Ο εκνευρισμός του Δημήτρη Κουτσούμπα ήταν φανερός. Τα κομπλιμάν της καλής συναδέλφου της τηλοψίας, για το πόσο καλός χορευτής ζεϊμπέκικου είναι ο κ. Γενικός Γραμματέας, δεν έπιασε. Η παράκλησή της να αφιερώσει στους θεατές του τηλεοπτικού σταθμού -μέρα των ερωτευμένων βρε παιδί μου που ήταν- μια καρδούλα σα κι αυτήν που νοηματοδότησε τις σχέσεις του ΚΚ με τη «Ζωή», δεν λειτούργησε. Τα κέφια του προσφάτως επανεκλεγέντα, για 23ο συνεχόμενο έτος, αρχηγού δεν ήσαν πρόσφορα σε παρόμοιες μικροαστικές χαριτομενιές.
Λογικό. Πίστευαν, στον Περισσό, ότι το «δώρο Βουρλιώτη» θα τους άνοιγε ανέλπιστα εύκολα τον δρόμο ώστε το ΠΑΜΕ να ελέγξει την ΓΣΕΕ. Τώρα θα πρέπει να τα κάνουν «μαλλιά κουβάρια» στο 39ο Συνέδριο που θα κάνει η ανώτατη εκπροσώπηση των εργαζομένων μισθωτών αυτής της χώρας τον Απρίλιο. Την προηγούμενη φορά δεν τους βγήκε, παρόλο που είχαν κάνει όσα προβλέπει το «επαναστατικό» εγχειρίδιο για τον «έλεγχο ή διάλυση» θεσμών του αστικού κράτους.
Ο βαθύτερος λόγος εκνευρισμού στο στρατόπεδο των στρατευμένων κομμουνιστών είναι ο νόμος που πέρασε η Βουλή με αντικείμενο την «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας».
Αν λειτουργήσει, όπως πρέπει να συμβεί, ομαλά, το σύνολο των διαδικασιών που προβλέπει το νέο, πραγματικά νέο, πλαίσιο διευθέτησης των βασικών ζητημάτων στην κρίσιμη σχέση των εργαζομένων με τις επιχειρήσεις, τότε η πολυετής σκληρή δουλειά των μελών του κόμματος θα έχει πάει χαμένη.
Ήδη, άλλωστε, τα νέα από την αγορά εργασίας είναι καλά, παρόλο που το μεγάλο ζήτημα, δηλαδή η αναντιστοιχία των τρεχουσών αμοιβών με το κόστος ζωής, δεν έχει επιλυθεί ικανοποιητικά, παρά την τριετή συνεχή βελτίωση των βασικών μεγεθών.
Τι συνέβη κάτω από τα ραντάρ των κομμουνιστών; Η κυβέρνηση παραδέχτηκε, με σπουδαία καθυστέρηση είναι αλήθεια, πως «το ποσοστό κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές συμβάσεις εργασίας στη χώρα μας είναι χαμηλό», όπως ομολόγησε το αρμόδιο υπουργείο Εργασίας. Φωτισμένοι άνθρωποι στην πλευρά της εργοδοσίας (μεγαλύτερης, μεσαίας και μικρομεσαίας) αλλά και της συνδικαλιστικής ηγεσίας (δια της ΓΣΕΕ) συνέκλιναν στην ιδέα μιας Εθνικής Συμφωνίας, που θα ξεπερνούσε καθυστερήσεις και συγκρούσεις που είχαν καταγραφεί πριν και (ακόμη χειρότερες) στη διάρκεια των μνημονιακών περιορισμών.
Όλα έγιναν μέσα σε λίγους μήνες. Οι αγωνιστές του ΠΑΜΕ, που σκόπευαν να ιδρύσουν μια «Ταξική Συνομοσπονδία», δηλαδή μια διασπαστική παράλληλη εκπροσώπηση, κάτι σαν μια «κομμουνιστική ΓΣΕΕ» δεν κατάφεραν να εμποδίσουν τη συμφωνία.
Τους πρόλαβε ο Μητσοτάκης, αυτή τη φορά!
Γι αυτό ήταν τόσο πικρόχολος ο συμπαθέστατος, όταν βρίσκεται «εκτός υπηρεσίας», κ. Κουτσούμπας.
Δεν αρέσει στον κ. Κουτσούμπα ότι το νέο νομικό περιβάλλον επιτρέπει να υπογραφούν ταχύτατα πολλές νέες Συλλογικές Συμβάσεις, σε κλάδους και επιχειρήσεις και όλες αυτές να περιγράφουν μισθολογικές και άλλες ρυθμίσεις καλύτερες από όσες (λίγες) ισχύουν σήμερα.
Δεν του άρεσε πως όταν λήγει η περίοδος ισχύος μιας συλλογικής σύμβασης, τα όσα προβλέπει θα συνεχίσουν να ισχύουν (πλήρης μετενέργεια).
Δεν του άρεσε ότι οι συμβάσεις θα συνομολογούνται ευκολότερα και θα επεκτείνονται ευκολότερα σε ολόκληρο τον κλάδο, αφού αρκεί να αντιπροσωπεύονται στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης εργοδότες που απασχολούν το 40% του ανθρώπινου δυναμικού, αντί του παλαιού 50% (εκτασιμότητα).
Δεν του άρεσε καθόλου πως ακόμη κι αν δεν καλύπτεται το ως άνω ποσοστό αυτό, εφόσον η Σύμβαση υπογραφεί από τους Εθνικούς Εταίρους, θα ισχύει παντού και για όλους.
Δεν του άρεσε ότι θα δοκιμαστεί ένα πιο ευέλικτο και λιγότερο συγκρουσιακό πλαίσιο επίλυσης των διαφωνιών μέσω της νέας διαμεσολάβησης.
Και άλλα πολλά, τα οποία περιορίζουν τα αδιέξοδα, ελαττώνουν τις συγκρούσεις και προβιβάζουν τις προσπάθειες καθιέρωσης και στην Ελλάδα ενός μάλλον σοσιαλδημοκρατικής εμπνεύσεως πλαισίου οργάνωσης των εργασιακών σχέσεων. Προφανώς γιατί όσες λιγότερες συγκρούσεις δημιουργούνται, τόσο λιγότερες ευκαιρίες για το «ταξικό κίνημα».
Γι αυτό ο φίλτατος σύντροφος Δημήτρης επιστράτευσε το πιο καλό του επιχείρημα για να καταπλήξει την ευγενέστατη συνάδελφο: «Ανταγωνιστικότητα σημαίνει ότι οι εργαζόμενοι είναι από χέρι χαμένοι απέναντι στη μεγάλη εργοδοσία».
Τι έτι χρείαν έχομεν επιχειρημάτων; Όσο φτωχότερος ο Λαός, τόσο καλύτερα υπηρετείται ο Στόχος, δηλαδή «Η κατάκτηση της επαναστατικής εργατικής εξουσίας, η δικτατορία του προλεταριάτου, για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση».
Αποδεικνύεται πως όταν ο πολιτικός φιλελευθερισμός εφαρμόζεται με συνέπεια, η όποια «δικτατορία» πάει στα σκουπίδια, που θα έλεγε και ο κ. Γενικός.
