Η τρέχουσα επικαιρότητα δεν επιτρέπει ακόμη να εστιάσουμε στα θεμελιώδη μεγέθη των εταιριών, καθώς το συστημικό ρίσκο υπερισχύει των επιμέρους αναγνώσεων που αφορούν τις επιχειρηματικές προοπτικές.
Αν και οι προηγούμενες αποδόσεις δεν προδιαγράφουν τις μελλοντικές, μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα χρήσιμο σημείο αναφοράς, ιδιαίτερα όταν αφορούν γεγονότα με κοινό παρονομαστή, όπως η έναρξη πολεμικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ ή την έντονη μεταβλητότητα στις τιμές της ενέργειας.
Με βάση διαθέσιμα στοιχεία από το 1991 και μετά, προκύπτει ότι κατά την έναρξη των εχθροπραξιών ο δείκτης S&P 500 εμφανίζει κατά μέσο όρο άνοδο 0,75%, ενώ η τιμή του αργού πετρελαίου υποχωρεί κατά 6,1%.
Μία εβδομάδα μετά τα γεγονότα, η απόδοση του S&P 500 βελτιώνεται στο 2,23%, ενώ το πετρέλαιο παραμένει υπό πίεση (-4,21%). Σε ορίζοντα ενός έτους, ο S&P 500 καταγράφει μέση άνοδο 12,5%, ενώ και το πετρέλαιο ενισχύεται κατά περίπου 27%.
Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι, παρά το αρχικό σοκ και την αυξημένη μεταβλητότητα, οι αγορές τείνουν μεσοπρόθεσμα να επανέρχονται σε ανοδική τροχιά, μετατοπίζοντας σταδιακά την προσοχή τους από το γεωπολιτικό ρίσκο προς τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη.
Αμερικανικές επιθέσεις που διήρκεσαν πάνω από μία ημέρα

Τι γίνεται ωστόσο μέχρι την ομαλοποίηση της κατάστασης; Μια εξίσου ενδιαφέρουσα παράμετρος αφορά το ποιοι κλάδοι δέχονται τις μεγαλύτερες πιέσεις όταν οι αγορές βρίσκονται υπό την επίδραση γεωπολιτικών εξελίξεων. Η πρόσφατη κρίση στην Ουκρανία προσφέρει ορισμένες χρήσιμες ενδείξεις για το πώς αντιδρούν οι επιμέρους κλάδοι σε τέτοιου είδους σοκ.
Οι δύο περίοδοι που εξετάζονται είναι αφενός το δεκαήμερο που ακολούθησε την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία αφετέρου το διάστημα 6 Ιουνίου – 26 Αυγούστου 2022, το οποίο αντιστοιχεί στη δεύτερη φάση της ενεργειακής κρίσης στην Ευρώπη. Σε αυτή τη φάση, η κρίση μετατοπίστηκε από το αρχικό σοκ του πολέμου στο σοκ των ενεργειακών τιμών και ειδικότερα του φυσικού αερίου.
Κατά τη διάρκεια της δεύτερης περιόδου, η τιμή του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου στο χρηματιστήριο TTF εκτινάχθηκε έως και τα €300/MWh, υπό τον φόβο διακοπής των ρωσικών ροών φυσικού αερίου μέσω αγωγών. Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε τις ανησυχίες για βαθιά ύφεση στην Ευρωζώνη, ιδιαίτερα στις οικονομίες με έντονη βιομηχανική δραστηριότητα.
Από την ανάλυση των αποδόσεων των εταιριών του Euro Stoxx 600 προκύπτει ότι κλάδοι όπως η Ενέργεια, η Υγεία και τα Τρόφιμα εμφανίζουν πιο αμυντικά χαρακτηριστικά, καθώς επηρεάζονται λιγότερο από την αύξηση των ενεργειακών τιμών και τη γενικότερη επιβράδυνση της οικονομίας.
Στον αντίποδα, κλάδοι όπως η Αυτοκινητοβιομηχανία, οι Τράπεζες και το Λιανικό εμπόριο εμφανίζουν μεγαλύτερη ευαισθησία σε τέτοιου είδους περιόδους, αντανακλώντας τον αυξημένο κίνδυνο επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας και της καταναλωτικής ζήτησης.
Συνολικά, η εμπειρία προηγούμενων γεωπολιτικών κρίσεων δείχνει ότι οι αγορές τείνουν αρχικά να αντιδρούν έντονα, με αυξημένη μεταβλητότητα και μετατόπιση των επενδυτικών κεφαλαίων προς πιο αμυντικούς κλάδους. Ωστόσο, όσο περιορίζεται η αβεβαιότητα και αποσαφηνίζεται το οικονομικό περιβάλλον, η προσοχή των επενδυτών επανέρχεται σταδιακά στα θεμελιώδη μεγέθη των οικονομιών και των επιχειρήσεων.
Παρότι κάθε κρίση έχει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, τα ιστορικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι οι περίοδοι έντονης γεωπολιτικής έντασης σπάνια μεταβάλλουν μόνιμα τη μακροπρόθεσμη πορεία των αγορών. Αντίθετα, λειτουργούν περισσότερο ως φάσεις προσωρινής αναπροσαρμογής των αποτιμήσεων και ανακατανομής των επενδυτικών ροών μεταξύ κλάδων. Σε αυτό το πλαίσιο, η παρακολούθηση των ενεργειακών τιμών, της διάρκειας της κρίσης και της ανθεκτικότητας της οικονομικής δραστηριότητας θα αποτελέσουν τους βασικούς παράγοντες που θα καθορίσουν τον ρυθμό επαναφοράς της αγοράς σε πιο κανονικές συνθήκες.

