Οι πιο σκοτεινές ώρες της νύχτας είναι πριν από την αυγή, και οι Ιρανοί πιστεύουν πως αυτές οι στιγμές που ζουν είναι λίγο πριν τελειώσει αυτή η βαθιά νύχτα που διαρκεί από τον Ιανουάριο του 1979, όταν στη χώρα κυριάρχησε το θεοκρατικό καθεστώς.
Οι μαζικές διαδηλώσεις που έχουν ξεσπάσει τις τελευταίες εβδομάδες σε όλες τις μεγάλες πόλεις του Ιράν απειλούν πλέον ευθέως το καθεστώς, το οποίο γνωρίζει ότι ούτε με τη σκληρή καταστολή αλλά ούτε και με γνωστά εγχειρήματα φιλελευθεροποίησης θα μπορούσε να ξεπεράσει εύκολα αυτή τη λαϊκή κατακραυγή. Που ξεκίνησε ως μαζική διαμαρτυρία για την οικονομική κατάρρευση στην οποία έχει οδηγηθεί η χώρα και πλέον δείχνει να οδηγεί σε μαζική αμφισβήτηση του καθεστώτος των μουλάδων.
Δεν είναι η πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια που μαζικές διαδηλώσεις εκδηλώνονται στο Ιράν με αίτημα άλλοτε τη φιλελευθεροποίηση, άλλοτε τα δικαιώματα των γυναικών. Το καθεστώς μπόρεσε, έστω και με δυσκολίες, να καταστείλει και να διαχειριστεί αυτά τα κινήματα, όμως πλέον οι συνθήκες δείχνουν να είναι διαφορετικές. Το καθεστώς είναι περισσότερο από ποτέ απομονωμένο διεθνώς. Ο σύμμαχός του, Βλαντιμίρ Πούτιν, είναι προσηλωμένος πλέον αποκλειστικά στον πόλεμο της Ουκρανίας. Η Κίνα στηρίζει πολιτικά το Ιράν, έχοντας επενδύσει και στην ενεργειακή συνεργασία μαζί του, όμως οι δύο μεγάλες δυνάμεις δύσκολα μπορούν να βοηθήσουν ουσιαστικά το ιρανικό καθεστώς.
Και αυτό δεν αφορά τόσο το ενδεχόμενο μιας εξωτερικής παρέμβασης, σαν κι αυτήν που έχει απειλήσει ο Ντόναλντ Τραμπ, αλλά κυρίως το εσωτερικό μέτωπο, το οποίο είναι εξαιρετικά δύσκολα διαχειρίσιμο. Το καθεστώς της Τεχεράνης έχει αποδυναμωθεί τόσο από τα μεγάλα πλήγματα που δέχθηκαν οι πληρεξούσιοί του στη Μέση Ανατολή όσο και κυρίως μετά τον πόλεμο των 12 ημερών, όπως ονομάστηκε η επίθεση Αμερικανών και Ισραηλινών εναντίον στρατηγικών στόχων στο έδαφός του. Τα πλήγματα αυτά όχι μόνο κατέστρεψαν σημαντικές αμυντικές δυνατότητες της χώρας, και εξόντωσαν την στρατιωτική ηγεσία της χώρας αλλά κυρίως κατέρριψαν τον μύθο του ισχυρού Ιράν και του σημαντικού περιφερειακού παίκτη, καθιστώντας το καθεστώς πιο ευάλωτο στα μάτια των εκατομμυρίων Ιρανών πολιτών.
Οι τωρινές διαδηλώσεις, που πλέον παίρνουν τη μορφή χιονοστιβάδας, ξεκίνησαν λόγω της οικονομικής κατάρρευσης. Οι κυρώσεις, αλλά και η ανορθόδοξη πολιτική που ακολουθεί το καθεστώς, καθώς και η αφαίμαξη πόρων για τη στήριξη των πληρεξουσίων στη Συρία, στον Λίβανο, στην Υεμένη και στο Ιράκ, έχουν επιφέρει το τελειωτικό χτύπημα στην ιρανική οικονομία. Η ισοτιμία του ιρανικού ριάλ κατέρρευσε: ενώ το 1979 ένα δολάριο αντιστοιχούσε σε 70 ριάλ, το 2025 η ισοτιμία έφθασε τις 820.000 ριάλ και στις αρχές του 2026 το ένα δολάριο πλέον αντιστοιχεί σε 1,4 εκατομμύρια ριάλ.
Αυτό, σε συνδυασμό με την εκρηκτική αύξηση των τιμών, με προϊόντα κατά κύριο λόγο εισαγόμενα, βυθίζει ακόμη και τη μεσαία τάξη στα όρια της φτώχειας και οδηγεί σε κατάρρευση αυτό που αποτελεί τον κορμό της ιρανικής οικονομίας: το εμπόριο. Εξάλλου, οι μεγάλες διαδηλώσεις ξεκίνησαν από το μεγάλο παζάρι, όπου οι έμποροι έκλεισαν τα μαγαζιά τους για να διαμαρτυρηθούν για τη νέα υποτίμηση του ριάλ. Η ομολογία του μεταρρυθμιστή προέδρου Πεζεσκιάν ότι δεν μπορεί να κάνει πολλά για να διορθώσει την κατάσταση προκάλεσε ακόμη μεγαλύτερη οργή, οδηγώντας και άλλους πολίτες στους δρόμους.
Στους δρόμους των ιρανικών πόλεων δεν ακούγονται πλέον συνθήματα μόνο για την οικονομία. Όλο και πιο συχνά ακούγεται το σύνθημα «Θάνατος στον δικτάτορα», εννοώντας τον ηγέτη του θεοκρατικού καθεστώτος, Αγιατολάχ Χαμενεΐ.
Οι διαδηλωτές αμφισβητούν ευθέως όμως και μια στρατηγική επιλογή του καθεστώτος που αφορά την ίδια του την ταυτότητα: την προσπάθεια επιβολής επιρροής σε άλλες μουσουλμανικές χώρες μέσω ακραίων σιιτικών ένοπλων ομάδων. Ο «Άξονας της Αντίστασης» έχει στοιχίσει δισεκατομμύρια δολάρια στην Τεχεράνη και ακόμη περισσότερο έχει οδηγήσει σε νέες κυρώσεις. Το άλλο σύνθημα που ακούγεται πλέον στις διαδηλώσεις στις ιρανικές πόλεις είναι: «Ούτε Γάζα, ούτε Λίβανος – η ζωή μου για το Ιράν».
Το καθεστώς επιχειρεί για ακόμη μία φορά να διαχειριστεί αυτό το κλίμα οργής, συνδυάζοντας την αυστηρή αλλα όχι ακραία, προς το παρόν, καταστολή με τη συκοφάντηση των διαδηλωτων ως οργάνων των ιμπεριαλιστών των ΗΠΑ και της Μοσάντ. Κανείς δεν γνωρίζει αν η κλιμάκωση και η γενίκευση των κινητοποιήσεων θα υποχρεώσει το καθεστώς να παίξει τα τελευταία του χαρτιά, που θα είναι η μαζική και βίαιη καταστολή των διαδηλώσεων. Όμως και αυτό δεν μπορεί να έχει μεγάλο χρονικό ορίζοντα, όχι μόνο επειδή θα προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερη απομόνωση του Ιράν, αλλά και επειδή θα πυροδοτήσει την οργή ακόμη και εκείνων των στρωμάτων του πληθυσμού που παραμένουν διστακτικά απέναντι σε μια ενδεχόμενη βίαιη ανατροπή του καθεστώτος.
Το μεγάλο ερώτημα είναι πλέον κατά πόσο το κίνημα αυτό, που σε πρώτη φάση δείχνει να μην έχει ενιαία καθοδήγηση, συντονισμό ή σαφές πολιτικό αίτημα ανατροπής του καθεστώτος, θα μετεξελιχθεί σε ένα κύμα που θα καλύψει τη χώρα με αίτημα την πολιτική και καθεστωτική αλλαγή και το οποίο δεν θα μπορεί να διαχειριστεί ο πολυσχιδής αλλά διαβρωμένος και ηθικά απονομιμοποιημένος μηχανισμός καταστολής, με επικεφαλής τους Φρουρούς της Επανάστασης (IRGC).
Ο γιος του Σάχη, Ρεζά Παχλαβί, που ζει στις Ηνωμένες Πολιτείες, έχει επιχειρήσει τις τελευταίες ημέρες να εμφανιστεί ως ο εξόριστος ηγέτης μιας αντιπολίτευσης που θα καθοδηγήσει τις διαδηλώσεις και θα κληθεί να αναλάβει τις τύχες της χώρας μετά την ανατροπή του θεοκρατικού καθεστώτος. Δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι οι Ιρανοί θα επιθυμήσουν απλώς την παλινόρθωση της μοναρχίας των Παχλαβί. Ίσως, ωστόσο, αυτή να αναδειχθεί ως μεταβατική λύση, δεδομένου ότι η αντιπολίτευση στο εσωτερικό της χώρας είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη και έχει κυρίως εκφραστεί μέσω της στήριξης μετριοπαθών προέδρων που, ωστόσο, αποτελούσαν μέρος του ίδιου του καθεστώτος.
Σε χώρες όπως το Ιράν, με το μέγεθός του, τη γεωπολιτική του βαρύτητα και τον ρόλο του στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά, αυτοί οι κλυδωνισμοί είναι υψηλού ρίσκου όταν δεν υπάρχει σταθερή, βιώσιμη εναλλακτική λύση, καθώς μπορεί να οδηγήσουν σε μεγάλη αβεβαιότητα και αποσταθεροποίηση ολόκληρης της κρίσιμης αυτής περιοχής.
Και η ανατροπή του καθεστώτος δεν αφορά μόνο την αλλαγή ηγεσίας, αλλά προϋποθέτει τον έλεγχο και την αλλαγή ολόκληρης της κρατικής δομής και των δυνάμεων της αμυνας και της ασφάλειας που αποτελούν τους «αρμούς» της εξουσίας των Μουλάδων.
Το μεγάλο ερώτημα, βεβαίως, είναι πώς θα αντιμετωπίσει μια κλιμάκωση της κρίσης στο εσωτερικό του Ιράν ο Αμερικανός πρόεδρος, ο οποίος δεν δίστασε την περασμένη άνοιξη να βομβαρδίσει, μαζί με το Ισραήλ, στόχους στο έδαφος της χώρας, δείχνοντας ότι ούτε η ηγεσία του Ιράν βρίσκεται εκτός στόχαστρου. Μάλιστα, ο κ. Τραμπ προειδοποίησε ευθέως τις προηγούμενες ημέρες το καθεστώς ότι θα παρέμβει σε περίπτωση που στραφεί εναντίον των διαδηλωτών.
Οι Αμερικανοί, βεβαίως, έχουν μια πικρή ανάμνηση από το Ιράν με την αποτυχημένη επιχείρηση Eagle Claw («Νύχια του Αετού»), όταν η προσπάθεια απελευθέρωσης των ομήρων στην αμερικανική πρεσβεία στην Τεχεράνη, στις 24 Απριλίου 1980, κατέληξε σε φιάσκο. Από τότε, όμως, έχουν αλλάξει πολλά και φυσικά μια αμερικανική παρέμβαση δεν θα είχε αυτή τη μορφή. Πριν από οποιαδήποτε δράση, ωστόσο, η Ουάσιγκτον θα πρέπει να είναι βέβαιη ότι το μαζικό κίνημα διαδηλώσεων στο Ιράν μπορεί αυτή τη φορά να ταρακουνήσει το καθεστώς και ότι η δική της παρέμβαση θα μπορούσε να διευκολύνει την ανατροπή του.
Θα πρέπει επίσης να συνυπολογιστεί το ενδεχόμενο μια εξωτερική παρέμβαση να υπονομεύσει, σε αυτή τη φάση, το κίνημα αμφισβήτησης του καθεστώτος, καθώς αυτομάτως θα χαρακτηριστεί ως όργανο των Αμερικανών και της Μοσάντ εις βάρος του ιρανικού έθνους. Αυτό πάντως που δεν πρεπει να υποτιμάται είναι ότι ο πρόεδρος Τραμπ όσο απρόβλεπτος κι αν θεωρείται συνήθως δεν εκπλήσσει, καθώς για ολες τις κινήσεις του εχει προειδοποιήσει, έστω κι αν αυτές οι προειδοποιήσεις δεν λαμβάνονται όπως θα έπαιρνε υπόψη …
