Καλλιεργείται κλίμα αισχροκέρδειας

Πέρασε, κιόλας, ένας μήνας πολέμου. Δίπλα μας. Οι επιπτώσεις πολλές, όπως κάθε φορά που ξεσπούν πολεμικές επιχειρήσεις σε μέρη στα οποία παράγονται κρίσιμα υλικά για την καθημερινότητά μας, ιδίως μάλιστα ενεργειακά.

Στον μήνα που πέρασε, η τιμή του αργού πετρελαίου τύπου Brent αυξήθηκε από τα 72 στα 112 δολάρια/βαρέλι. Πάνω από τα «100» το πετρέλαιο είχε βρεθεί τον Ιούνιο 2022 όταν τα ρωσικά στρατεύματα υποχώρησαν από τα προάστια του Κιέβου και στράφηκαν στην περιοχή του Ντονμπάς, όπου βρίσκονται καθηλωμένα μέχρι σήμερα. Ήταν η πρώτη φορά που ο δυτικός κόσμος αντιλήφθηκε πως ο πόλεμος του Πούτιν δεν θα τελειώσει σε μερικές εβδομάδες. Άρχισαν τότε οι υπολογισμοί, μαζί με τους περιορισμούς στην εισαγωγή αερίου, την εξαγωγή πετρελαίου και άλλων κρίσιμων προϊόντων, κυρίως αγροτικών, αλλά όχι μόνον. Το brent πέρασε τα 120 δολάρια, αλλά μέχρι το τέλος εκείνου του έτους είχε πέσει στα 72 δολάρια/βαρέλι.

Ας έρθουμε στην παρούσα κρίση. Στον μήνα που πέρασε, η τιμή της βενζίνης (95) στο πρατήριο αυξήθηκε κατά περίπου 25 λεπτά. Το ίδιο συνέβη σε όλες τις χώρες της Ευρωζώνης (και της Ενωμένης Ευρώπης, αλλά θα κρατήσουμε τις πρώτες για λόγους απλούστευσης των συλλογισμών μας). Σε ορισμένες η αύξηση περιορίστηκε στα 15 λεπτά σε άλλες ξεπέρασε τα 30, επομένως οι διαφορές είναι ελάχιστες.

Η αύξηση στην τιμή της διυλισμένης βενζίνης μεταβλήθηκε κατά το ίδιο εύρος. Στην Ελλάδα, το χιλιόλιτρο της 95άρας παραδόθηκε στις 23 Φεβρουάριου, πριν την έναρξη των βομβαρδισμών, στα 686,3 ευρώ ενώ στις πρώτες ημέρες (2/3/2026) πήγε στα 701, 6 ευρώ και τρεις εβδομάδες αργότερα, στις 23/3/2026 είχε φτάσει στα 927,4 ευρώ. Δηλαδή η αύξηση πριν τους φόρους (ΕΦΚ και ΦΠΑ) και το κέρδος των διανομέων ήταν στο ίδιο ακριβώς εύρος με εκείνο που βλέπουμε στην αντλία. Δείτε περισσότερα στοιχεία στην ειδική έκδοση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Σημειώστε ότι τα ελληνικά διυλιστήρια παραδίδουν το καύσιμο σε τιμή χαμηλότερη, κατά περίπου 4 λεπτά, από τον μέσο όρο τιμολόγησης των διυλιστηρίων της Ευρωζώνης.

Για κάποιον που διανύει περί τα 1.000 χλμ τον μήνα, χρησιμοποιεί δηλαδή το αυτοκίνητό του για να κάνει μια μάλλον μεγάλη διαδρομή, κατά κανόνα για τη μετάβαση στην εργασία του, η πρόσθετη επιβάρυνση, αναλόγως της κατανάλωσης του ΙΧ του, είναι μεταξύ 15 και 30 ευρώ. Πολλοί, όσοι για παράδειγμα έσπευσαν να γεμίσουν τα ρεζερβουάρ, προφανώς θα έχουν μικρότερη επίπτωση. Είναι ενδεικτικό ότι και οι μετακινήσεις περιορίστηκαν και οι πελάτες στα πρατήρια αραίωσαν.

Σε κάθε περίπτωση, η επίπτωση από την νέα κατάσταση, που τη ζούμε τηλεοπτικά και πολιτικά υπό το σύνθημα «φωτιά πήραν τα καύσιμα», δεν είναι μικρή, προφανώς, αλλά δεν είναι καταστροφική.

Μεγαλύτερο είναι το πρόβλημα που προέκυψε από τη διαμόρφωση προσδοκιών γενικευμένης ανόδου τιμών, μεταξύ των καταναλωτών/πολιτών/επαγγελματιών. Η ανατιμητική ψυχολογία, που εξελίχθηκε μέσα στο μήνα, ήταν πολύ μεγαλύτερη, σχεδόν υπερβολική.

Δύσκολο να την εμποδίσει κανείς. Οι τιμές της ενέργειας μεταδίδονται όπως ο ηλεκτρισμός στον χαλκό. Αλλά η αρχική απραξία της κυβέρνησης και η εντύπωση πως το κράτος δεν ήταν προετοιμασμένο για το σοκ και δεν διαθέτει εργαλεία κατάλληλης, αντικυκλικής οικονομικής πολιτικής, βοήθησε στη διαμόρφωση ανατιμητικής ψυχολογίας.

Κάποια στιγμή πάντως, η κυβέρνηση αντέδρασε. Με το πάγωμα, σε μάλλον υψηλό επίπεδο, των περιθωρίων κέρδους στη διανομή απέτρεψε το ενδεχόμενο να εκδηλωθούν φαινόμενα κερδοσκοπίας ανεξάρτητα από την πραγματική τιμής διάθεσης στο διυλιστήριο. Ακολούθησαν η επιδότηση του πετρελαίου κίνησης και η εξαγγελία του fuelpass στις βενζίνες (για 3 στις 4 οικογένειες), που θα επηρεάσει το κόστος καυσίμων μέσα στην εβδομάδα. Ήδη άλλωστε σημειώθηκε μικρή μείωση (της τάξεως των 2-3 λεπτών) στις νέες παραδόσεις καυσίμων στα πρατήρια.

Με την εφαρμογή των τριών αυτών μέτρων, η διαφορά, πριν και μετά την πολεμική κρίση, στην τελική τιμή πετρελαιοειδών, θα καταστεί αδιάφορη. Το πληθωριστικό κλίμα όμως θα διατηρηθεί για κάποιο διάστημα, άγνωστο, ακόμη κι αν η κατάσταση με τις διεθνείς τιμές πετρελαίου παραμείνει, λίγο-πολύ, σταθερή.

Άρα, από αυτή την εβδομάδα και εφόσον δεν υπάρξουν νέες δυσμενείς εξελίξεις στα πολλά μέτωπα του πολέμου — πραγματικά, διπλωματικά και ψυχολογικά — κάθε ανατίμηση που αποδίδεται στις διεθνείς τιμές των καυσίμων πρέπει να θεωρείται κερδοσκοπική.

Κατά τον ίδιο λόγο, η συνέχιση, ιδίως εκ μέρους της αντιπολίτευσης, μιας ιδιωματικής εμμονής στην προώθηση διαφόρων «ιδεών» περί διασώσεως των νοικοκυριών και της οικονομίας (!) με διάφορα μέτρα, τα οποία στην πράξη έχουν παρεμφερές αποτέλεσμα προς όσα αποφάσισε η κυβέρνηση, ισοδυναμεί με καλλιέργεια κλίματος ευνοϊκού προς αισχροκέρδεια.