Ο Αλέξης Τσίπρας στάθηκε τυχερός με την «κωλοτούμπα» του 2015. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η ολοκλήρωση της θητείας του ως πρωθυπουργού δεν θα μπορούσε να γίνει ομαλά, ώστε να πάει σπίτι του, να ξαναδιεκδικήσει - ανεπιτυχώς - την πρωθυπουργία και να επιχειρήσει επανατοποθέτηση του πολιτικού του προϊόντος (rebranding).
Αν είχε ακολουθήσει τους «μυαλοφυγόδικους» που ζητούσαν έξοδο της χώρας από το ευρώ, θα σταματούσαν να καταβάλλονται οι συντάξεις και ο ομαλός εφοδιασμός της αγοράς. Τότε, δεν θα υπήρχε δρόμος διαφυγής για τον ίδιο. Μπορεί η χώρα να εξελισσόταν σε Λιβύη ή Συρία, αλλά ο Τσίπρας θα αποτελούσε στόχο πρώτα των «μουτζαχεντίν» που εξέθρεψε στην Αριστερά και μετά όλων των άλλων.
Το γεγονός ότι επιστρέφει υποδυόμενος τον τιμητή του αστικού κράτους δικαίου και τον διώκτη της διαφθοράς καταδεικνύει πόσο πολιτικά ανήθικος και ψεύτης είναι.
Η κυβερνητική θητεία Τσίπρα χαρακτηρίστηκε από πολιτικά και οικονομικά σκάνδαλα μεγάλης κλίμακας, που αφορούσαν διασπάθιση δημόσιου χρήματος και προσπάθειες αλλοίωσης ή υπονόμευσης θεσμών.
Το σκάνδαλο της Τράπεζας Αττικής, που ήρθε τις τελευταίες ημέρες ξανά στην επικαιρότητα λόγω της διαμάχης με τον κεντρικό τραπεζίτη Γιάννη Στουρνάρα, συνίστατο - κατά τις σχετικές καταγγελίες - στο εξής:
Η τότε κυβέρνηση φέρεται να ώθησε το ταμείο των μηχανικών να αποκτήσει τον έλεγχο της τράπεζας, προκειμένου να μπορεί να δανειοδοτεί, χωρίς επαρκή έλεγχο και με αδιαφανείς όρους, επιχειρηματίες που συνδέονταν με δημόσια έργα τα οποία δεν θα μπορούσαν να αναλάβουν υπό κανονικές συνθήκες.
Αυτό θεωρείται ως η πεμπτουσία της διαφθοράς. Όσα έκανε το μεταπολιτευτικό πολιτικό σύστημα μέσω διαπλοκής κυβέρνησης και επιχειρηματιών σε πενήντα χρόνια, αποσπασματικά, η κυβέρνηση Τσίπρα επιχείρησε να τα συμπυκνώσει σε μια τετραετία, με κραυγαλέο, ακραίο και τελικά αναποτελεσματικό τρόπο.
Δημοσίως μιλούσαν για την ανάγκη δημιουργίας μιας κρατικά ελεγχόμενης αναπτυξιακής τράπεζας και ιδιωτικά - σύμφωνα με τις ίδιες κατηγορίες - σπαταλούσαν τα χρήματα του ταμείου των μηχανικών σε προβληματικές χρηματοδοτήσεις εργολάβων, επιχειρώντας παράλληλα να δημιουργήσουν ελεγχόμενους εκδότες και καναλάρχες.
Όταν παρενέβη η Τράπεζα της Ελλάδος υπό τον κ. Στουρνάρα, η κυβέρνηση Τσίπρα έστειλε το ΣΔΟΕ να ελέγξει τη σύζυγό του, όπως ακριβώς πράττει η μαφία και ο υπόκοσμος.
Για το σκάνδαλο αυτό δεν λογοδότησε ποτέ κανείς στη Δικαιοσύνη - γεγονός που αποδίδεται τόσο στη Δικαιοσύνη όσο και στις κυβερνήσεις που διαδέχθηκαν τον κ. Τσίπρα.
Το σκάνδαλο της Novartis, από μια συνηθισμένη - για τα ελληνικά δεδομένα - υπόθεση σπατάλης δημόσιου χρήματος, επιχειρήθηκε να αποτελέσει εφαλτήριο εξόντωσης πολιτικών αντιπάλων μέσω προστατευόμενων κουκουλοφόρων μαρτύρων.
Όσοι επιχειρούν τη φυλάκιση πολιτικών αντιπάλων με ψευδείς κατηγορίες, προσπαθούν παράνομα να καταλάβουν και να διατηρήσουν την εξουσία, διαπράττουν έγκλημα κατά του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Αν ο κ. Τσίπρας δεν έχει αντιληφθεί όντως τι επιχειρήθηκε να γίνει με την Τράπεζα Αττικής, τη Novartis και τις τηλεοπτικές άδειες, τότε η πολιτική του αντίληψη παραμένει στο επίπεδο προέδρου 15μελούς.
Αν όλα αυτά γίνονταν υπό τις ευλογίες του, τότε εκτός από ανίκανος είναι και επικίνδυνος.
Το εγχείρημα επανόδου μέσω rebranding ενός πολιτικού που παγκοσμίως θα μείνει στην ιστορία ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ηγέτη ο οποίος, αφού κέρδισε την εξουσία, εφάρμοσε πολιτικές πλήρως αντίθετες από όσα υποσχόταν, αποτελεί δείγμα μη επαφής με την πραγματικότητα. Τούτο είναι σύνηθες στην Αριστερά.
Η επάνοδος Τσίπρα ειδικά αν καταφέρει να ξεπεράσει το ΠΑΣΟΚ αποτελεί δώρο για το Μητσοτάκη. Το γεγονός ότι δεν το αντιλαμβάνεται ούτε ο ίδιος ούτε όσοι τον ακολουθούν θεωρείται πρόβλημα της ευρύτερης Αριστεράς και Κεντροαριστεράς, που «περιμένει τον Πίου σαν Μέσι».
