαπρύσιο Απόστολό του. Έτσι και τον Τσίπρα, μια «εσωτερική αποστολή» μπορεί να τον μεταμορφώσει από αποτυχημένο και μοιραίο πολιτικό σε «σωσμένο» και ταυτόχρονα σωτήρα.
Όποιος και αν βρίσκεται πίσω από τη συγγραφή του πονήματος του Τσίπρα στοχεύει υποδόρια στην αγιοποίησή του. Πλέον δεν υπάρχουν συλλογικά εγχειρήματα, που άλλωστε απέτυχαν – εξαιτίας των άλλων πάντα –, αλλά ο παράκλητος που βαδίζει μόνος του. Γι’ αυτό και δεν εξαγγέλλει κάποιο κόμμα, που εξ ανάγκης θα έπρεπε να εμφανίσει συνεργάτες, συλλογικά όργανα και άλλα παραφερνάλια, αλλά ξεκινάει με ένα βιβλίο – τη «Βίβλο» του. Ο μικρός Αλέξης θέλει να μεταμορφωθεί σε Μεσσία.
Και όπως κάνουν πάντοτε οι Προφήτες, ξεκινούν μόνοι τους με τη Βίβλο ή το Κοράνι τους και καλούν τους πιστούς να τους ακολουθήσουν.
Φαντάζομαι πολλοί αναγνώστες έχουν δει το περιβόητο κινηματογραφικό έργο του Μάριο Μονιτσέλι, «Οι γενναίοι του Μπρανκαλεόνε», με τον Βιτόριο Γκάσμαν στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Μπρανκαλεόνε – ενός ιππότη της συμφοράς ο οποίος, οδηγώντας έναν συρφετό τυφλών, κουτσών, λεπρών, ψεκασμένων και παρανταλιασμένων, εξορμά από την Ιταλία για τους Αγίους Τόπους.
Ο επικεφαλής της εκστρατείας τρέφει μία μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του ως τον Μεσσία που θα διώξει τους απίστους από τους Αγίους Τόπους, επικεφαλής του τσούρμου που τον ακολουθεί.
Εντέλει δε, μετά από αναρίθμητες κωμικοτραγικές περιπέτειες, αποβιβάζονται καραβοτσακισμένοι και πάλι στις ακτές... της Ιταλίας! Μετά την κατάργηση των μνημονίων, στην επιστροφή στο πλέον επώδυνο μνημόνιο.
Θα συμβούλευα όλους τους φίλους που δεν έχουν δει το αριστούργημα του Μονιτσέλι να σπεύσουν να το αναζητήσουν στο youtube διότι αποτελεί μια υπέροχη διαχρονική ελεγεία για τον μεσσιανισμό των ψεκασμένων.
Και όμως, αυτός ο νέος Μπρανκαλεόνε προκαλεί έναν αφόρητο θόρυβο και η Βίβλος του κυκλοφορεί σε δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα. Αναρωτιέμαι καμιά φορά, μήπως είμαστε άξιοι της μοίρας μας, μήπως είμαστε εμείς το τσούρμο του Μπρανκαλεόνε;
ΥΓ. Σε αυτό το πρώτο μου σημείωμα θέλησα να ασχοληθώ αποκλειστικά με αυτή την κρυμμένη σημειολογική –θεολογικού χαρακτήρα– παράμετρο του πονήματος του Τσίπρα. Για τα υπόλοιπα επιφυλάσσομαι με μια σειρά κειμένων που θα ακολουθήσουν.
* Ο Γιώργος Καραμπελιάς είναι συγγραφέας, εκδότης του περιοδικού Άρδην
