Εργαζόμαστε με τη μισή (και κάτι) παραγωγικότητα, έναντι των παρτενέρ μας. Στη βιομηχανία τα πάμε καλύτερα αφού, εκεί, η παραγωγικότητα βρίσκεται στο 70%. Γνωρίζουμε πως για να αυξηθεί η παραγωγικότητα χρειάζονται επενδύσεις. Επενδύσεις γίνονται, βεβαίως, αλλά δεν είναι αρκετές. Πρέπει, κάθε χρόνο, να πραγματοποιούμε περί το 1/3 περισσότερες. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί αν συνεχίσουμε όπως πάμε.
Αυτό που λείπει για να τρέξει ταχύτερα η παραγωγικότητα της οικονομίας είναι οι λεγόμενες διαρθρωτικές αλλαγές, αυτές δηλαδή που βελτιώνουν αποφασιστικά τις δομές της οικονομικής ζωής. Ούτε τέτοιες, όσες χρειάζονται δηλαδή έχουμε αρκετές.
Δείτε ένα χρήσιμο παράδειγμα. Επί υπουργίας Κυριάκου Πιερρακάκη (γνωστός στα ενδοκυβερνητικά ως «Κυριάκος 2») πολλές γραφειοκρατικές συνδιαλλαγές μεταξύ πολιτών/εταιρειών και κράτους, μετατράπηκαν σε άυλες, δηλαδή ηλεκτρονικές, ατομικές ενέργειες των πολιτών. Η πρόοδος ήταν οφθαλμοφανής. Ειδικά σε όλους εμάς τους πολίτες που, επιπλέον της κρατικής γραφειοκρατίας, έπρεπε να υφιστάμεθα και την διαπροσωπική συνδιαλλαγή με το πρόσωπο του δημοσίου. Κερδίσαμε ώρες, αλλά δεν κερδίσαμε την γραφειοκρατία.
Αυτό που θα έκανε τη μεγάλη διαφορά, σε όρους παραγωγικότητας πάντα, θα ήταν αν το κράτος διεκπεραίωνε τις γραφειοκρατικές του απαιτήσεις εσωτερικά. Ο πολίτης/επιχείρηση θα ζητούσε μόνον αυτό που χρειάζεται και το κράτος θα του προσέφερε την απαραίτητη υπηρεσία, αφού θα έκανε από μόνο του όσα χρειάζονται για τη δημιουργία του παραδοτέου προϊόντος. Ο κ. Πιερρακάκης το γνώριζε πολύ καλά αυτό, αλλά πρόλαβε και «πέταξε» σε άλλα κυβερνητικά πόστα, αφήνοντας πίσω του παρόμοιες σκοτούρες.
Πιο κοντά στην πραγματική παραγωγική διαδικασία, όλες οι επιχειρήσεις παραπονούνται για τη δυσκολία που συναντούν όταν επιδιώκουν να συνεργαστούν με τους εργαζομένους τους προκειμένου να αυξηθεί το τελικό προϊόν. Οι περισσότεροι δεν ενδιαφέρονται, αν οι όροι εργασίας δεν ταιριάζουν με τις υπόλοιπες απαιτήσεις που έχουν από την... ζωή. Ελεύθερος χρόνος, δυνατότητα παράλληλης απασχόλησης, ιδίως μάλιστα με την προϋπόθεση της αδήλωτης εργασίας.
Από τότε που οι κανονικές επιχειρήσεις ενσωμάτωσαν την ηλεκτρονική κάρτα εργασίας, το ενδιαφέρον των εργαζομένων για «παραπάνω δουλειά» μειώθηκε εντυπωσιακά. Με αποτέλεσμα, η αυστηρή παρότρυνση του πρωθυπουργού προς τα αφεντικά, «πληρώστε καλύτερα», να μην έχει κανένα πρακτικό νόημα. Που σημαίνει πως οι τομείς που θα μπορούσαν να βελτιώσουν την παραγωγικότητα της οικονομίας, λόγω ήδη επενδεδυμένου κεφαλαίου υψηλής αξίας, να μην βρίσκουν «χέρια» και να υποχρεώνονται να κρατούν το επίπεδο της παραγωγής χαμηλότερα από τις δυνατότητές τους.
Ζούμε, με δύο λόγια, μια παραδοξότητα. Ο επίσημος παραγωγικός τομέας ανταγωνίζεται με άνισους όρους τους τομείς στους οποίους επικρατεί η γκρίζα οικονομία, η οποία πληρώνει καλύτερα κυρίως γιατί παραμένει αφορολόγητη. Όσοι πιστεύουν ότι οι κρατικοί έλεγχοι μπορούν να αλλάξουν την επικρατούσα κατάσταση, προφανώς λανθάνουν. Δεν είναι ζήτημα ελέγχου, ούτε ζήτημα αμοιβής, αλλά θέμα φορολογίας. Όσο το κράτος συνεχίζει να παίρνει πάνω από το 1/3 της συνολικής επίσημης αμοιβής, τόσο η προτίμηση των ικανών εργαζομένων, δηλαδή όσων μπορούν να πετύχουν υψηλότερα επίπεδα παραγωγικότητας, θα στρέφεται προς δραστηριότητες με χαμηλότερη ή αμελητέα φορολόγηση.
Τίποτε το καινούργιο όλα τούτα. Πρόσφατα στοιχεία έδειξαν ότι εμπόριο και εστίαση εμφανίζουν μείωση, αντί για βελτίωση, της παραγωγικότητας εργασίας κατά 38,5% έναντι του έτους εκδήλωσης της μεγάλης κρίσης, οι διοικητικές υπηρεσίες δείχνουν πτώση 37% και οι κατασκευές 13%. Με άλλα λόγια, κάποιοι τομείς οργανωμένης παραγωγής τρέχουν πλέον ικανοποιητικά, ενόσω κάποιοι άλλοι, εξίσου σπουδαίοι, «τρέχουν» ολοένα και περισσότερο να κρυφτούν στην πλευρά της μαύρης οικονομίας.
Υποθέτω ότι ο «Κυριάκος 2» στον χρόνο που του επιτρέπει η υψηλή ενασχόλησή του με τα ευγενή καθήκοντα του Eurogroup, θα σκύψει με μεγαλύτερο ενδιαφέρον στα υπαραξιακά προβλήματα της δόλιας και διολισθαίνουσας προς τη μιζέρια εθνικής μας οικονομίας. Είναι θέμα παραγωγικού (και όχι παραγοντικού) μοντέλου, δηλαδή ζήτημα υπαρξιακό για την χώρα. Ζήτημα με το οποίο αξίζει να ασχοληθεί ένας νέος και φιλόδοξος, για τα υψηλότατα αξιώματα, πολιτικός.
