Ένα ακόμη βήμα για την παρουσία της στο νέο ενεργειακό χάρτη που διαμορφώνεται στη νοτιοανατολική Ευρώπη, αλλά και την ενίσχυση των ελληνο-αμερικανικών σχέσεων, κάνει η Αθήνα, με την υπογραφή των συμφωνιών μίσθωσης μεταξύ της Ελληνικής Δημοκρατίας και της κοινοπραξίας Chevron - HELLENiQ ENERGY, που αφορούν την παραχώρηση αποκλειστικών δικαιωμάτων έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων σε θαλάσσιες περιοχές νότια της Πελοποννήσου και της Κρήτης, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας νέας φάσης για την αξιοποίηση πιθανών ενεργειακών κοιτασμάτων.
Η υπογραφή των συμφωνιών, που φέρνουν τη χώρα στο επίκεντρο των ενεργειακών εξελίξεων, έγινε στο Μέγαρο Μαξίμου, παρουσία του πρωθυπουργού.
Προτάσσοντας τα βήματα που έχουν γίνει από το 2019 έως σήμερα, ο κ. Μητσοτάκης σημείωσε ότι η κυβέρνησή του «κληρονόμησε» ένα πρόγραμμα γεωτρήσεων που υστερούσε, όπως είπε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι «υπήρχε πάντα στρατηγική, αλλά απουσίαζε πραγματικός δυναμισμός».
Υπενθυμίζοντας την συνάντηση P-TEC τον περασμένο Νοέμβριο και την ανακοίνωση ότι θα προχωρούσε η πρώτη ερευνητική γεώτρηση στην Ελλάδα έπειτα από 40 και πλέον χρόνια, ο κ. Μητσοτάκης χαρακτήρισε την υπογραφή των συμφωνιών «άλμα», επισημαίνοντας ότι το πρόγραμμα των ερευνών, σήμερα καλύπτει περίπου 48.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα και μετά από τη συμφωνία, αυτή η έκταση ανέρχεται στα 94.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα.
Παρουσιάζοντας τις επενδύσεις που έχουν γίνει στους αγωγούς μεταφοράς φυσικού αερίου, τους σταθμούς συμπίεσης, τα τερματικά LNG και τις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής που χρησιμοποιούν φυσικό αέριο, ο πρωθυπουργός έκανε λόγο για στρατηγικές κινήσεις της χώρας, τονίζοντας ότι οι επενδύσεις θα συνεχιστούν και στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
«Στο παρελθόν ήμασταν εισαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας, αλλά σήμερα είμαστε μεγάλος εξαγωγέας», επεσήμανε, εντάσσοντας την στρατηγική της κυβέρνησης στις ευρύτερες γεωπολιτικές ανακατατάξεις και χαρακτηρίζοντας ιστορική την απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διακόψει σταδιακά την εισαγωγή ρωσικού φυσικού αερίου. «Πιστεύουμε στον κάθετο διάδρομο ως εναλλακτική στο ρωσικό αέριο. Και καθώς η Ευρώπη μηδενίζει τον εφοδιασμό από τη Ρωσία, ο διάδρομος αυτός θα αποκτήσει μεγαλύτερη γεωπολιτική και οικονομική σημασία», υπογράμμισε ο κ. Μητσοτάκης, εκφράζοντας τη βούληση η Ελλάδα να παράγει δικό της αέριο.
«Η Ευρώπη το χρειάζεται και εμείς θέλουμε να το παρέχουμε», είπε, χαρακτηρίζοντας την είσοδο της Chevron στην Ελλάδα ως «απόδειξη της πολύ ισχυρής στρατηγικής σχέσης μεταξύ της Ελλάδας και των Ηνωμένων Πολιτειών, μίας σχέσης που γίνεται όλο και ισχυρότερη μέρα με τη μέρα», παρότι το αποτέλεσμα της έρευνας είναι αβέβαιο, όπως το σημείωσε και ο κ. Μητσοτάκης.
Για μια «πολύ ευοίωνη μέρα» για τις ελληνο-αμερικανικές σχέσεις έκανε λόγο η πρέσβης των ΗΠΑ Κίμπερλι Γκιλφόιλ, σημειώνοντας ότι η Ουάσιγκτον υπό την ηγεσία Τραμπ, έχει θέσει «ως σαφή προτεραιότητα την υποστήριξη του στρατηγικού μας συμμάχου σε αυτή την πολύ σημαντική γεωπολιτική περιοχή, και αυτός είναι η Ελλάδα, η οποία έχει παραμείνει ακλόνητη και κάθε φορά έχει ξεπεράσει τις προσδοκίες. Δεσμευόμαστε απέναντί σας σήμερα, αύριο και για τους επόμενους αιώνες», κατέληξε χαρακτηριστικά.
Με την υπογραφή των συμφωνιών παραχώρησης με τον ενεργειακό κολοσσό της Chevron, ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο, με το επόμενο βήμα να είναι η κύρωσή τους από την Βουλή και η έγκριση του Περιβαλλοντικού Σχεδίου Δράσης. Στο χρονοδιάγραμμα προβλέπεται στα τέλη του έτους ή τις αρχές του 2027, η Chevron με ειδικό σκάφος να ξεκινήσεις τις σεισμικές έρευνες στα τέσσερα θαλάσσια οικόπεδα και να ακολουθήσουν στοχευμένες τρισδιάστατες έρευνες σε επιλεγμένα σημεία.
Για την κυβέρνηση, το έμπρακτο ενδιαφέρον του αμερικανικού κολοσσού της Chevron για τους ελληνικούς υδρογονάνθρακες μετατρέπεται σε μια de facto αναγνώριση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στις περιοχές των ερευνών. Αν οι έρευνες ολοκληρωθούν με επιτυχία, τότε η ενεργειακή αυτονομία για την χώρα, η αύξηση των δημοσίων εσόδων από την αξιοποίηση των κοιτασμάτων, αλλά και η μετατροπή της Ελλάδας σε παραγωγό και εξαγωγέα φυσικού αερίου, με την αξιοποίηση και του κάθετου διαδρόμου, συνιστούν ένα τρίπτυχο πάνω στο οποίο η χώρα επενδύει, πολιτικά, διπλωματικά και οικονομικά.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει αναφερθεί πολλές φορές στο παρελθόν σε μια Ελλάδα «ενεργειακά ασφαλή, γεωπολιτικά ισχυρή και επενδυτικά ελκυστική». Τρία χαρακτηριστικά, που έρχονται πλέον να προστεθούν, στον απόηχο της τελευταίας του συνάντησης με τον Τούρκο πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν, σε αυτό που ο ίδιος στην ανάρτησή του την Κυριακή, περιέγραψε ως «εθνική αυτοπεποίθηση και ισχύ» απέναντι στην «εθνική υστερία» που φωνές στην αντιπολίτευση καλλιεργούν. Η αξιοποίηση των εγχώριων υδρογονανθράκων, μέρος των ευρύτερων ενεργειακών συμφωνιών, απεδείχθη τους προηγούμενους μήνες ένα πεδίο προνομιακό για την κυβέρνηση, που «πιστώθηκε» τις κινήσεις που έκανε στις δημοσκοπήσεις του Νοεμβρίου.
Άλλωστε, η εξωτερική πολιτική, συνολικά, έχει αποδειχθεί το κεφάλαιο στο οποίο οι κυβερνητικές πολιτικές τυγχάνουν της υψηλότερης αποδοχής από τους πολίτες, σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα πεδία του κυβερνητικού έργου. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με δημοσκόπηση της GPO, η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης αποτιμάται θετικά από το 38,9% των πολιτών και αναδεικνύεται στον υψηλότερο δείκτη, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη με ποσοστό 31,2%, να θεωρείται ως ο καλύτερος εκπρόσωπος αυτή τη στιγμή της χώρας στα διεθνή φόρα.
Με την συνάντηση Μητσοτάκη - Ερντογάν να κυριαρχεί στην επικαιρότητα τις προηγούμενες ημέρες, σύμφωνα με την ίδια μέτρηση, το 43,9% των ερωτηθέντων την αξιολογεί θετικά, έναντι 49,2% που την κρίνει αρνητικά, ενώ ένα 50,7% των ερωτηθέντων κρίνει απαραίτητες αυτές τις συναντήσεις, ακόμη κι αν δεν παράγουν εντυπωσιακά αποτελέσματα.
