Είμαι υπερήφανος που η χώρα μου στήριξε την Ουκρανία. Θα ντρεπόμουν αν δεν το είχε πράξει. Είμαι υπερήφανος που η Δυτική Συμμαχία, Αμερική και Ευρώπη, στηρίξαμε τους Ουκρανούς. Το κουράγιο και την ανθεκτικότητα των οποίων θα θυμόμαστε για πολύν καιρό μετά το τέλος του πολέμου, που ελπίζω να έρθει το συντομότερο. Πρέπει να ήσαν πολύ λίγοι, μεταξύ όσων αμέσως καταδίκασαν την επίθεση Πούτιν, αν υπήρχαν κιόλας, εκείνοι που περίμεναν να αντέξει τέσσερα χρόνια το Κίεβο. Χαίρομαι που έπεσα -κι εγώ μαζί τους- τόσο έξω.
Εμείς, οι γενιές του Ψυχρού Πολέμου αλλά και της Ειρηνικής Συνύπαρξης, του φόβου για ανά πάσα στιγμήν πυρηνικό όλεθρο αλλά και της δημιουργίας στενών δεσμών μετά την πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων, πιστεύαμε στην υπέρτατη δύναμη των πολεμικών μηχανών. Πέσαμε έξω. Η δύναμη υπήρχε και υπάρχει και σήμερα. Η καταστροφική της ισχύς τρομάζει όπως τρόμαζε πάντοτε. Αλλά η Ουκρανία απέδειξε ότι οι πράξεις αντίστασης έχουν την ιστορική δικαίωση στο πλευρό τους.
Δεν χαίρομαι καθόλου για τις ζημιές που προκλήθηκαν στη Ρωσία. Ο Πούτιν διέλυσε, πρακτικά, αυτή τη μεγάλη χώρα, πάνω που ήταν έτοιμη να ανοίξει βηματισμό στους νέους δρόμους της παγκόσμιας οικονομίας. Δεκάδες χιλιάδες ικανοί άνθρωποι μετανάστευσαν. Όσοι έμειναν, πιο φτωχοί από πριν, φτιάχνουν όπλα για να καταφέρουν να ζήσουν μια μίζερη ζωή. Η χώρα τους εξαρτάται πλέον από «φίλους» όπως Κίνα, Βόρειος Κορέα, Ιράν, Καζακστάν και ολίγον από Ουγγαρία ή Σερβία ή Τουρκία.
Ο Πούτιν επιτέθηκε στην Ουκρανία κυρίως γιατί έβλεπε ότι η συγκεκριμένη χώρα είχε τις ικανότητες να ξεπεράσει τη «μητέρα Ρωσία» σε όλους τους τομείς και ιδίως στην προσέλκυση διεθνών επενδύσεων, σε τεχνολογία, στην ανάπτυξη του ανθρώπινου παράγοντα, στην προσέγγιση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και να γίνει τελικά ο πραγματικός φάρος της περιοχής. Επιτέθηκε γιατί θέλησε να κλέψει πολύτιμο πλούτο από το υπέδαφος των δήθεν ρωσόφωνων περιοχών, στις οποίες και μόνον έχει καταφέρει να αποκτήσει στρατιωτικό πλεονέκτημα, το οποίο θέλει να ανταλλάξει με τον Τραμπ έναντι άλλων συμβιβασμών στους πάγους της Αρκτικής.
Το στρατηγικό του λάθος ήταν πως υποτίμησε την αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα των ευρωπαίων. Υπολόγιζε ότι όλοι οι ευρωπαίοι ηγέτες έπασχαν από το «σύνδρομο Μέρκελ». Μας έβαλε ο Πούτιν να πληρώσουμε έναν τεράστιο λογαριασμό ακριβότερης ενέργειας, αλλά τώρα που τον έχουμε ούτως ή άλλως πληρώσει, έχουμε εμείς τον πρώτο λόγο για τη ρότα που θα πάρει η απεξάρτηση της Ευρώπης από τη ρώσικη ενέργεια.
Υπάρχει όμως πάντα η επόμενη μέρα. Όταν τελειώσει ο πόλεμος και ρυθμιστούν οι εκκρεμμότητες των καταστροφών, η Ελλάδα θα χρειαστεί να υφάνει ξανά τις σχέσεις της με τη Ρωσία. Χωρίς δογματισμούς, με σαφείς όρους, όπως αυτοί που θα τεθούν από την παγκόσμια και ιδιαιτέρως την ευρωπαϊκή κοινότητα κρατών. Στη μακρά σχέση μας με το Μόσκοβο, υπήρξαν και στο παρελθόν παρόμοιες κακές στιγμές. Και υπήρχαν πάντοτε συμπατριώτες που ανέλαβαν να φέρουν εις πέρας το δύσκολο αυτό έργο. Ως προς αυτό, πολιτικοί δογματισμοί δεν πρέπει και δεν μπορεί να υπάρξουν. Ιδίως επειδή η Ελλάδα, με τη σαφή στάση της υπέρ των αμυνομένων, Ουκρανών, δεν άφησε περιθώρια εθελοτυφλίας και δουλικότητας.
