Στιγμιότυπο από στρατιωτική άσκηση των Φρουρών της Επανάστασης στις ακτές του Περσικού Κόλπου, 24 Ιανουαρίου 2025
Η «ηχηρή σιωπή» των κρατών του Κόλπου μπροστά στην εξέγερση στο Ιράν
Sepahnews via AP (Φωτογραφία αρχείου)
Sepahnews via AP (Φωτογραφία αρχείου)
Στιγμιότυπο από στρατιωτική άσκηση των Φρουρών της Επανάστασης στις ακτές του Περσικού Κόλπου, 24 Ιανουαρίου 2025

Η «ηχηρή σιωπή» των κρατών του Κόλπου μπροστά στην εξέγερση στο Ιράν

Οι αραβικές μοναρχίες του Κόλπου δεν τρέφουν καμία πολιτική συμπάθεια για το ιρανικό καθεστώς, έχουν όμως μια ακόμη βαθύτερη αποστροφή για την περιφερειακή αστάθεια. Παρακολούθησαν τις μαζικές διαδηλώσεις στο Ιράν με βαθιά ανησυχία, ταλαντευόμενες μεταξύ της προσδοκίας για μία αποδυναμωμένη Τεχεράνη με περιορισμένη περιφερειακή επιρροή και του φόβου ότι μια πλήρης αποσταθεροποίηση -ή μια αμερικανική στρατιωτική επέμβαση τώρα- θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν ένα ανεξέλεγκτο ντόμινο χάους.

Το σενάριο που προτιμούν δεν είναι μια απότομη κατάρρευση του θεοκρατικού καθεστώτος του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, με απρόβλεπτες συνέπειες, αλλά μία ελεγχόμενη μετάβαση στην Τεχεράνη: αναδιάταξη της κυβερνητικής ελίτ, μεγαλύτερη πολιτική μετριοπάθεια και περιορισμός της περιφερειακής επιθετικότητας, ώστε να επιτευχθεί αποκλιμάκωση χωρίς να πυροδοτηθεί ευρύτερη οικονομική και πολιτική αστάθεια στα ίδια τα αραβικά καθεστώτα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η αντίδραση των περισσότερων αραβικών κυβερνήσεων στις μαζικές διαδηλώσεις στο Ιράν υπήρξε μια «ηχηρή σιωπή». Οι επίσημες τοποθετήσεις τους αντιμετώπισαν την κρίση ως «εσωτερική υπόθεση» της Ισλαμικής Δημοκρατίας, στάση που έρχεται σε αντίθεση με το ιστορικό της ιρανικής θεοκρατίας, η οποία παραδοσιακά σχολιάζει ανοιχτά και παρεμβαίνει στις αραβικές εξεγέρσεις.

Το κρίσιμο ζήτημα για τις γειτονικές στο Ιράν χώρες είναι πώς θα διαμορφωθεί η «επόμενη ημέρα» στο ευρύτερο περιφερειακό περιβάλλον τους με αφετηρία τις εσωτερικές εξελίξεις στην Ισλαμική Δημοκρατία. Για το Ριάντ, το Άμπου Ντάμπι, τη Ντόχα και άλλες αραβικές πρωτεύουσες, η Ισλαμική Δημοκρατία είναι μεν στρατηγικός αντίπαλος, αλλά και γείτονας απέναντι από μια στενή θαλάσσια λωρίδα και βασικός κόμβος στην αρχιτεκτονική ασφάλειας της περιοχής. Η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ομάν παρότρυναν τις Ηνωμένες Πολιτείες να αποφύγουν μια στρατιωτική εμπλοκή, επικαλούμενες την ανάγκη διαφύλαξης της στρατηγικής και οικονομικής σταθερότητας, περιφερειακά και διεθνώς.

Οι ανησυχίες τους εδράζονται σε τρία επίπεδα:

- Σε στρατηγικό επίπεδο: Για τη Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Μπαχρέιν, το Ιράν αποτελεί -ή αποτελούσε μέχρι την αποδυνάμωσή του πρόσφατα από τους ισραηλινούς και αμερικανικούς βομβαρδισμούς- τον «ιθύνοντα νου» και τροφοδότη με πολεμικό υλικό του λεγόμενου «άξονα της αντίστασης» που εκτείνεται από τον Λίβανο έως την Υεμένη και περιορίζει το περιθώριο ελιγμών τους. Η ιδέα ενός αποδυναμωμένου Ιράν είναι ελκυστική για τις χώρες αυτές, αλλά το φάντασμα της διάσπασής του, της κλιμάκωσης της βίας, της πιθανής εξαγωγής αυτής ή της επικράτησης της «σκληρής γραμμής» στο εσωτερικό έπειτα από μια αποτυχημένη εξέγερση είναι πολύ λιγότερο ελκυστικό.

- Σε επίπεδο ασφαλείας: Οι χώρες του Κόλπου φιλοξενούν μεγάλες αμερικανικές βάσεις, ενεργειακές υποδομές και πλήθος ξένων πολιτών, που αποτελούν στο σύνολό τους πιθανούς στόχους σε οποιαδήποτε κλιμάκωση μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης. Μια αμερικανική στρατιωτική δράση κατά του Ιράν τις μετατρέπει ουσιαστικά σε στόχους πρώτης γραμμής. Οι πύραυλοι, τα drones ή οι κυβερνοεπιθέσεις που θα εξαπολυθούν ως αντίποινα από το Ιράν θα διασχίσουν σχεδόν σίγουρα τα σύνορα των χωρών του Κόλπου, ακόμη και αν οι ηγέτες τους δεν κάνουν τίποτα για να υποθάλψουν τους εξεγερθέντες Ιρανούς.

- Οικονομικές επιπτώσεις: Περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων προμηθειών πετρελαίου διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ. Ακόμη και η απειλή διακοπής της ναυσιπλοΐας προκαλεί αναταράξεις στις τιμές και απώλεια πλούτου για τις χώρες της περιοχής που στηρίζονται κυρίως στις εξαγωγές υδρογονανθράκων. Ένα ενδεχόμενο κλείσιμο του Στενού από το Ιράν θα έχει άμεσες συνέπειες τόσο για τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας, όσο και τη δική τους δημοσιονομική σταθερότητα. Επιπλέον, εκφράζονται φόβοι ότι με το ξέσπασμα ενός πολέμου με τη μεγαλύτερη χώρα της περιοχής όλες οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες που έχουν παρουσία στον Κόλπο θα τον εγκαταλείψουν. Το ίδιο και οι τουρίστες υψηλού εισοδηματικού επιπέδου που κατακλύζουν τα πολυτελή θέρετρα.

Σε κάθε περίπτωση, κανείς δεν επιθυμεί την επανάληψη ενός σεναρίου τύπου «δεύτερης Συρίας» στη Μέση Ανατολή, ούτε το ντόμινο εξελίξεων που θα προκαλούσε πιθανώς σε γειτονικές χώρες με ισχυρές σιιτικές κοινότητες (Ιράκ, Σαουδική Αραβία, Μπαχρέιν, Υεμένη) η ανεξέλεγκτη κατάρρευση του σιιτικού ιρανικού καθεστώτος. Η «διεθνοποίηση» της κρίσης του Ιράν θα μπορούσε να δώσει το έναυσμα για μια ευρύτερη σύγκρουση με τη συμμετοχή υποστηριζόμενων από το Ιράν πολιτοφυλακών στο Ιράκ, τη Συρία, τον Λίβανο και την Υεμένη, χώρες πολιτικά ασταθείς όπου τα συμφέροντα των χωρών του Κόλπου είναι βαθιά εμπλεκόμενα.

Ιρανοί αξιωματούχοι είχαν προειδοποιήσει τους ομολόγους τους στον Κόλπο ότι θα διευρύνουν τους στόχους τους σε περίπτωση που η χώρα τους δεχόταν νέα επίθεση. Αν η Ισλαμική Δημοκρατία φθάσει να αισθανθεί πραγματικά ότι απειλείται η ίδια η ύπαρξή της από ένα συνδυασμό εσωτερικών διαμαρτυριών και ξένων επιθέσεων, δεν θα διστάσει να πάρει κάθε ρίσκο, εκτιμούν οι ειδικοί. Σε κάθε περίπτωση, οι ηγέτες του Κόλπου δεν έχουν καμία επιθυμία να δοκιμάσουν την αντοχή μιας χώρας με 90 και πλέον εκατομμύρια κατοίκους που εξακολουθεί να διαθέτει ένα μεγάλο οπλοστάσιο.

Ένα κατακερματισμένο Ιράν, από την άλλη, δεν αποκλείεται να χάσει τον έλεγχο του οπλοστασίου του από πυραύλους και drones, χωρίς καν να υπολογίζονται σε αυτό οι τεράστιες ποσότητες ουρανίου η τύχη του οποίου αγνοείται μετά τον «Πόλεμο των 12 Ημερών».

Το προσφυγικό κύμα που θα μπορούσε να προκληθεί είναι ένα έτερο μεγάλο ζήτημα, όπως και τα σύνορα στα ανατολικά με το Πακιστάν και το Αφγανιστάν, τα οποία αν δεν μπορεί να ελέγξει η Τεχεράνη θα αποτελέσουν πύλη ελεύθερης εισόδου κι άλλων τζιχαντιστών, πλέον όσων ήδη βρίσκονται στη Μέση Ανατολή.

Μετά την Αραβική Άνοιξη, εξάλλου, οι κυβερνώσες ελίτ συνδέουν τις εικόνες των μαζικών διαδηλώσεων με πιθανή «μετάδοση»στις χώρες τους, ανησυχώντας ότι η ρητή υποστήριξη των Ιρανών διαδηλωτών θα μπορούσε να ενθαρρύνει τους δικούς τους αντιφρονούντες να κάνουν παραλληλισμούς.

​Πολλά από αυτά τα κράτη έχουν το δικό τους βεβαρυμένο ιστορικό στην καταστολή. Εάν μιλήσουν δυνατά για την καταστολή στο Ιράν υπάρχει ο κίνδυνος να λειτουργήσει ο λόγος τους ως καθρέφτης των δικών τους πεπραγμένων και να προκαλέσει κατηγορίες για εφαρμογή δύο μέτρων και δύο σταθμών. Οι αυστηροί νόμοι κατά των διαδηλώσεων στις αραβικές χώρες και ο περιορισμοί στην ελευθερία της έκφρασης κάνουν τις κυβερνήσεις να είναι επιφυλακτικές ως προς τη νομιμοποίηση των μαζικών διαμαρτυριών σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της περιοχής.

Ως επακόλουθο, η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και το Ομάν -όπως και η Τουρκία- προέτρεψαν τον Ντόναλντ Τραμπ να μην προχωρήσει τη δεδομένη στιγμή σε αεροπορικές επιθέσεις κατά του Ιράν, υπό τον φόβο ότι μια επίθεση από την Ουάσινγκτον θα οδηγούσε σε μια μεγάλη και δυσεπίλυτη σύγκρουση σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Οι προειδοποιήσεις για κίνδυνο χάους από τους συμμάχους των ΗΠΑ φαίνεται να συνέβαλαν στο να πείσουν τον Τραμπ να αναβάλει προς το παρόν τη στρατιωτική επίθεση.

Όπως επισημαίνει μιλώντας στο Liberal ο Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αφεντούλης Λαγγίδης, οι χώρες του Κόλπου δεν βλέπουν να επιτυγχάνεται αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν απλώς με στρατιωτικά μέσα: «Γι’ αυτό και, εμμέσως, του είπαν: 'Μην το κάνεις τώρα'. Αυτή τη στάση κράτησαν, φοβούμενοι το απρόβλεπτο. [...]. Πιστεύουν περισσότερο ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ τους. Γι’ αυτό είπαν 'όχι τώρα'. Ο χρόνος μπορεί να λειτουργήσει υπέρ μιας μετάβασης ήπιας. Και αυτή η ήπια μετάβαση είναι το ζητούμενο για τις χώρες του Κόλπου».