Το τοξικό περιβάλλον έντονων διακυμάνσεων επισκίασε κάθε άλλη εξέλιξη, εντός και εκτός των τειχών, με τους επενδυτές να αναπροσαρμόζουν την επενδυτική τους στρατηγική ενσωματώνοντας πλέον την παράμετρο του χρόνου στις αποφάσεις τους. Οι αγορές φαίνεται να έχουν περάσει από την τιμολόγηση των γεγονότων στην τιμολόγηση της διάρκειάς τους και, μέχρι στιγμής, η εικόνα δεν προδιαγράφει ιδιαίτερα θετικές εξελίξεις ως προς τον χρονικό ορίζοντα λήξης των εχθροπραξιών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις επιπτώσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, το ενεργειακό κόστος και τον πληθωρισμό.
Παράλληλα, αναδύεται μια νέα δέσμη αβεβαιοτήτων που σχετίζονται με την εγχώρια οικονομία και ειδικότερα με τον τουρισμό, την κατανάλωση και το κόστος χρήματος, επαναφέροντας κινδύνους στο προσκήνιο και επηρεάζοντας αντίστοιχα τις προσδοκίες για επιμέρους κλάδους και εταιρείες. Το μόνο βέβαιο σε αυτό το περιβάλλον υψηλής αστάθειας είναι η στενή συσχέτιση της εγχώριας αγοράς με τις διεθνείς αγορές.
Καθώς το εύρος των πιθανών εξελίξεων εκτείνεται από μια άμεση κατάπαυση του πυρός έως μια νέα κλιμάκωση της έντασης, η προτεραιότητα των μεγάλων χαρτοφυλακίων έχει μετατοπιστεί περισσότερο στη διαχείριση και την προσαρμογή σε διαφορετικά σενάρια και λιγότερο στην αναζήτηση επενδυτικών ευκαιριών που προκύπτουν από τη διόρθωση των τιμών.
Στο εξωτερικό πέρα από τις εξελίξεις στο μέτωπο των πολεμικών επιχειρήσεων το ενδιαφέρον την ερχόμενη εβδομάδα θα εστιαστεί και στις κεντρικές τράπεζες (18/03 FED, 19/03 ΒοΕ και ΕΚΤ) οι οποίες θα ανακοινώσουν τις αποφάσεις τους για τα επιτόκια. Αν και δεν αναμένεται κάποια αλλαγή ο ενδιαφέρον των αγορών θα στραφεί στις επικαιροποιημένες μακροοικονομικές προβλέψεις, στην προοπτική των επιτοκίων καθώς και στη συνέντευξη Τύπου του προέδρου της FED, Jerome Powell.
Η κλιμάκωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή και η εκτίναξη των τιμών της ενέργειας έχουν οδηγήσει σε σημαντική αναθεώρηση των προσδοκιών σχετικά με τη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής της FED μέσα στο έτος. Πλέον, η αγορά επιτοκίων στις ΗΠΑ προεξοφλεί μόλις 20 μονάδες βάσης μείωσης επιτοκίων για ολόκληρο το 2026, σημαντικά χαμηλότερα από τις 50 μονάδες βάσης μειώσεων που τιμολογούσε στα τέλη Φεβρουαρίου.
Η αναπροσαρμογή αυτή σημειώθηκε παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία για την απασχόληση του Φεβρουαρίου ήταν πιο αδύναμα από τις προσδοκίες καθώς το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε στο 4,4% από 4,3%. Τα απογοητευτικά στοιχεία αναζωπύρωσαν τις ανησυχίες ότι η αγορά εργασίας στις ΗΠΑ αρχίζει να επιβραδύνεται, παρότι η συνολική εικόνα ακόμα παραμένει σχετικά ισχυρή. Τα πιο αδύναμα στοιχεία για την αγορά εργασίας φέρνουν τη FED σε μια δύσκολη θέση, καθώς καλείται να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα το ενδεχόμενο αυξημένων πληθωριστικών πιέσεων.
Ως εκ τούτου, οι επικαιροποιημένες προβλέψεις (ειδικά στον τομέα της ανάπτυξης και του πληθωρισμού) και οι δηλώσεις του Powell θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμες για τον καθορισμό των προσδοκιών των αγορών για τα επιτόκια, πέρα από την άμεση απόφαση της συνεδρίασης και θα έχουν ανάλογη αποτύπωση στις τιμές των μετοχών.
Τεχνικά, ο Γενικός Δείκτης παρέμεινε εντός του εύρους που ορίζουν οι κινητοί μέσοι των 50 και 200 ημερών, αφού προηγουμένως κατέγραψε νέο χαμηλό έτους στις 2.036,77 μονάδες. Στην εν λόγω ζώνη στήριξης βρήκε στήριξη στον κινητό μέσο των 200 ημερών και ολοκλήρωσε την ανοδική αντίδραση λίγο χαμηλότερα από τις 2.200 μονάδες.
Οι αγοραστές κέρδισαν χρόνο, καθώς ανέκοψαν ένα νέο κύμα προσφοράς που θα μπορούσε να ενεργοποιήσει το σήμα πώλησης από τον κινητό μέσο των 200 ημερών, διατηρώντας παράλληλα μια μικρή απόσταση ασφαλείας από το κρίσιμο σημείο καμπής. Η σταδιακή αποκλιμάκωση της μεταβλητότητας μετά από μια κίνηση 270 μονάδων (σχεδόν 9%) σε επίπεδο δείκτη θα μπορούσε να αποτελεί ένδειξη περιορισμού της προσφοράς.
Το μοτίβο συνεχών διακυμάνσεων με αυξημένο ενδοσυνεδριακό εύρος που εξελίσσεται από τις 3 Μαρτίου εμφανίζει χαρακτηριστικά αντιστροφής τάσης, ενώ στο ξεπούλημα της 9ης Μαρτίου η αγορά έκλεισε πολύ κοντά στο υψηλό ημέρας, με αυξημένο τζίρο. Παρ’ όλα αυτά, η τεχνική εικόνα παραμένει ακόμη ρευστή, καθώς, παρά την αντίδραση από τα φετινά χαμηλά, ο δείκτης εξακολουθεί να κινείται κάτω από το επίπεδο των 2.210 μονάδων, το οποίο θα μπορούσε να μεταβάλει ουσιαστικά τα δεδομένα της επικρατούσας καθοδικής τάσης.
