Ο εσωτερικός πόλεμος του Ιράν και τα αδιέξοδα του θεοκρατικού καθεστώτος
Shutterstock
Shutterstock

Ο εσωτερικός πόλεμος του Ιράν και τα αδιέξοδα του θεοκρατικού καθεστώτος

Οι δρόμοι της Τεχεράνης, της Ισφαχάν, της Σιράζ και άλλων πόλεων του Ιράν έχουν μετατραπεί εδώ και μία εβδομάδα σε πεδία έκφρασης λαϊκής οργής. Οι διαδηλώσεις που ξεκίνησαν από τα παζάρια της Τεχεράνης λόγω της κατάρρευσης του ριάλ εντείνονται -όπως και η καταστολή-, αποκαλύπτοντας μια βαθιά και πολυεπίπεδη κρίση στο εσωτερικό της Ισλαμικής Δημοκρατίας, με οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις. Και καθώς ένα ευρύ κύμα αμφισβήτησης αγγίζει τη νομιμοποίηση του ίδιου του σκοταδιστικού θεοκρατικού καθεστώτος, στο «κάδρο» μπαίνουν οι εκατέρωθεν ανοιχτές απειλές Τραμπ και μουλάδων. 

Παρότι οι διαδηλώσεις παραμένουν μέχρι στιγμής πιο περιορισμένες σε σύγκριση με προηγούμενες εξεγέρσεις κατά του καθεστώς, συνιστούν έκφραση μίας συσσωρευμένης οργής που ξεκινά από τα πιο στοιχειώδη οικονομικά ζητήματα και επεκτείνεται ως γενικευμένη αμφισβήτηση εξουσίας. Ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού διεκδικεί εκ νέου δημόσιο χώρο και ατομικές ελευθερίες, σε ένα περιβάλλον όπου κάθε απόκλιση μπορεί να οδηγήσει σε σύλληψη, βασανιστήρια και θάνατο.

Ο καταλύτης των τελευταίων κινητοποιήσεων υπήρξε η πρωτοφανής υποτίμηση του ριάλ. Για μια κοινωνία ήδη εξαντλημένη από τον πληθωρισμό και τις διεθνείς κυρώσεις, η εξέλιξη αυτή λειτούργησε ως σημείο καμπής. Οι πρώτες κινητοποιήσεις ξεκίνησαν από εμπόρους και καταστηματάρχες -την κάστα των «Bazaaris» που είχε χρηματοδοτήσει την Επανάσταση του 1979- και των οποίων οι επιχειρήσεις επλήγησαν άμεσα από την κατάρρευση του νομίσματος. Εξαπλώθηκαν γρήγορα από τα παζάρια της Τεχεράνης σε άλλες πόλεις και κοινωνικές ομάδες. Φοιτητές, εργαζόμενοι, νέοι και ακτιβιστές για τα δικαιώματα των γυναικών ενώθηκαν στις κινητοποιήσεις, οι οποίες σταδιακά απέκτησαν σαφή πολιτική χροιά ξεπερνώντας το αρχικό πλαίσιο της αντίδρασης για το βιοτικό επίπεδο και τις δυσβάσταχτες τιμές των βασικών αγαθών.

Συνθήματα όπως «θάνατος στον δικτάτορα» και «γυναίκα, ζωή, ελευθερία» ακούγονται εκ νέου, παραπέμποντας στις διαδηλώσεις του 2022 που ξέσπασαν μετά τον θάνατο της 22χρονης Μαχσά Αμινί στα χέρια της «αστυνομίας ηθών». Τότε, οι κινητοποιήσεις καταπνίγηκαν βάναυσα, με περίπου 500 νεκρούς και χιλιάδες συλλήψεις από την διαβόητη πολιτοφυλακή Μπασίτζ, που υπάγεται στους Φρουρούς της Επανάστασης. Στο νέο κύμα αμφισβήτησης έχουν καταγραφεί τουλάχιστον επτά θάνατοι διαδηλωτών -και από πραγματικά πυρά-, σύμφωνα με οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. 

Σύμφωνα με το Ινστιτούτο Μελέτης του Πολέμου (ISW), οι ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας έχουν χρησιμοποιήσει πραγματικά πυρά για να διαλύσουν διαδηλώσεις σε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις στις επαρχίες Φαρς και Λορεστάν. Πιο σκληρές μέθοδοι καταστολής εφαρμόζονται σε λιγότερο πυκνοκατοικημένες περιοχές, όπου παραδοσιακά οι μουλάδες δυσκολεύονται να επιβάλουν πλήρη έλεγχο. Το ίδιο το καθεστώς αναγνωρίζει επίσημα μόνο έναν θάνατο, ισχυριζόμενο ότι το θύμα ήταν μέλος της πολιτοφυλακής Μπασίτζ.

Είναι η πολιτοφυλακή Μπασίτζ και οι πανίσχυροι Φρουροί της Επανάστασης -σκιώδεις ηγέτες και προστάτες του καθεστώτος που συνθλίβουν διαδηλώσεις, ελευθερίες και δικαιώματα- ο πραγματικός εχθρός για μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας. Όχι το Ισραήλ, κατά το εμμονικό αφήγημα των μουλάδων. Το Σώμα των Φρουρών της Επανάστασης έβαψε στο αίμα την εξέγερση του 2022-2023 και τώρα προειδοποιεί ότι θα αντιμετωπίσει κάθε μορφή «στάσης» ή «ξένης παρέμβασης», κάνοντας λόγο για «γνωστικό πόλεμο» και ψυχολογικές επιχειρήσεις από εχθρικές δυνάμεις. 

Σε αυτό το περιβάλλον εσωτερικής έντασης, η δημόσια απειλή του Ντόναλντ Τραμπ χρήζει αποκωδικοποίησης. Ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι, εάν το Ιράν «πυροβολήσει και σκοτώσει ειρηνικούς διαδηλωτές», οι Ηνωμένες Πολιτείες «θα έρθουν για τη σωτηρία τους», προσθέτοντας ότι «έχουμε κλειδώσει τον στόχο με γεμάτη τη γεμιστήρα». Η δήλωση αυτή δεν συνοδεύτηκε από καμία διευκρίνιση για το είδος ή το εύρος μιας πιθανής αμερικανικής παρέμβασης, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική πίεσης προς την Τεχεράνη.

Ιρανοί αξιωματούχοι έδωσαν την αναμενόμενη απάντηση. Ο Αλί Σαμχανί, σύμβουλος του ανώτατου ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, χαρακτήρισε την εθνική ασφάλεια «κόκκινη γραμμή» και προειδοποίησε ότι κάθε απόπειρα παρέμβασης θα επιφέρει «οδυνηρή απάντηση». Ο Αλί Λαριτζανί, γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, κατηγόρησε τις ΗΠΑ και το Ισραήλ ότι υποκινούν τις διαδηλώσεις και προειδοποίησε πως τυχόν αμερικανική ανάμειξη θα οδηγήσει σε αποσταθεροποίηση της περιοχής και σε πλήγμα στα αμερικανικά συμφέροντα και στις δυνάμεις τους στη Μέση Ανατολή. 

Το καθεστώς έχει, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, αντιμετωπίσει τις κινητοποιήσεις με έναν συνδυασμό καταστολής και ελεγχόμενων κινήσεων «κατευνασμού». Η κυβέρνηση του προέδρου Μασούντ Πεζεσκιάν, θεωρητικά μιας πιο μετριοπαθούς πτέρυγας του καθεστώτος, προσπάθησε να εμφανιστεί ως «γέφυρα» προς διαβούλευση, καλώντας σε διάλογο για τα «νόμιμα αιτήματα» των διαδηλωτών και αντικαθιστώντας «πυροσβεστικά» τον διοικητή της κεντρικής τράπεζας. Ωστόσο, ο Πεζεσκιάν δεν πείθει. Και παρά τον εκφοβισμό από τις αρχές, εργατικά συνδικάτα αναμένεται να ενωθούν με τους εμπόρους στις απεργίες. Την ίδια στιγμή, τους φόβους των μουλάδων καθρεφτίζει η είδηση ότι ορισμένα πανεπιστήμια έλαβαν εντολή να περάσουν σε εξ αποστάσεως διδασκαλία, επισήμως λόγω καιρικών συνθηκών, σε μια κίνηση που εκλαμβάνεται ως προσπάθεια αποτροπής της φοιτητικής κινητοποίησης. 

Η εσωτερική κρίση μαίνεται ενώ το θεοκρατικό καθεστώς προσπαθεί να αποκρούσει κατηγορίες ότι επανεκκινεί το πυρηνικό πρόγραμμα και ο Ντόναλντ Τραμπ έχει προειδοποιήσει για «συνέπειες» εάν επιβεβαιωθεί ενίσχυση του πυραυλικού προγράμματος ή ανασύσταση πυρηνικών δραστηριοτήτων. Στο Ισραήλ, οι εξελίξεις στο Ιράν παρακολουθούνται με προσεκτικό και συγκρατημένο σχολιασμό, με αναφορές στο γεγονός ότι προηγούμενες διαδηλώσεις δεν οδήγησαν σε πτώση του καθεστώτος. Το ισραηλινό υπουργείο Εξωτερικών επισημαίνει πάντως πως «όλα τα μάτια είναι στραμμένα στο Ιράν». 

Παράλληλα, παρέμβαση έκανε και ο εξόριστος διάδοχος το Σάχη, Ρεζά Παχλαβί. Ο γιος του τελευταίου μονάρχη του Ιράν δήλωσε ότι το καθεστώς έχει απολέσει τη νομιμοποίησή του και κάλεσε τους Ιρανούς σε ενότητα για μια ειρηνική μετάβαση. Η παρέμβασή του, αν και δεν συνοδεύεται από οργανωμένη πολιτική δομή στο εσωτερικό της χώρας, αποτελεί ένδειξη ότι η συζήτηση για την επόμενη ημέρα του Ιράν δεν είναι θεωρητική και τα συνθήματα «Ζήτω ο Σάχης» που έχουν αρχίσει να ακούγονται στους δρόμους θα αρχίσουν όλο και περισσότερο να προβληματίζουν το καθεστώς.

Η φύση και η έκταση των διαδηλώσεων του 2022 έκαναν τότε πολλούς να αναρωτηθούν αν πρόκειται για μια νέα επανάσταση - μια επανάσταση που θα μπορούσε να ανατρέψει την Ισλαμική Δημοκρατία και να την αντικαταστήσει με μια πιο φιλελεύθερη και αντιπροσωπευτική δημοκρατία. Το ίδιο ερώτημα προβάλλει και σήμερα, αν και για πολλούς αναλυτές οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις δεν έχουν λάβει (έστω προς το παρόν) τη δυναμικότητα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πτώση το καθεστώς. 

Διεθνείς αναλυτές, τη δεδομένη στιγμή πάντα, συγκλίνουν στο ότι το πιθανότερο βραχυπρόθεσμο σενάριο είναι η παρατεταμένη αστάθεια χωρίς άμεση καθεστωτική αλλαγή. Το θεοκρατικό σύστημα, με αιχμή του δόρατος τους Φρουρούς της Επανάστασης, διαθέτει ακόμη τα μέσα για να περιορίσει τις κινητοποιήσεις, αποφεύγοντας όμως -προς το παρόν- μια γενικευμένη άγρια καταστολή. Σε αυτή την εκδοχή, οι διαδηλώσεις υποχωρούν περιοδικά, χωρίς να εξαφανίζονται.

Ένα δεύτερο σενάριο αφορά την κλιμάκωση της καταστολής, με εκτεταμένη χρήση βίας, συλλήψεις και έλεγχο πανεπιστημίων και παζαριών. Αν και αυτό μπορεί να ανακόψει το κύμα διαμαρτυρίας, ενισχύει τη ρήξη κοινωνίας-καθεστώτος και υπονομεύει περαιτέρω τη νομιμοποίηση των μουλάδων.

Λιγότερο πιθανό αλλά υπαρκτό θεωρείται το σενάριο εσωτερικού χάους, εάν η οικονομική κατάρρευση συνδυαστεί με ρωγμές στον κρατικό μηχανισμό ή ασυντόνιστες αντιδράσεις των δυνάμεων ασφαλείας. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Ιράν θα μπορούσε να εισέλθει σε φάση αποσταθεροποίησης χωρίς σαφή πολιτική διέξοδο. Τέλος, αναλυτές δεν αποκλείουν μια ελεγχόμενη εκτόνωση, μέσω περιορισμένων παραχωρήσεων και διαλόγου, με στόχο την απορρόφηση της κοινωνικής πίεσης - χωρίς, ωστόσο, ουσιαστική αλλαγή της θεοκρατικής δομής εξουσίας.