Σε κρίση τα credit funds των Blackrock και Blackstone

Σε κρίση τα credit funds των Blackrock και Blackstone

Tο οικοσύστημα του εξωτραπεζικού και εναλλακτικού δανεισμού μέσω ιδιωτικών funds είναι εξαιρετικά διαδεδομένο τα τελευταία χρόνια. Η ιδιωτική εξωτραπεζική πίστη, όπως αποδίδεται στα ελληνικά ο όρος «private credit», προσφέρεται ως ένα καινοτόμο εναλλακτικό επενδυτικό προϊόν. Με αποτέλεσμα να βλέπουμε ακόμα και συντηρητικούς θεσμικούς επενδυτές όπως είναι συνταξιοδοτικά ταμεία και ασφαλιστικές εταιρείες, να αγοράζουν μερίδια αυτών των funds, με την ίδια ευκολία που αγοράζουν ομόλογα. 

Με δυο λόγια, τα Private Credit Funds, συγκεντρώνουν κεφάλαια από ιδιώτες επενδυτές, θεσμικούς επενδυτές και συνταξιοδοτικά ταμεία, και χορηγούν πιστώσεις σε επιχειρήσεις. Τα Private Credit, υπόσχονται μεγαλύτερες αποδόσεις από τις αντίστοιχες των ομολόγων, αλλά με αυξημένο κίνδυνο. 

Ο κίνδυνος είναι διπλός. Διότι κατά πρώτον, σε περιπτώσεις πτωχεύσεων των εταιρειών που έχουν χρηματοδοτηθεί, οι ανακτήσεις των κεφαλαίων από τα Private Credit Funds, πλησιάζουν το 33%, έναντι των τραπεζικών δανείων που φτάνουν στο 52%. Με αποτέλεσμα τα Credit Funds να «χάνουν λεφτά» με μεγαλύτερη ευκολία, αν κάτι πάει στραβά, από ότι το τραπεζικό σύστημα.

Και κατά δεύτερον, υπάρχει ένα εγγενές πρόβλημα με τα «ιδιωτικά δάνεια», που έχει να κάνει με τον τρόπο αποτίμησης της αξίας τους. Καθώς δεν υπάρχει μια δευτερογενής αγορά ιδιωτικών χρηματοδοτήσεων, όπως υπάρχει για παράδειγμα στα ομόλογα. Οπότε οι αποτιμήσεις των δανείων βασίζονται σε χρηματοοικονομικά μοντέλα και όχι σε πραγματικές αγοραίες τιμές.

Σε αντίθεση με τις αγορές ομολόγων ή μετοχών ή ETFs, όπου κάθε μέρα συναντώνται οι αγοραστές με τους πωλητές, όπου προσδιορίζονται με ακρίβεια οι τιμές στο λεγόμενο «ταμπλό». Με αποτέλεσμα οι αποτιμήσεις να γίνονται είτε στις «ονομαστικές αξίες» των χρηματοδοτήσεων, είτε σε τιμές που προκύπτουν από κάποια «μαθηματικά μοντέλα» και όχι στις πραγματικές τιμές που θα προσδιόριζαν οι αγορές. 

Το πρώτο «κανόνι» είχε σκάσει τον περασμένο Νοέμβριο σε ένα από τα ισχυρότερα Private Equity Funds, το BlackRock Private Credit Fund (BDEBT), όπως είχαμε περιγράψει στο άρθρο: Oι επιπτώσεις από το «κανόνι» της Renovo στην BlackRock . Η ζημία είχε φτάσει στα $150 εκατ., ως αποτέλεσμα της πτώχευσης της Renovo. Δεν ήταν το μέγεθος της ζημίας που είχε θορυβήσει την αγορά, αφού τα $150 εκατ. μπροστά στα $63 δισ. της BlackRock Private Credit Fund (BDEBT) ήταν ένα ιδιαίτερα μικρό μέγεθος, σχεδόν αμελητέο.

Ωστόσο, ήταν ένας μικρός συναγερμός που ηχούσε για πρώτη φορά σε μια ακμάζουσα, αλλά αδιαφανή σε γενικές γραμμές, αγορά ιδιωτικών δανείων. Φωτίζοντας, έστω και οριακά μια ευπάθεια, που θα μπορούσε να λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις.  

Η «ευπάθεια» του συστήματος των χρηματοδοτήσεων των Credit Funds, οφείλεται στα δομικά προβλήματα του ίδιου του συστήματος. Το πρόβλημα με τα Credit Funds, εντοπίζεται στη φύση των περιουσιακών τους στοιχείων, αφού δανείζουν χρήματα σε μεσαίου μεγέθους εταιρείες που συχνά δεν έχουν πρόσβαση στον παραδοσιακό τραπεζικό δανεισμό. Έτσι, ενώ η στρατηγική αυτή απέδιδε υψηλές αποδόσεις σε περιβάλλοντα χαμηλών επιτοκίων, η τρέχουσα οικονομική συγκυρία έχει αναδείξει τρία κρίσιμα ζητήματα.

Το πρώτο είναι το ζήτημα των αποτιμήσεων. Σε αντίθεση με τις εισηγμένες μετοχές, τα δάνεια της «ιδιωτικής πίστης» δεν αποτιμώνται καθημερινά στην αγορά. Αυτό δημιουργεί φόβους, ότι οι τρέχουσες αξίες και αποτιμήσεις είναι τεχνητά διογκωμένες, την ώρα που οι χρεοκοπίες στην πραγματική οικονομία αυξάνονται.

Το δεύτερο είναι το ντόμινο των πτωχεύσεων. Η πρόσφατη κατάρρευση της βρετανικής Market Financial Solutions Ltd επανέφερε την παλιά ρήση της Wall Street, ότι «ποτέ δεν υπάρχει μόνο μία κατσαρίδα στην κουζίνα». Με αποτέλεσμα οι επενδυτές των Private Equity Funds να φοβούνται ότι θα αυξηθούν  τα φαινόμενα αθέτησης της εξυπηρέτησης των ιδιωτικών δανείων.

Και το τρίτο είναι το πρόβλημα της ρευστότητας. Τα Credit Funds προσφέρουν περιοδική ρευστότητα στους επενδυτές τους, υπό τη μορφή μερισμάτων ή εξαγορών των μεριδίων τους, ενώ τα δάνεια που έχουν χορηγήσει έχουν διάρκεια πολλών ετών. Οπότε, σε περίπτωση που αρκετοί επενδυτές «ζητήσουν» τα χρήματα τους ταυτοχρόνως, το σύστημα «παγώνει».

Αυτό ακριβώς συμβαίνει τις τελευταίες ημέρες στο εμβληματικό Credit Fund της Blackstone, το γνωστό BCRED με ενεργητικό ύψους $82 δισ. Η είδηση ότι η Blackstone επέτρεψε στους πελάτες/ μετόχους της να αποσύρουν το ποσό - μαμούθ των $3,7 δισ. από το BCRED κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, προκάλεσε ρίγη ανησυχίας στην Wall Street. Ένα ποσοστό που πλησιάζει το 5% του ενεργητικού του BCRED. Και είναι η πρώτη φορά που το BCRED καταγράφει αρνητικό ισοζύγιο κίνησης κεφαλαίων.

Η αντίδραση της αγοράς ήταν ακαριαία. Η μετοχή της Blackstone σημείωσε ελεύθερη πτώση της τάξης του -8%, αγγίζοντας τα χαμηλότερα επίπεδα διετίας, προτού ανακάμψει οριακά. Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, ήταν η ανάγκη για «εσωτερική παρέμβαση». Έτσι, περισσότερα από 25 κορυφαία στελέχη της εταιρείας αναγκάστηκαν να επενδύσουν περίπου $150 εκατ. για να διασφαλίσουν ότι όλα τα αιτήματα εξαγοράς από την πλευρά των πελατών/ μετόχων θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν.

Το 2026 τα Credit Funds, έρχoνται αντιμέτωπα με δυο προβλήματα. Το πρώτο είναι το κύμα των χρεοκοπιών των μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων των οποίων οι αξιολογήσεις κινδύνου αποδεικνύονται μη ασφαλείς. Και το δεύτερο είναι το κύμα εξαγορών από μερίδα επενδυτών που είτε αντιλαμβάνονται το μέγεθος του κινδύνου και αποσύρονται, είτε απλά επιλέγουν να μετακινήσουν τα κεφάλαια τους σε άλλες κατηγορίες επενδυτικών προϊόντων. 

Και το μυαλό των περισσοτέρων στην Wall Street επιστρέφει πίσω στο 2023, τότε που η Blackstone είχε αναγκαστεί να «μπλοκάρει» τις αναλήψεις των πελατών/ επενδυτών, για να διασώσει το Real Estate Fund της, από την κατάρρευση. 

Φυσικά, δεν έφτασε το τέλος της εποχής των Private Credit Funds. Παίκτες όπως είναι η Blackrock και η Blackstone, δεν θα εξαφανιστούν από την αγορά της εξωτραπεζικής ιδιωτικής χρηματοδότησης. Διότι πάντα θα υπάρχουν επιχειρήσεις που δεν θα μπορούν να δανειοδοτηθούν από το τραπεζικό σύστημα και πάντα θα υπάρχουν επενδυτές θα αναζητούν καλύτερες αποδόσεις έστω και με αυξημένο ρίσκο. Ωστόσο, το πιο πιθανό είναι τα Private Credit Funds να αναγκαστούν να υιοθετήσουν μεγαλύτερη διαφάνεια, όσον αφορά τις αποτιμήσεις των δανείων, αυστηρότερα κριτήρια δανεισμού προς τις μεσαίες επιχειρήσεις και ασφαλέστερη διαχείριση των ορίων ρευστότητας του ενεργητικού τους.