Θ. Τσίκας: Το τουρκολιβυκό, η «Γαλάζια Πατρίδα» του Ερντογάν και η ενεργειακή γεωπολιτική της Αν. Μεσογείου
AP Photo/Khalil Hamra, File
AP Photo/Khalil Hamra, File

Θ. Τσίκας: Το τουρκολιβυκό, η «Γαλάζια Πατρίδα» του Ερντογάν και η ενεργειακή γεωπολιτική της Αν. Μεσογείου

Το περίπλοκο πλέγμα γεωπολιτικής, Δικαίου της Θάλασσας και ενεργειακών σχεδιασμών στην Ανατολική Μεσόγειο, με επίκεντρο τις ελληνοτουρκικές διαφορές, το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο και τις προοπτικές οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών, αποτυπώνει ο πολιτικός επιστήμονας-διεθνολόγος Θόδωρος Τσίκας σε συνέντευξη που παραχώρησε στο Liberal και την Ευαγγελία Μπίφη στη σκιά της επιστολής της Άγκυρας στα Ηνωμένα Έθνη δια της οποίας επαναδιατυπώνει πάγιες θέσεις και την δική της ερμηνεία του Διεθνούς Δικαίου, ως αντίδραση στην πρόσφατη συμφωνία Chevron-Helleniq Energy, που έρχεται να ενισχύσει το ενεργειακό και γεωπολιτικό αποτύπωμα της Ελλάδας.

Ο κ. Τσίκας, επικεφαλής του Προγράμματος Θεωρίας και Πρακτικής των Διεθνών Σχέσεων στο Ινστιτούτο Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (ΙΔΟΣ), αναλύει πώς διακλαδώνονται τα ελληνοτουρκικά με τη γεωπολιτική της ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο, επισημαίνοντας ότι οι συνολικοί σχεδιασμοί για έρευνες υδρογονανθράκων και διαδρόμους ενέργειας και εμπορίου επιτάσσουν την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών στην περιοχή ώστε να κινούνται εντός του πλαισίου του Διεθνούς Δικαίου και να διασφαλίζουν τα ίδια τα project - εξ ου και τονίζει πως πρέπει να επιδειχθεί η πολιτική βούληση για την επίλυση των διαφορών Ελλάδας και Τουρκίας, με φόντο και το ενδεχόμενο μιας αμερικανικής παρέμβασης, ειδάλλως οι εξελίξεις θα επιβληθούν από τις διεθνείς ανάγκες της ενεργειακής ασφάλειας.

Ακολουθεί το κείμενο της συνέντευξης:

Κύρια Τσίκα, γιατί η Τουρκία επαναφέρει τη δεδομένη στιγμή, με επιστολή στον ΟΗΕ, τις πάγιες θέσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο, προβάλλοντας την αυθαίρετη ερμηνεία της για το Διεθνές Δίκαιο με φόντο το παράνομο τουρκολιβυκό μνημόνιο και το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας»;

Πρώτα απ’ όλα, να πούμε ότι αυτό δεν συνιστά κάποια έκπληξη· η κεντρική μας διαφορά με την Τουρκία έγκειται στο ζήτημα της οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών. Υπάρχει σαφώς διαφορά ως προς την ερμηνεία του Διεθνούς Δικαίου, και αυτό είναι δεδομένο. Άρα, καμία έκπληξη. Γι’ αυτό κάνουμε τον διάλογο: επειδή υπάρχει αυτή η κεντρική διαφορά. Δεν είναι η μόνη διαφορά που υπάρχει, όπως συχνά λέγεται, αλλά είναι η βασική, αυτή της οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών. Επομένως γνωρίζουμε ότι εκεί υπάρχει διαφωνία, τόσο ως προς την ίδια την οριοθέτηση όσο και ως προς την ερμηνεία του Διεθνούς Δικαίου.

Το πρόβλημα γίνεται πιο οξύ όταν οι δύο χώρες επιχειρούν ενέργειες σε διεθνή ύδατα. Αυτό είναι το μεγάλο ζήτημα. Από τη στιγμή που δεν έχουμε συμφωνήσει σε οριοθέτηση, η κάθε χώρα θεωρεί ότι οι ενέργειες της άλλης είναι μονομερείς. Αυτό ισχύει σε πολλά πεδία: από το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης στην Κάσο, σε έρευνες που κατά καιρούς γίνονται ή προγραμματίζονται, ή στον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό της Ελλάδας - όχι στα χωρικά της ύδατα, αλλά στο σημείο όπου αυτός εκτείνεται σε διεθνή ύδατα. Διότι δεν έχουμε οριοθέτηση και, επομένως, ό,τι κάνει η Ελλάδα θεωρείται μονομερές. Αντίστοιχα, ό,τι κάνει η Τουρκία σε θαλάσσιες περιοχές πέραν των χωρικών υδάτων, επίσης θεωρείται μονομερές.

Στη συγκεκριμένη φάση, το ζήτημα είναι οι έρευνες νότια της Κρήτης και οι σχετικές συμφωνίες με τη Chevron. Εκεί βρίσκεται η πρόσφατη αφορμή. Όμως η κατάσταση αυτή υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει έως ότου φτάσουμε σε οριοθέτηση. Δεν πρόκειται να σταματήσει πριν λυθεί το θέμα των θαλάσσιων ζωνών. Και κάθε πλευρά, όταν βλέπει ενέργειες της άλλης σε διεθνή ύδατα, προβαίνει σε ανακοινώσεις, επιστολές, διαβήματα κλπ., ακριβώς για να κατοχυρώνει τη θέση της εν όψει διαπραγμάτευσης ή εν όψει πιθανής προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Αυτή η ανταλλαγή ανακοινώσεων και επιστολών υπήρχε, υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει μέχρι να υπάρξει οριοθέτηση.

Όλα αυτά, βέβαια, είναι πράγματι μονομερείς ενέργειες και από τις δύο πλευρές. Δεν δεσμεύουν κανέναν· απλώς υπογραμμίζουν την αρχική διαπραγματευτική θέση της κάθε πλευράς. Δεν έχουν πρακτικό αποτέλεσμα. Και γιατί δεν έχουν; Διότι η οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών μπορεί να γίνει μόνο κατόπιν συμφωνίας. Δεν μπορείς να κάνεις μονομερή οριοθέτηση. Το Δίκαιο της Θάλασσας ορίζει ότι η υφαλοκρηπίδα και η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη οριοθετούνται κατόπιν συμφωνίας με τη χώρα που έχει τις “αντικείμενες” (δηλαδή, τις απέναντι) ακτές. Συνεπώς, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο πρέπει να συμφωνήσουμε με την Τουρκία. Αυτό είναι δεδομένο. Δεν μπορούμε να κάνουμε μόνοι μας οριοθέτηση, ούτε και η Τουρκία βεβαίως.

Επομένως, από τη στιγμή που δεν υπάρχει οριοθέτηση, κάθε χώρα μπορεί να ενεργεί στα χωρικά ύδατά της όπως θέλει. Όμως στα διεθνή ύδατα υπάρχει πρόβλημα. Πρόκειται για μια κατάσταση που θα διαιωνίζεται μέχρι να υπάρξει επίλυση -είτε μέσω διαπραγμάτευσης είτε μέσω προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Χωρίς επίλυση του ζητήματος αυτού, θα έχουμε συνεχώς θέματα.

Σήμερα, λόγω της σχετικής ύφεσης και της συνεννόησης που υπάρχει, τα ζητήματα αυτά προκαλούν μόνο ανταλλαγή επιστολών και ανακοινώσεων. Σε άλλη πολιτική συγκυρία, όμως -με άλλη τουρκική ηγεσία ή διαφορετική πολιτική κατάσταση- κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ότι θα οδηγούσαν σε ένταση, κρίση ή ακόμη και σύγκρουση. Άρα, χωρίς λύση, θα έχουμε συνεχή προβλήματα και εμπλοκές.

Ας έλθουμε στη συγκεκριμένη αφορμή, δηλαδή στις έρευνες νότια της Κρήτης και τις συμφωνίες με τη Chevron

Η Ελλάδα δεν έχει οριοθετημένη υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ νότια της Κρήτης. Υπάρχει ένα τμήμα όπου έχουμε Συμφωνία με την Αίγυπτο, αλλά στο τμήμα όπου έχουν δοθεί τα θαλάσσια οικόπεδα στη Chevron, εκεί πρέπει να γίνει οριοθέτηση με τη Λιβύη, διότι αυτή είναι η χώρα με τις αντικείμενες ακτές. Και μάλιστα η οριοθέτηση πρέπει να γίνει με τη διεθνώς αναγνωρισμένη κυβέρνηση της Λιβύης, δηλαδή την κυβέρνηση της Τρίπολης, με την διατηρούμε περιορισμένες σχέσεις αν και το τελευταίο διάστημα έχουν αρχίσει κάποιες επαφές ακριβώς λόγω της μεγάλης εκκρεμότητας της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.

Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας ορίζει ότι εκμετάλλευση σε μη οριοθετημένη υφαλοκρηπίδα δεν επιτρέπεται. Δηλαδή, αν υποτεθεί ότι οι έρευνες προχωρήσουν και βρεθούν αξιοποιήσιμα κοιτάσματα -κάτι για το οποίο προσωπικά κρατώ επιφυλάξεις ως προς το μέγεθος και τη σημασία- τότε η εκμετάλλευση χωρίς προηγούμενη οριοθέτηση απαγορεύεται βάσει του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας. Πρέπει πρώτα να υπάρξει οριοθέτηση, άρα συμφωνία με τη Λιβύη. Επομένως η Άγκυρα θέτει το ερώτημα: πώς δίνετε δικαιώματα ερευνών σε εταιρεία για θαλάσσια έκταση διεθνών υδάτων που δεν έχει οριοθετηθεί; Βέβαια, τα ύδατα αυτά δεν αφορούν κυρίως την Τουρκία· αφορούν τη Λιβύη.

Η Τουρκία αντιδρά καθώς θίγεται το ανυπόστατο τουρκολιβυκό μνημόνιο και κατ' επέκταση το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Ταυτόχρονα δεν βλέπουμε αντίδραση από την πλευρά της Λιβύης

Όχι, διότι και η Λιβύη θέλει να εκχωρήσει -ή θα εκχωρήσει- θαλάσσια οικόπεδα για έρευνες στην ίδια εταιρεία, τη Chevron. Βρίσκεται προφανώς σε εξέλιξη μια διαδικασία διαπραγμάτευσης και αναμένουν ότι η Chevron θα πιέσει την αμερικανική κυβέρνηση να μεσολαβήσει, ώστε να βρεθεί λύση ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Λιβύη -είτε πλήρους και τυπικής οριοθέτησης των θαλάσσιων ζωνών είτε κάποιας άτυπης συνεννόησης που δεν θα δημιουργεί προβλήματα.

Η Άγκυρα από την πλευρά της, έχοντας ήδη υπογράψει το παράτυπο τουρκολιβυκό μνημόνιο, υποστηρίζει ότι η Ελλάδα έρχεται να παραβιάσει τη συμφωνία Τουρκίας-Λιβύης. Γι’ αυτό και αναφέρει στην ανακοίνωσή της ότι θα στηρίξει τη Λιβύη σε ενέργειες στις οποίες ενδεχομένως θελήσει να προβεί.

Είναι επίσης δεδομένο ότι και η ελληνο-αιγυπτιακή Συμφωνία επικαλύπτει σε ορισμένα σημεία το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Άρα έχουμε δύο αλληλοεπικαλυπτόμενες Συμφωνίες σε ορισμένα σημεία: την ελληνο-αιγυπτιακή και το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η Ελλάδα κινήθηκε χρονικά μετά το τουρκολιβυκό μνημόνιο, το οποίο προώθησε η Τουρκία αξιοποιώντας δικά μας κενά σε σχέση τόσο με την Αίγυπτο όσο και με τη Λιβύη. Δεν είχαμε κατορθώσει να βρούμε τους κατάλληλους συμβιβασμούς - και όταν κάνεις οριοθέτηση σε διεθνή ύδατα, μέσω διαπραγμάτευσης, είναι αναπόφευκτοι κάποιοι συμβιβασμοί. Το ίδιο χρειάστηκε και στη Συμφωνία με την Αίγυπτο, όπως θα χρειαστούν και με την Τουρκία.

Για παράδειγμα, στην ελληνο-αιγυπτιακή Συμφωνία η Κρήτη δεν έχει πλήρη επήρεια σε ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα - είναι λίγο κάτω από 90%. Η Ρόδος έχει ακόμη μικρότερη, ενώ η Κάρπαθος και η Κάσος ακόμη μικρότερη από τη Ρόδο. Τι σημαίνει αυτό; Ότι τα τα νησιά δεν αποκλείονται μεν, όμως υπάρχουν κατά την εκτίμησή μου δύο ακραίες απόψεις: η μία, της Τουρκίας, ότι τα νησιά δεν δικαιούνται καθόλου ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα· η άλλη, ότι έχουν πάντα 100%. Καμία από τις δύο δεν είναι ορθή. Η νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης υποδεικνύει ότι η «επήρεια» εξαρτάται από τη γεωγραφική θέση και το μέγεθος των νησιών. Γι’ αυτό και η Ελλάδα στη Συμφωνία με την Αίγυπτο αποδέχθηκε μειωμένη επήρεια.

Επίσης, δύο μικρά ελληνικά νησάκια νότια του νομού Λασιθίου δεν έλαβαν καθόλου «επήρεια», διότι κρίθηκε ότι δεν μπορούν να ακυρώσουν τα δικαιώματα της απέναντι μεγάλης βορειοαφρικανικής ακτής.

Όσον αφορά την οριοθέτηση με τη Λιβύη, η Ελλάδα ζητούσε η Γαύδος να έχει 100% «επήρεια». Αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να σταθεί, πολλώ δε μάλλον αφού αναγνωρίζουμε ότι ούτε η ίδια η Κρήτη δεν έχει πλήρη επήρεια. Δεν είναι ρεαλιστικό ένα μικρό νησί, όπως η Γαύδος, απέναντι σε μια τεράστια βορειοαφρικανική ακτή, να έχει πλήρη επήρεια σε ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα. Έτσι έμεινε το κενό και κάποια στιγμή ήλθε η Τουρκία να το αξιοποιήσει με την υπογραφή του τουρκολιβυκού μνημονίου.

Υπάρχει τώρα κάποια διαμεσολάβηση για το θέμα Ελλάδας-Λιβύης;

Γνωρίζουμε ότι έχει υπάρξει διαμεσολάβηση των Αμερικανών. Ο Τραμπ έχει ορίσει ειδικό απεσταλμένο για τη Βόρεια Αφρική τον Μασάντ Μπούλος, άλλον έναν εξ αγχιστείας συγγενή του. Η Βόρεια Αφρική αγγίζει άμεσα και την Ελλάδα, διότι ο απεσταλμένος επιδιώκει να επιλύσει τόσο τη διαφορά Λιβύης-Αιγύπτου όσο και Λιβύης-Ελλάδας. Χωρίς αυτά δεν μπορεί να υπάρξει συνολική οριοθέτηση. Σε ορισμένα σημεία, μάλιστα, θα χρειαστεί τριμερής οριοθέτηση Ελλάδας-Αιγύπτου-Λιβύης. Δηλαδή, θα πρέπει να λύσουν ζητήματα και διμερώς Αίγυπτος-Λιβύη και Ελλάδα-Λιβύη, αλλά για κάποια σημεία θα πρέπει να συμφωνήσουν και οι τρεις.

Από αυτή τη διαβούλευση επανήλθε και η ιδέα που επανέφερε ο πρωθυπουργός για Διάσκεψη των χωρών της Ανατολικής Μεσογείου. Πρόκειται για παλαιότερη πρόταση, που είχε διατυπωθεί από τον πρώην πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Σαρλ Μισέλ. Τότε η Ελλάδα ήταν επιφυλακτική -κατά τη γνώμη μου κακώς- αλλά τώρα επανήλθε, και είναι λογική ιδέα. Διότι θα υπάρξουν ζητήματα που αφορούν τριμερώς Ελλάδα-Αίγυπτο-Λιβύη, αλλά και Ελλάδα-Αίγυπτο-Τουρκία, καθώς οι θαλάσσιες ζώνες εφάπτονται. Μια περιφερειακή διάσκεψη θα μπορούσε να δημιουργήσει το κατάλληλο κλίμα για κάποιες συγκλίσεις.

Νομικά, τι ισχύει για έρευνες και εκμετάλλευση σε μη οριοθετημένες περιοχές;

Εκμετάλλευση σε μη οριοθετημένη υφαλοκρηπίδα δεν μπορεί να γίνει - αυτό είναι σαφές. Για τις έρευνες υπάρχει μια ενδιάμεση κατάσταση: μπορείς να κάνεις έρευνες σε διεθνή ύδατα χωρίς οριοθέτηση, αλλά δημιουργείται πρόβλημα αν οι έρευνες αγγίξουν τον βυθό. Διότι στον βυθό υπάρχει υφαλοκρηπίδα. Αν αγγίξεις την υφαλοκρηπίδα, τότε παραδείγματος χάριν η Λιβύη μπορεί να διαμαρτυρηθεί, καθώς βάσει του τουρκολιβυκού μνημονίου θεωρεί ότι τμήμα του βυθού της ανήκει. Άρα, πρακτικά, είναι εξαιρετικά περίπλοκο και δύσκολο έως σχεδόν αδύνατο να γίνουν νόμιμα έρευνες και εκμετάλλευση χωρίς οριοθέτηση.

Εδώ να επισημάνουμε υπάρχει και ένα ακόμη ζήτημα: η Ελλάδα επικαλείται συνεχώς τη λεγόμενη «μέση γραμμή». Αυτό βασίζεται σε εσωτερικό νόμο, τον λεγόμενο νόμο Μανιάτη, που ορίζει ότι μέχρι την οριοθέτηση η Ελλάδα θεωρεί ως όρια ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας τη «μέση γραμμή». Όμως ένας εσωτερικός νόμος δεν δεσμεύει τρίτους. Και στην πράξη δίνει 100% επήρεια ακόμη και στις μικρές νησίδες, κάτι που, όπως προαναφέραμε, δεν επιβεβαιώνεται από τη νομολογία. Άρα είναι και αυτό, ως έναν βαθμό, μαξιμαλιστικό. Κυρίως όμως δεν το αποδέχεται κανείς άλλος. Και, όπως είπαμε, οριοθέτηση γίνεται μόνο με συμφωνία.

Επιπλέον, το Δίκαιο της Θάλασσας δεν αναφέρεται μόνο στη «μέση γραμμή» αλλά και στην ευθυδικία. Δηλαδή, το τελικό αποτέλεσμα να είναι δίκαιο για όλες τις πλευρές. Γι’ αυτό οι ηπειρωτικές ακτές -ιδίως όταν πρόκειται για μεγάλες ακτές, όπως της Μικράς Ασίας ή της Βόρειας Αφρικής- έχουν πολύ ισχυρά δικαιώματα έναντι μικρών νησιών που βρίσκονται απέναντί τους. Δεν μπορούν εύκολα να αγνοηθούν. Αυτό θα αποτελέσει κεντρικό ζήτημα είτε στη διαπραγμάτευση είτε σε δικαστική κρίση. Άρα το να λέμε «εμείς θεωρούμε ότι τα όρια είναι εδώ» δεν έχει νόημα χωρίς συμφωνία. Αυτό είναι το συνολικό πλαίσιο.

Με βάση τα αμερικανικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο -και τον ρόλο εταιρειών όπως η Chevron- συνδυαστικά με όλα όσα παραθέτετε, έρχεται πιο κοντά η πιθανότητα μιας αμερικανικής παρέμβασης στα ελληνοτουρκικά; Και τι θα σήμαινε αυτό; Διακρίνετε επίσης κάποιον ορίζοντα οι δύο πλευρές να αγγίξουν τη σκληρή ατζέντα πριν από όποιες ενδεχόμενες διαμεσολαβήσεις;

Καταρχάς, να πούμε ότι πράγματι αυτή τη στιγμή οι δύο πλευρές, Ελλάδα και Τουρκία, δεν έχουν πολιτική βούληση να αγγίξουν τον σκληρό πυρήνα των διμερών διαφορών. Με τη Λιβύη τα πράγματα είναι διαφορετικά: η Λιβύη αναγνωρίζει πλήρως τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, συνεπώς είναι πιο εύκολη η προσφυγή για ζητήματα Λιβύης. Η Τουρκία δεν το έχει κάνει, γι’ αυτό και υπάρχει το ζήτημα του συνυποσχετικού.

Θεσμικά, το ορθό θα ήταν και με τη Λιβύη να πάμε από κοινού στη Χάγη. Ορισμένοι νομικοί θεωρούν ότι, επειδή η Λιβύη έχει αποδεχθεί τη δικαιοδοσία, θα μπορούσε να γίνει και μονομερής προσφυγή από την Ελλάδα.. Μάλιστα, όταν υπογράφηκε το τουρκολιβυκό μνημόνιο, η τότε υπουργός Εξωτερικών της Λιβύης, όταν της είχαν τεθεί οι αντιρρήσεις της Ελλάδας, είχε πει ότι όποιος επιθυμεί μπορεί να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο.

Άρα, για τη Λιβύη υπάρχει πιθανότητα να πάμε ευκολότερα στη Χάγη. Υπάρχει και μια «πονηρή» αλλά πιθανή εκδοχή: να πάει ο φάκελος Ελλάδα-Λιβύη στη Χάγη και να παρέμβει η Τουρκία ως τρίτο μέρος, το οποίο επηρεάζεται από μία τυχόν απόφαση. Τότε θα μπορούσε να ανοίξει και το θέμα οριοθέτησης Ελλάδας-Τουρκίας, τουλάχιστον για την Ανατολική Μεσόγειο (Κρήτη, Ρόδος), όχι για τον κορμό του Αιγαίου. Αυτή είναι μια πιθανή οδός.

Τώρα, ως προς μία αμερικανική παρέμβαση: από τη στιγμή που η Ανατολική Μεσόγειος αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία για τις ενεργειακές ροές μετά τη διακοπή της ενεργειακής τροφοδοσίας της Ευρώπης από τη Ρωσία, είναι βέβαιο ότι θα πρέπει να υπάρξει είτε οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών είτε τουλάχιστον άτυπη συνεννόηση μεταξύ των κρατών που βρίσκονται στις διαδρομές της Ανατολικής Μεσογείου.

Στην Ανατολική Μεσόγειο, τι έχουμε; Έχουμε ανοιχτό το Κυπριακό, εξαιτίας του οποίου δεν υφίστανται διπλωματικές σχέσεις Τουρκίας-Κυπριακής Δημοκρατίας και προφανώς οριοθέτηση μεταξύ τους για ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, που μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα. Έχουμε την αντιπαράθεση Ελλάδας-Τουρκίας για θαλάσσιες ζώνες. Και έχουμε ευρύτερα σχέδια διασυνδεσιμότητας (ενέργεια, μεταφορές) με αιχμή τον Διάδρομο Ινδία-Μέση Ανατολή-Ευρώπη (IMEC). Όλα αυτά σημαίνουν μεγάλες επενδύσεις. Συνεπώς καταλαβαίνουμε ότι δεν μπορεί -δεν θα επιτραπεί- να αφεθεί στην τύχη και η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης και οι μεγάλες επενδύσεις που θα απαιτηθούν -είτε αφορούν φυσικό αέριο, ηλεκτρισμό ή πράσινο υδρογόνο, όλες τις μορφές ενέργειας-, με το να μένει αβέβαιο το νομικό καθεστώς των θαλασσών από τις οποίες θα διέρχονται οι ροές.

Άρα, ναι: αν δεν υπάρξει έστω άτυπη συνεννόηση -είτε Ελλάδας-Τουρκίας στο θέμα των θαλάσσιων ζωνών είτε σε σχέση με το Κυπριακό- είναι πολύ πιθανή κάποια μορφή αμερικανικής παρέμβασής ή διαμεσολάβησης. Δεν θα αφεθεί αυτό το ζήτημα στην τύχη. Γι’ αυτό απαιτείται πολιτική βούληση τώρα· αλλιώς, αργότερα μπορεί να επιβληθεί εκ των πραγμάτων.

Να δώσω ένα απτό παράδειγμα: αν ένα πλοίο που μεταφέρει πετρέλαιο ή LNG υποστεί ατύχημα στην Ανατολική Μεσόγειο, μπορεί Ελλάδα και Τουρκία να διαφωνούν ακόμη και για το ποιος θα αναλάβει τη διάσωση; Αυτή τη στιγμή δεν έχουμε οριοθετήσει καν τις ζώνες έρευνας και διάσωσης - που δεν είναι ζήτημα κυριαρχίας ή κυριαρχικών δικαιωμάτων αλλά λειτουργιών και αρμοδιοτήτων. Τα ελληνοτουρκικά όσο και το Κυπριακό θα βρεθούν ενώπιον κρίσιμων ζητημάτων, ίσως και διλημμάτων, εάν δεν επιδειχθεί πολιτική βούληση για επίλυση και από τις δύο πλευρές.

Συνεπώς τονίζετε την ανάγκη πολιτικής βούλησης, διότι αν η κατάσταση παραμείνει ως έχει, μια εξωτερική παρέμβαση θα είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένη. Το ζήτημα είναι και προς ποια κατεύθυνση θα κινηθεί.

Αυτό είναι πράγματι ένα μεγάλο ζήτημα. Διότι έχουμε δει τον τρόπο με τον οποίο παρεμβαίνει και μεσολαβεί ο Ντόναλντ Τραμπ σε διεθνείς κρίσεις. Δεν θα λέγαμε ότι δίνει ιδιαίτερο βάρος στο Διεθνές Δίκαιο και αυτό και αυτό μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα.

Τον Ιούνιο πρόκειται να διεξαχθεί η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Τουρκία και λόγω του επιπέδου της διάσκεψης ο Ντόναλντ Τραμπ λέγεται ότι θα παραστεί, εξ ου και τα δημοσιεύματα ότι μπορεί να συνδυάσει την παρουσία του με επίσκεψη και στην Ελλάδα. Ακόμη κι αν πρόκειται απλώς για ενθάρρυνση, είναι σαφές ότι τα ζητήματα αυτά ανοίγουν.

Οι ανάγκες σήμερα ξεπερνούν κατά πολύ τα ελληνοτουρκικά ή το Κυπριακό. Είναι κυρίως ενεργειακές. Αν δούμε τι έχει συμβεί ευρύτερα στην περιοχή: η προσπάθεια διευθέτησης της κρίσης στη Γάζα, η προσπάθεια αναβίωσης των Συμφωνιών του Αβραάμ μεταξύ Ισραήλ και αραβικών χωρών με στόχο και τη συμπερίληψη της Σαουδικής Αραβίας, αλλά και η συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου, παρότι τυπικά βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση, έγιναν με αμερικανική διαμεσολάβηση -η τελευταία επί Μπάιντεν- κυρίως για να διευκολυνθούν ενεργειακές ροές. Το ίδιο ισχύει και για τη διεθνή στήριξη στη μεταβατική διοίκηση του Αλ Σάρα για την ομαλοποίηση της Συρίας.

Όλα αυτά εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο ενεργειακής και γεωοικονομικής διασύνδεσης. Είναι δυνατόν να πιστεύει κανείς ότι η ελληνοτουρκική διένεξη ή το Κυπριακό θα μείνουν εκτός αυτής της διαδικασίας διευθετήσεων; Προφανώς όχι.

Σε αυτό το ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο, η πρόσφατη επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Ινδία επιβεβαίωσε τη στρατηγική για την Ελλάδα διάσταση της ενίσχυσης των διμερών σχέσεων. Ποιες δυνατότητες έχει η Ελλάδα να αποτελέσει πύλη του εμπορικού διαδρόμου IMEC;

Η ακριβής απόληξη του Οικονομικού Διαδρόμου Μέσης Ανατολής-Ινδίας-Ευρώπης δεν έχει ακόμη αποφασιστεί. Η Ελλάδα θέλει να είναι η ευρωπαϊκή πύλη, αλλά έχει ισχυρό ανταγωνισμό από την Ιταλία -και δευτερευόντως από τη Γαλλία και το λιμάνι της Μασσαλίας, κάτι που δεν θεωρώ ιδιαίτερα πιθανό. Αν υποθέσουμε ότι καταλήγει στην Ελλάδα, το λογικό λιμάνι θα ήταν ο Πειραιάς. Όμως εκεί υπάρχει η COSCO, δηλαδή κινεζικός έλεγχος. Και ο IMEC ουσιαστικά σχεδιάζεται ως εναλλακτική στις κινεζικές διαδρομές. Άρα υπάρχει εγγενής αντίφαση.

Σε κάθε περίπτωση, ο IMEC έχει ακόμη χρόνο. Η υλοποίησή του εξαρτάται από τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή. Η Σαουδική Αραβία σήμερα συνδέει την πλήρη συμμετοχή της με εξελίξεις στο Παλαιστινιακό. Παράλληλα, η επιρροή του Ιράν και οι επιθέσεις των Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα δείχνουν ότι οι θαλάσσιες ροές δεν μπορούν να θεωρούνται ασφαλείς. Και ο IMEC αφορά ένα σύνολο υποδομών – εμπορικές ροές, δεδομένα, οπτικές ίνες, καλώδια, πιθανώς και αγωγούς.

Το μόνο βέβαιο αυτή τη στιγμή είναι ότι η Χάιφα στο Ισραήλ θα αποτελεί την έξοδο του διαδρόμου στη Μεσόγειο, εξ ου και η στρατηγική σύμπραξη Ινδίας-Ισραήλ. Από εκεί και πέρα, η Κύπρος είναι επίσης πιθανός ενδιάμεσος κόμβος. Μετά όμως δεν είναι σαφές αν η κύρια απόληξη στην Ευρώπη θα είναι Ελλάδα, Ιταλία ή αλλού.

Και σε σχέση με τον Κάθετο Διάδρομο ενέργειας, όπου μπαίνει στο «κάδρο» και η Αλβανία;

Ο Κάθετος Διάδρομος είναι επίσης οικονομικό έργο, όχι μόνο πολιτικό με στόχευση να μειώσει την εξάρτηση χωρών όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Μολδαβία και η Ουκρανία από ρωσικούς υδρογονάνθρακες. Όμως μέχρι τώρα το επενδυτικό ενδιαφέρον είναι περιορισμένο και κάποιοι διαγωνισμοί έχουν αποβεί άκαρποι. Γι’ αυτό εντάσσονται και άλλες χώρες όπως η Αλβανία και η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, που δεν εξαρτώνται τόσο από ρωσικό αέριο και θεωρούνται πιο πρόθυμοι εταίροι. Όμως αυτό μεταβάλλει τον αρχικό στρατηγικό στόχο του έργου. Για να γίνει βιώσιμος ο Κάθετος Διάδρομος, απαιτούνται περισσότερες πηγές τροφοδοσίας και διασυνδέσεις προς Κεντρική Ευρώπη, όπως σε Ουγγαρία και Σλοβακία. Χωρίς αυτές, η οικονομική του λογική παραμένει αδύναμη.

Κλείνοντας, κ. Τσίκα ποιες προκλήσεις εγείρει για την ελληνική διπλωματία η νέα γεωπολιτική της ενέργειας σε σχέση με την Τουρκία αλλά και την Ευρωπαϊκή Ένωση;

Όταν μιλάμε για τη γεωπολιτική της ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο και πώς αυτή διαπλέκεται με τα ελληνοτουρκικά, χωρίς οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών, τα περισσότερα ενεργειακά και γεωοικονομικά σχέδια μένουν στον «αέρα» - δεν μπορούν να υλοποιηθούν τουλάχιστον με τρόπο σύμφωνο με το Διεθνές Δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας. Και πριν προκύψει μια εξωτερική επιβαλλόμενη διευθέτηση, απαιτείται πολιτική βούληση από τις εμπλεκόμενες χώρες.

Πρέπει επίσης να θυμόμαστε ότι ενεργειακά το επίκεντρο δεν είναι τόσο το Αιγαίο όσο η Ανατολική Μεσόγειος: από Λίβανο-Ισραήλ έως Αίγυπτο-Λιβύη και το τρίγωνο Κρήτης-Κύπρου-Ρόδου, όσον αφορά κοιτάσματα και πλουτοπαραγωγικές πηγές οικονομικά αξιοποιήσιμες. Εκεί εντοπίζεται και το μεγαλύτερο διεθνές ενδιαφέρον. Ούτε και να ξεχνάμε όμως και τη διάσταση ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν επενδύει πλέον σε νέες υποδομές ορυκτών καυσίμων, ακόμη και φυσικού αερίου, λόγω των στόχων απανθρακοποίησης έως το 2050. Η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και κρίσης παραμένει -ορθώς- κεντρικός στόχος της Ε.Ε. Θα έπρεπε να είναι και στόχος της Ελλάδας, εμπράκτως. Να ενισχύσει δηλαδή, την χρήση νέων, «καθαρών» μορφών ενέργειας, αντί να σκέφτεται να στραφεί απότομα στα ορυκτά καύσιμα. 

Η ίδια η Ελλάδα βρίσκεται ουσιαστικά μπροστά σε ένα στρατηγικό δίλημμα: πώς θα ισορροπήσει ανάμεσα στην ευρωπαϊκή «πράσινη» ενεργειακή μετάβαση και στις αμερικανικές γεωπολιτικές προτεραιότητες στην περιοχή. Καθώς οι δύο αυτές ατζέντες αποκλίνουν, αυτό ίσως αποτελεί και το κεντρικό δίλημμα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής τα επόμενα χρόνια.