Είναι πάντοτε χρήσιμο, σχεδόν υποχρεωτικό, να κρίνουμε την εξωτερική πολιτική και με όρους επιδιώξεων εσωτερική πολιτικής. Στην περίπτωση των Ηνωμένων Πολιτειών του προέδρου Τραμπ η στενή σχέση μεταξύ των δύο είναι αποκαλυπτική. Ο ίδιος ο Τραμπ οδηγεί στην κατανόηση αυτής της διασύνδεσης, όπως δείχνει η δημόσια σύγκρουση της προεδρίας με τον διοικητή της ομοσπονδιακής, κεντρικής, τράπεζας του δολαρίου και, εκ παραλλήλου, με το αμερικανικό τραπεζικό σύστημα.
Κατά σύμπτωση, τις τελευταίες μέρες, καταχωρήθηκαν στη δημόσια συζήτηση δύο όμοιας τάξης μεγέθους στοιχεία. Το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας έφθασε, στους 11 περασμένους μήνες του έτους το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια. Στο ίδιο ποσό του 1 τρισ. δολαρίων κινείται και το χρέος των κατοίκων ΗΠΑ σε πιστωτικές κάρτες.
Χθες μόλις, ο πρόεδρος Τραμπ επιτέθηκε στον «Jerome “Too Late” Powell» όπως αποκαλεί τον 16ο πρόεδρο του Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών, το οποίο ιδρύθηκε το 1913. Ήταν η τρίτη προσπάθειά του ακόμη τότε νεαρού και ήδη πολύ δυναμικού κράτους, για να διασφαλίσει σταθερότητα στο τραπεζικό του σύστημα και να ενισχύσει τον εθνικό και περιφερειακό ρόλο του νέου παγκόσμιου νομίσματος, του αμερικανικού δολαρίου.
Ήταν μια σοφή πράξη με την υπογραφή του Woodrow Wilson, του μόνου Δημοκρατικού προέδρου κατά τη μακρά περίοδο εκρηκτικής προόδου των ΗΠΑ, της περίφημης «Εποχής της Προόδου» (1890-1920), όταν οι Ρεπουμπλικάνοι μονοπωλούσαν με τεράστια δημοφιλία όλα τα νομοθετικά και κυβερνητικά όργανα, υπό την ιδεολογική σκέπη των «Προοδευτικών».
Ο ίδιος Γουίλσον, επιδραστικότατος πρόεδρος στην ιστορία των ΗΠΑ, καθοριστικός και στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής αφού έπεισε τη χώρα του να πάρει θέση και να μετάσχει στην έκβαση του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου είχε, την ημέρα της ιδρυτικής πράξης του Συστήματος της Κεντρικής Τράπεζας διατυπώσει την εξής σκέψη:
«Θα οργανώσουμε το οικονομικό μας σύστημα σήμερα και όπως θα διαμορφωθεί μελλοντικά, όχι όπως θα ήταν αν είχαμε ένα καθαρό φύλλο χαρτί για να γράψουμε πάνω του τις επιθυμίες μας. Θα το διαμορφώσουμε βήμα-βήμα σε αυτό που πρέπει να είναι, με το πνεύμα εκείνων που είναι ικανοί να αμφισβητούν τη δική τους σοφία και να αναζητούν συμβουλές και πρόσθετη γνώση, και όχι την ρηχή αυτοϊκανοποίηση ή τον ενθουσιασμό όσων προτείνουν επικίνδυνες περιπέτειες».
Μετά την τεράστια κρίση του 1929, όταν ο ήδη πιο ισχυρός καπιταλισμός της εποχής ήρθε αντιμέτωπος με το έρεβος της αστάθειας του συστήματος της ελεύθερης αγοράς, το Σύστημα αναθεωρήθηκε με την ιστορική νομοθετική πράξη των Glass-Steagall (1933) και οι ΗΠΑ απέκτησαν, το 1935 με την «Τραπεζική Πράξη», τη σημερινή Federal Reserve Bank. Το νέο, θεμελιώδες, χαρακτηριστικό της Κεντρικής Τράπεζας ήταν η πλήρης και κατοχυρωμένη ανεξαρτησία στις αποφάσεις της έναντι κάθε πολιτικού οργανισμού και ειδικότερα έναντι του Προέδρου.
Αμέσως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η αμερικανική ναυαρχίδα του ήδη παγκοσμιοποιημένου καπιταλιστικού συστήματος χρειάστηκε να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα που είχε προκύψει και λόγω της επιρροής που ασκούσε στις μεγάλες λαϊκές μάζες, ο ρώσικος «σοσιαλισμός» στο όνομα της ισότητας ευκαιριών και εισοδημάτων. Μεταξύ άλλων, με το «Νόμο για την Απασχόληση» (1946), στα καθήκοντα της Κεντρικής Τράπεζας προστέθηκε η επιδίωξη της πλήρους απασχόλησης και μέσω της νομισματικής πολιτικής.
Ας επιστρέψουμε στα σημερινά.
Ο πρόεδρος Τραμπ, που είναι αυτός ο οποίος διάλεξε και διόρισε αρχικώς τον Πάουελ στην κεφαλή της Fed (όπου τον επιβεβαίωσε ο απελθών Μπάιντεν) δεν δέχεται την ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας. Θέλει να την καταργήσει; Όχι ακριβώς, εφόσον όμως η Fed μειώσει το κεντρικό επιτόκιο του δολαρίου τόσο όσο εκείνος πιστεύει. Ποιο είναι αυτό το χαμηλότερο επιτόκιο δεν μας το λέει, αλλά σίγουρα θα το εφαρμόσει ο επόμενος «δικός του» κεντρικός τραπεζίτης, μετά το Μάιο εφέτος. Το όνομα του οποίου μπορεί μάλιστα να ανακοινωθεί την επόμενη εβδομάδα και μπορεί να είναι ο Rick Rieder, επικεφαλής χρηματοοικονομικών επενδύσεων σταθερών αποδόσεων (Chief Investment Officer, Global Fixed Income) της Blackrock, του πολύ γνωστού (και στην Ελλάδα) γιγαντιαίου διαχειριστή κεφαλαίων (fund).
Σε αυτή την προοπτική ο πρόεδρος Τραμπ επανέλαβε πριν λίγες μέρες ότι θέλει να τεθεί, για ένα έτος, ανώτατο όριο 10% στο επιτόκιο των δανείων μέσω πιστωτικών καρτών, δηλαδή στην καταναλωτική πίστη, την οποία χρησιμοποιούν καθοριστικά στην καθημερινή τους ζωή, οι Αμερικάνοι πολίτες. «Δεν θα επιτρέψουμε άλλο να εξαπατάται ο αμερικανικός λαός από τις εταιρείες πιστωτικών καρτών που χρεώνουν επιτόκια 20 έως 30%», έγραψε στο αγαπημένο του «ημερολόγιο» πριν λίγες ημέρες.
Η διαφορά είναι πολύ μεγάλη για να μην επηρεαστεί το τραπεζικό σύστημα, τη σταθερότητα του οποίου έχει την υποχρέωση να διασφαλίζει η κεντρική τράπεζα. Εξάλλου, οι πάντοτε «κακοί τραπεζίτες» σημείωσαν με έκτακτη ανακοίνωσή τους ότι παρόμοια κρατική παρέμβαση θα οδηγήσει σε σημαντική μείωση των διαθεσίμων κεφαλαίων και θα υποχρεώσει τους καταναλωτές να χρησιμοποιήσουν άλλες, εναλλακτικές, πηγές δανεισμού, που θα είναι, όμως, πολύ ακριβότερες.
Πάμε τώρα στη διεθνή ισοτιμία του δολαρίου. Ο πρόεδρος Τραμπ απαιτεί από τον κεντρικό τραπεζίτη Πάουελ να μειώσει τα επιτόκια του δολαρίου, γεγονός που θα οδηγήσει τις αγορές νομισμάτων σε ακόμη μεγαλύτερη πτώση του δολαρίου. Όπως έγραψε ο Τραμπ για τον Πάουελ «θα έπρεπε να έχουμε ένα σημαντικά χαμηλότερο επιτόκιο τώρα που ακόμη και αυτός ο ηλίθιος παραδέχεται ότι ο πληθωρισμός δεν αποτελεί πλέον πρόβλημα ή απειλή.»
Με τα λόγια και το μυαλό του προέδρου Τραμπ, «λόγω των τεράστιων ποσών χρημάτων που εισρέουν στη χώρα μας εξαιτίας των δασμών, θα έπρεπε να πληρώνουμε το ΧΑΜΗΛΟΤΕΡΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΑΠΟ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΑΛΛΗ ΧΩΡΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ.» (Τα κεφαλαία δικά του).
Επειδή όμως το δολάριο είναι παγκόσμιο νόμισμα και έχει ένα και μόνο επιτόκιο, αν αυτό μειωθεί ο δανεισμός σε δολάρια θα γίνει επωφελέστερος για όλους όσοι δανείζονται για οιαδήποτε λόγο.
Σήμερα, το βασικό επιτόκιο του δολαρίου είναι στο 3,75% ενώ του ευρώ είναι στο 2,15%. Παρά ταύτα, δεν έχει εκδηλωθεί ρεύμα δανεισμού σε ευρώ, η ισοτιμία του οποίου βρίσκεται στο 1,20 δολάριο, είναι δηλαδή ένα «ακριβότερο» νόμισμα.
Στο μυαλό του Τραμπ, η επιστροφή στον μερκαντιλισμό, μια οικονομική θεωρία που ξεκίνησε τον 16ο και θριάμβευσε μέχρι και τον 18ο αιώνα, ο λεγόμενος νέο-μερκαντιλισμός, μπορεί να καταργήσει τον νέο-φιλελευθερισμό στη θεωρία του διεθνούς εμπορίου και, βεβαίως, στην εσωτερική οικονομική πολιτική. Η απλή σκέψη πίσω από όλα αυτά είναι ότι οι διεθνείς συναλλαγές είναι παίγνιο μηδενικού αποτελέσματος: «αν εσύ κερδίζεις, εγώ χάνω» και αντιστρόφως.
Όμως, η σύγχρονη οικονομία στηρίχθηκε και στηρίζεται στην κατάρριψη από τον Ανταμ Σμιθ αυτών των απόψεων που οδήγησαν άλλωστε σε δεκάδες σκληρές πολεμικές συγκρούσεις με αφορμή την επιβολή δασμών και μονομερών κανόνων στο εμπόριο. Ο «Πλούτος των Εθνών», που είναι και ο τίτλος του απαραίτητου προς ανάγνωση έργου του πατέρα της οικονομικής σκέψης, είναι το ελεύθερο, ανοικτό και συνεχώς διαπραγματεύσιμο εμπόριο.
Όπως κατανοούμε, ο μερκαντιλισμός συνοδεύεται υποχρεωτικώς από τον προστατευτισμό, που με τη σειρά του οδηγεί στην χρήση και στρατιωτικών μέσων, όταν αυτό επιβάλλεται. Η Αμερική απομακρύνεται από τα πρότυπα που η ίδια υιοθέτησε και καθιέρωσε ως δρόμο της πλούσιας Δύσης.
Είναι προφανές πως για τα ευρωπαϊκά έθνη, ο δρόμος της συνεργασίας με την Κίνα και την Ινδία είναι μονόδρομος, τουλάχιστον για όσο καιρό κρατήσει η τρέλα Τραμπ. Εξάλλου και ο νέος πλούτος, από εκεί έρχεται. Στην Ανατολή...
