Ο Harold Hamm είναι μια ιστορική φιγούρα στην αμερικανική και διεθνή πετρελαϊκή αγορά, καθώς είναι ένας από τους πρωτοπόρους της εξόρυξης πετρελαίου και φυσικού αερίου με την μέθοδο που έχει γίνει ευρέως γνωστή ως fracking. Η μέθοδος δημιουργίας ορυγμάτων παράλληλων με το έδαφος, σε αντίθεση με την συμβατική μέθοδο των κάθετων στην επιφάνεια της γης πετρελαιοπηγών, είχε δοκιμαστεί πολλά χρόνια πριν το ξεκίνημα του 21ου αιώνα και οι περισσότεροι επιχειρηματίες και ειδικοί θεωρούσαν πως δεν είχε και πολλές προοπτικές.
Όμως ο Hamm και η εταιρεία του Continental Resources έδειξαν πως το fracking είχε εξαιρετικές προοπτικές, μέσω της μεγάλης επιτυχίας τους στο σχιστολιθικό κοίτασμα της πολιτείας της Βόρειας Ντακότας των ΗΠΑ. Στον Hamm και την εταιρεία του, την οποία ελέγχει πλήρως μετά την έξοδό της από το χρηματιστήριο το 2022, πιστώνεται σε μεγάλο βαθμό την επανάσταση που έφερε στη διεθνή πετρελαϊκή αγορά το fracking και στην άνοδο των ΗΠΑ στην πρώτη θέση των παραγωγών πετρελαίου παγκοσμίως. Επιστρέφοντας στο παρόν, ο Hamm είναι έτοιμος και πάλι να γράψει ιστορία, αυτή την φορά με άλλο τρόπο. Όπως μάθαμε από τον διεθνή οικονομικό Τύπο, ο Hamm αποφάσισε να σταματήσει την εξόρυξη πετρελαίου από την Βόρεια Ντακότα, ύστερα από πολλά χρόνια.
Σε άρθρο του Bloomberg από την Παρασκευή που πέρασε διαβάσαμε πως σε τηλεφωνική του συνέντευξη ο επιχειρηματίας είπε ότι: «θα είναι η πρώτη φορά εδώ και 30 χρόνια που ο Harold Hamm δεν θα έχει εν λειτουργία πετρελαιοπηγές στην Βόρεια Ντακότα», προσθέτοντας πως «αυτό λέει πολλά πράγματα: δεν υπάρχει λόγος να εξορύσσεις όταν τα περιθώρια κέρδους στην ουσία έχουν εξαφανιστεί».
Η απόφαση του Hamm δεν φαίνεται παράλογη. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των αναλυτών του BloombergNEF, το κόστος εξόρυξης ενός βαρελιού πετρελαίου από τα σχιστολιθικά κοιτάσματα Bakken είναι αυτή την περίοδο κοντά στα 58 δολάρια, αυξημένο κατά 4% από πέρυσι εξαιτίας της ανόδου των διαφόρων εξόδων των επιχειρήσεων. Με την τιμή της ποικιλίας πετρελαίου West Texas Intermediate να είναι στα 59,19 δολάρια/βαρέλι, είναι φανερό πως τα περιθώρια κέρδους είναι πλέον ελάχιστα.
Εδώ πρέπει να επισημάνουμε πως ο Hamm είναι από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές του προέδρου Τραμπ αλλά αυτό δεν σημαίνει πως θα θυσιάσει την κερδοφορία των επιχειρήσεων του για να τον βοηθήσει να κατεβάσει και άλλο την τιμή του πετρελαίου και να πραγματοποιήσει την προεκλογική του υπόσχεση για μείωση του κόστους διαβίωσης των Αμερικανών πολιτών. Η κίνηση του Hamm επιβεβαιώνει μία από τις πιο βασικές αρχές της ελεύθερης (κατά το μέτρο του δυνατού) αγοράς: «εχθρός των χαμηλών τιμών είναι οι ακόμα πιο χαμηλές τιμές, καθώς προκαλούν μείωση της προσφοράς και τελικά βάζουν τα θεμέλια για την άνοδό τους».
Υπάρχει όμως και η άλλη αντίστοιχη αρχή, η οποία μας λέει πως: «εχθρός των υψηλών τιμών είναι οι ακόμα πιο υψηλές τιμές, καθώς προκαλούν μείωση της ζήτησης και βάζουν τα θεμέλια για την πτώση τους». Κάτι τέτοιο φαίνεται πως έχει ήδη αρχίσει να γίνεται στην περίπτωση του ασημιού, η ανοδική κούρσα του οποίου έχει προκαλέσει μεγάλη εντύπωση όχι μόνο στις χρηματιστηριακές αγορές μετοχών και εμπορευμάτων αλλά και στην διεθνή κοινή γνώμη. Καθώς η τιμή του ξεπέρασε και τα 90 δολάρια/ουγγιά, τριπλάσια δηλαδή από αυτήν των αρχών του 2025 (την Παρασκευή ήταν λίγο πιο κάτω από εκεί), στην βιομηχανία φωτοβολταϊκών συστημάτων έχει σημάνει συναγερμός και οι εταιρείες του κλάδου προσπαθούν με κάθε τρόπο να μειώσουν την εξάρτησή τους από το δεύτερο πιο δημοφιλές πολύτιμο μέταλλο, Όπως είδαμε σε άρθρο του Bloomberg από την Παρασκευή, οι μεγάλες εταιρείες του κλάδου, σε συντριπτικό ποσοστό κινεζικών συμφερόντων, είναι αναγκασμένες να βρουν σύντομα λύση σε αυτό το πρόβλημα.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των αναλυτών του Bloomberg NEF, μετά την μετεωρική άνοδο του ασημιού, το κόστος αγοράς του ασημιού που χρησιμοποιείται στις ηλιακές κυψέλες αντιστοιχεί πλέον στο 29% του συνολικού κόστους ενός φωτοβολταϊκού πάνελ. Αυτό δεν σημαίνει πολλά πράγματα από μόνο του. Αν όμως λάβουμε υπόψη μας πως το 2024 αυτό το ποσοστό ήταν περίπου 14% και το 2023 κοντά στο 3,40%, πάντα σύμφωνα με το Bloomberg NEF, είναι προφανές πως οι εταιρείες είναι αντιμέτωπες με ένα μεγάλο πρόβλημα.
Ειδικά την στιγμή που σχεδόν όλες είναι ζημιογόνες τα τελευταία δύο χρόνια, εν μέσω του τεράστιου ανταγωνισμού μεταξύ τους. Δύο είναι τα πράγματα που κάνουν για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα οι εταιρείες που κατασκευάζουν τα φωτοβολταϊκά πάνελ. Το πρώτο είναι η αύξηση στην τιμή πώλησης των πάνελ, κάτι που θα κάνει καλό στα οικονομικά τους αποτελέσματα αλλά δεν θα αρέσει και πολύ στις επιχειρήσεις που εγκαθιστούν και λειτουργούν τα συστήματα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά συστήματα και στους καταναλωτές που την χρησιμοποιούν. Το δεύτερο είναι η μείωση των ποσοτήτων ασημιού στα πάνελ.
Αυτή η διαδικασία έχει ήδη ξεκινήσει, καθώς σύμφωνα με το Bloomberg η ποσότητα ασημιού που αντιστοιχεί σε κάθε Watt ενέργειας που παράγει ένα φ/β πάνελ μειώθηκε το 2025 στα 8,96 milligrams από 11,20 milligrams το 2024. Η συνέχιση της ανόδου στο ασήμι έχει κάνει τους παραγωγούς φ/β πάνελ να εντείνουν αυτές τις προσπάθειες. Σύμφωνα με άλλα ρεπορτάζ του διεθνούς πρακτορείου από τις πρώτες ημέρες του 2026, πολλές μεγάλες κινεζικές εταιρείες του τομέα έχουν ανακοινώσει την πρόθεσή τους να βρουν τρόπους αντικατάστασης όσο περισσότερου ασημιού μπορούν με άλλα πιο φθηνά μέταλλα όπως π.χ. τον χαλκό. Η τελευταία που έκανε τις σχετικές ανακοινώσεις ήταν η Longin Green Energy Technology (601012 Shanghai), την 5η Ιανουαρίου, ενώ πριν από αυτήν είχαμε αντίστοιχα νέα από τη Jinko Solar (688223 Shanghai).
Μία μικρότερη ανταγωνίστριά τους, η Shanghai Aiko Solar Energy (600732 Shanghai), έχει ήδη ανακοινώσει την έναρξη παραγωγής πάνελ χωρίς την χρήση ασημιού. Όπως επισημαίνει το Bloomberg, η απεξάρτηση από το ασήμι δεν είναι και τόσο εύκολη υπόθεση, καθώς τα φωτοβολταϊκά πάνελ είναι πολύ ευαίσθητα και οι χρήστες τους δεν θα είναι πρόθυμοι να δοκιμάσουν κάτι δραστικά διαφορετικό. Οι δε κατασκευαστές πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί καθώς συνήθως εγγυώνται την καλή λειτουργία των προϊόντων τους για διάστημα 20 ετών. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, είναι βέβαιο πως η μεγάλη άνοδος της τιμής του ασημιού θα μειώσει σημαντικά την ζήτηση για αυτό από τη βιομηχανία φωτοβολταϊκών πάνελ.
Εκτιμήσεις των αναλυτών της Shanghai Metal Markets από την προηγούμενη εβδομάδα ανέφεραν πως το 2026 θα δούμε μείωση κατά 17% στη ζήτηση ασημιού από τον τομέα των φωτοβολταϊκών. Δεδομένης της σημασίας αυτού του τομέα για την συνολική ζήτηση ασημιού, πρόκειται για σημαντική εξέλιξη, εφόσον βέβαια επιβεβαιωθεί.
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Silver Institute, το 2025 η ζήτηση από τα φωτοβολταϊκά αντιστοιχούσε στο 29% περίπου της συνολικής βιομηχανικής ζήτησης για ασήμι και στο 17% της συνολικής. Αν η εκτίμηση της Shanghai Metal Markets αποδειχθεί σωστή, αυτό σημαίνει πως θα μειωθεί κατά περίπου 5% η βιομηχανική ζήτηση και κατά περίπου 3% η συνολική ζήτηση για ασήμι. Δεν μπορούμε όμως να πούμε αν αυτό θα πτοήσει τους αγοραστές που ανεβάζουν σταθερά την τιμή του, καθώς το μείγμα ενθουσιασμού και πανικού που επικρατεί αυτή την εποχή είναι εκρηκτικό.
Το ίδιο δύσκολο είναι να πούμε αν το σταμάτημα της εξόρυξης πετρελαίου από την Βόρεια Ντακότα που αποφάσισε ο Harold Hamm θα επηρεάσει τις τιμές του μαύρου χρυσού. Αυτό που σίγουρα μπορούμε να πούμε είναι πως η αγορά δουλεύει όσον αφορά στην εξέλιξη του ισοζυγίου προσφοράς και ζήτησης. Όμως το τι θα γίνει τελικά με τις τιμές θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό, όπως πάντα, από την ζήτηση επενδυτικού/κερδοσκοπικού/χρηματιστηριακού χαρακτήρα. Τα μάτια μας στις οθόνες λοιπόν.
