Τι δεν δείχνει η «αγοραστική δύναμη»

Στις τηλεοπτικές και άλλες ανταλλαγές επιχειρημάτων μεταξύ πολιτικών, αλλά και άλλων που διαθέτουν δημόσιο λόγο, χρησιμοποιείται κατά κόρον ένα δυσνόητο στατιστικό μέγεθος: το κατά κεφαλήν εγχώριο προϊόν σε ισοδύναμες μονάδες αγοραστικής δύναμης.

Σύμφωνα με αυτές τις μετρήσεις, η Ελλάδα είναι «στον πάτο», υπολειπόμενη μόνον της Βουλγαρίας. Τι καλύτερο για να χτίσει κανείς αντιπολιτευτικές κορώνες. Όμως, ενώ η στατιστική είναι πραγματική, η χρήση της για πολιτικούς (ή παρεμφερείς) σκοπούς είναι παραπειστική.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ελλάδα έχει χάσει πολλούς πόντους λόγω των τριών διαδοχικών περιόδων ύφεσης: δημοσιονομική το 2010-14, τραπεζική κατάρρευση και νέα δημοσιονομική διόρθωση το 2015-17 και πανδημικός εγκλεισμός το 2020.

Το «πρόβλημα» με το συγκεκριμένο στατιστικό μέγεθος είναι ότι ενόσω είναι χρήσιμο για τους οικονομολόγους και τις οικονομικές αναλύσεις, δεν έχει το ίδιο νόημα όταν το επικαλούμαστε ως εικόνα της χρηματικής ικανότητας, της λεγόμενης «αγοραστικής δύναμης» των πολιτών στην πραγματική ζωή.

Δεν ζούμε με αυτά τα χρήματα. Ο δείκτης «ισοδύναμο αγοραστικής δύναμης» (Purchasing Power Parity ή PPS) που χρησιμοποιείται για να προσαρμόσει το εισόδημα σε συγκρίσιμα μεταξύ τους μεγέθη έχει περιορισμένη αξία όταν θέλουμε να έχουμε μια ρεαλιστική αντίληψη της εισοδηματικής ικανότητας των εργαζομένων πολιτών.

Δείτε τα εξής παραδείγματα.

Σύμφωνα με μια παραπλήσια τελευταία στατιστική, που και αυτή χρησιμοποιεί το περίφημο «ισοδύναμο» για το «Πραγματικό ΑΕΠ κατά κεφαλήν» το 2024 είναι, με 19.020 ευρώ σε «καλύτερη» θέση από τις Κροατία, Λετονία, Πολωνία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Βουλγαρία και άλλες χώρες.

Σε μια άλλη, για το 2022, στατιστική σύγκριση, το ισοδύναμο, πάντα κατά κεφαλήν, εισόδημα για τους κατοίκους της Αττικής (στην οποία δημιουργείται το μισό ΑΕΠ της χώρας) εμφανίζεται στις 33.100 μονάδες PPS, ενώ στην Κρήτη στις 20.400. Όταν πολύ καλά γνωρίζουμε ότι οι κάτοικοι στο υπέροχο αυτό νησί δεν ταλαιπωρούνται περισσότερο από τον πολυσχιδή πληθυσμό της πρωτεύουσας.

Μια άλλη στατιστική μέτρηση, πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα που ζουν οι πολίτες, η οποία υπολογίζει την πραγματική (πάλι σε ισοδύναμες μονάδες PPS) καταναλωτική δαπάνη, μέγεθος που αντικατοπτρίζει καλύτερα τα γεγονότα της ζωής του καταναλωτή, η Ελλάδα προηγείται των Κροατία, Σλοβακία, Εσθονία, Βουλγαρία, Ουγγαρία και Λετονία.

Δεν θα επαναλάβω εδώ τις παρατηρήσεις που έχουν γίνει σχετικά με το μέγεθος της παραοικονομίας και των «κρυφών» εισοδημάτων που προφανώς δεν συνυπολογίζουν οι στατιστικές τις οποίες επικαλούνται όσοι εδράζουν τα επιχειρήματά τους στη μιζέρια.

Είναι όμως ευκαιρία να παρατηρήσουμε ότι ο σχετικός δείκτης επιβαρύνεται, στην περίπτωση της Ελλάδας από το γεγονός ότι ένα πολύ μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού δεν απασχολείται, άρα δεν δημιουργεί εισόδημα, ενώ υπολογίζεται στην κατανομή του, γεγονός που μικραίνει το τελικό αποτέλεσμα, ειδικά όταν συγκρίνουμε με άλλες χώρες στις οποίες το επίπεδο απασχόλησης είναι πολύ υψηλότερο.

Τέλος, αλλά ίσως το πιο σημαντικό, είναι αυτό που προσδιορίζει καθοριστικά τις συγκριτικές επιδόσεις της χώρας μας: η παραγωγικότητα. Αλλά γι αυτό θα μιλήσουμε σε κάποιο επόμενο σημείωμα.