Χρειάζονται πρόσθετες δικλείδες ασφαλείας

Όπως κάθε χρόνο, το Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) ενημέρωσε για τις ημέρες που χρειάζεται να εκτίσουμε ως φορολογική «ποινή» υποχρεωτικής εργασίας για το κράτος. Στη διάρκεια του έτους που πέρασε έπρεπε να δουλέψουμε για το κράτος 177 ημέρες. Δύο λιγότερες από το 2024 αλλά 27 περισσότερες από το 2009, τελευταίο έτος προτού σκάσει η δημοσιονομική φούσκα.

Η διαφορά, σημαντική, δεν δείχνει ότι κάποτε υπήρξαμε «πιο ελεύθεροι» ή πως ήσαν λιγότεροι οι φόροι. Δείχνει πως πρακτικά μέχρι το 2012, το κράτος «έμπαινε μέσα» και για να καλύψει τη ζημιά του, δανειζόταν ασυστόλως από πρόθυμες αγορές και φόρτωνε χρέη τις επόμενες γενιές. Όπως μάθαμε the hard way, δηλαδή αφού «φάγαμε πολύ ξύλο», το κράτος που σημαίνει οι διαδοχικές κυβερνήσεις το έκαναν αυτό επί περίπου μια τριακονταετία, αν και όχι όλα τα χρόνια. Πείτε λοιπόν για μια γενιά.

Πως κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά το γνώριζαν άπαντες οι πολιτικοί αυτής της περιόδου. Σίγουρα εκείνοι που υπερψήφιζαν τους κρατικούς προϋπολογισμούς/απολογισμούς/ισολογισμούς όλων αυτών ετών. Ανεύθυνη στάση. Την οποία, οι δύο μεγάλες παρατάξεις, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, την έχουν παραδεχτεί και την πλήρωσαν πολιτικά με βαρύ νόμισμα.

Το γνώριζαν όμως και όσοι καταψήφιζαν τους οικονομικούς λογαριασμούς, οι οποίοι μάλιστα είναι εξίσου υπεύθυνοι επειδή ήσαν πολλαπλασίας ανεύθυνοι. Καταψήφιζαν βεβαίως, αλλά μόνον επειδή ότι το κράτος δεν ξόδευε περισσότερα χρήματα, όπως απαιτούσαν οι δικοί τους ψηφοφόροι. Ακόμη χειρότερα, οι ίδιοι αυτοί ζητούσαν και περισσότερες δαπάνες και λιγότερους φόρους. Τουλάχιστον οι κυβερνώντες δεν τολμούσαν να αυξήσουν τους φόρους παρά μόνον όταν το κράτος κινδύνευε να πέσει οριστικά έξω την αμέσως επόμενη χρονιά.

Αρκούσε, πάντοτε, μια ματιά σε όσα συνέβαιναν στα άλλα κράτη της Ευρώπης, για να καταλάβει κανείς πως κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά. Στο γράφημα που παραθέτει η έκθεση του ΚΕΦΙΜ βλέπουμε πως αρχίζοντας (αριστερά) από το 1995 και μέχρι το 2011 η Ελλάδα χαίρει χαμηλότερης φορολογικής επιβάρυνσης έναντι του μέσου όρου των 25 κρατών της Ένωσης. Μόνον μεταξύ 2015-2018 η επιβάρυνση είναι μεγαλύτερη. Με τον Covid αλλά και το 2025 πέφτουμε και πάλι, όχι όμως εντυπωσιακά, κάτω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο.

Το θέμα είναι, προφανώς, πού πάμε και πού θέλουμε να πάμε στα αμέσως επόμενα χρόνια. Ο πρωθυπουργός Μητσοτάκης και η ομάδα του έχουν θέσει ως χρυσό κανόνα την αποφυγή ελλειμματικής χρηματοδότησης των κρατικών δαπανών. Το κράτος μάλιστα θα φροντίζει να διασφαλίζεται πλεόνασμα κατά την ετήσια διαχείριση των δημοσίων οικονομικών.

Αυτό είναι, προφανώς, σοφό. Όταν είσαι φορτωμένος με ένα τόσο μεγάλο κρατικό χρέος δεν παίζεις με τις αγορές, ακόμη κι αν αυτές εμφανίζονται διατεθειμένες να σου δανείζουν, σε καλή τιμή (επιτόκιο) όσα τους ζητάς και ακόμη παραπάνω. Η πώληση/τοποθέτηση νέου ελληνικού χρέους αυτές τις ημέρες ήταν επιτυχημένη, αν και το επιτόκιο 3,75% που θα πληρώσουμε για το δάνειο των 4 δισ. ευρώ στα επόμενα δέκα χρόνια είναι υψηλότερο εκείνου που πληρώναμε όταν φορτώναμε με απληστία την χώρα με νέα χρέη.

Χρειάζεται υψηλό δείκτη πειθαρχίας για να μην κάνεις την κουτουράδα που ήδη κάποιοι συζητούν: να δανειστείς περισσότερα από όσα ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) υπολογίζει πως απαιτούνται για τη διασφάλιση της ομαλότητας. Ήδη, όπως έδειξαν οι κινητοποιήσεις αγροτών στα μπλόκα των ημερών, πληθαίνουν εκείνοι που απαιτούν να τους μοιραστεί μερίδιο από τον περίφημο «δημοσιονομικό χώρο» ή τα «υπερπλεονάσματα».

Το κάνουν μάλιστα αυτό όταν το όφελος του μισθωτού των 1.000 ευρώ/μήνα, μετά τις μειώσεις που ξεκίνησαν (επιτέλους) να εφαρμόζονται από αυτόν τον μήνα, είναι μόλις 105 ευρώ για ολόκληρο τον χρόνο. Ακόμη και όσοι, λίγοι, έχουν διπλάσιες απολαβές, 2.000 ευρώ μηνιαίως, θα πληρώσουν φόρο 500 ευρώ λιγότερα μέσα στο έτος. Ούτε 5 επισκέψεις στο σούπερ μάρκετ!

Είναι, πιστεύω, ώρα να συζητηθεί και, κατά τη γνώμη μου, να ψηφιστεί διάταξη αυξημένης, συνταγματικά, ισχύος, που θα απαγορεύσει την εκτέλεση ελλειμματικών προϋπολογισμών. Τουλάχιστον μέχρι το 1932, όταν θα έχουμε δει πως διαμορφώνονται οι συνθήκες της τωρινής υπερχρέωσης.

Βεβαίως, υπάρχει πολιτική υποχρέωση, κατοχυρωμένη με νομοθετική διάταξη, ώστε να διασφαλίζονται πρωτογενή πλεονάσματα στο μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, προκειμένου να συνεχιστεί η προσπάθεια εκλογίκευσης του δημόσιου χρέους.

Βεβαίως, ισχύουν αυστηροί δημοσιονομικοί κανόνες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που αποτρέπουν τις τρελλαμάρες που κάποιοι ήδη καλλιεργούν στην κοινή γνώμη.

Βεβαίως οι αγορές, που σήμερα επιβραβεύουν, στα λόγια και στην πράξη, την δημοσιονομική σοβαρότητα της παρελθούσης δεκαετίας, θα στείλουν το δικό τους μήνυμα.

Είναι όμως αρκετό αυτό το πλαίσιο πειθαρχίας; Αν ρωτήσετε οποιονδήποτε από όλους εμάς που βλέπαμε, δείχναμε, γράφαμε και καταγγέλλαμε την καταστροφή που μας περίμενε -και τελικά μας βρήκε- θα σας διαβεβαιώσει ότι, υπό ορισμένες, πολιτικές, προϋποθέσεις, το πλαίσιο δεν αρκεί. Χρειάζεται κάτι πιο στιβαρό και, κυρίως, πιο ασφαλές. Εκλογές έρχονται...