Κίνδυνος για νέο κύμα ακρίβειας και ύφεση 
Shutterstock
Shutterstock

Κίνδυνος για νέο κύμα ακρίβειας και ύφεση 

Χωρίς να έχει τελειώσει ακόμα η κρίση της ακρίβειας που έχει πλήξει σφοδρά την Ευρώπη και την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, ένα νέο κύμα πληθωρισμού απειλεί να… σηκωθεί, με φόντο το τρομακτικό ράλι των τιμών του πετρελαίου εξαιτίας του πολέμου στη Μέση Ανατολή.

Και μπορεί οι αγορές να πήραν μία ανάσα από την πτώση του Brent έως και κάτω από τα 90 δολάρια με φόντο τις προσδοκίες για απελευθέρωση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου από τις χώρες του G7 και την «υπόσχεση» του Τραμπ ότι ο πόλεμος θα τελειώσει σύντομα, ωστόσο η ανησυχία είναι έκδηλη. 

Το πιο σημαντικό ερώτημα που απασχολεί άπαντες, από επενδυτές και χρηματιστές μέχρι οικονομολόγους, πολιτικούς και φυσικά τους καταναλωτές, είναι πόσο θα διαρκέσει ο πόλεμος και θα παραμείνουν οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου στα ύψη. Η χθεσινή εκτίναξη του Brent στα 119,46 δολάρια προσέφερε μία πρώτη γεύση του τι πρέπει να περιμένουμε στην περίπτωση που συνεχιστούν οι εχθροπραξίες.

Πότε θα αρχίσουν οι επιχειρήσεις να περνούν το αυξημένος κόστος παραγωγής και μεταφοράς στους καταναλωτές και πότε οι κεντρικές τράπεζες θα αρχίσουν να καταγράφουν την πτώση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, όπως συνέβη στον πόλεμο του Κόλπου το 1990;

Η Ευρώπη είναι η πιο εκτεθειμένη στον πόλεμο ανεπτυγμένη οικονομία. Οι τιμές χονδρικής του φυσικού αερίου επηρεάζουν άμεσα τους λογαριασμούς ρεύματος και τις τιμές στο λεγόμενο καλάθι του νοικοκυριού, που συνεπάγεται ότι τα προβλήματα στην αγορά φυσικού αερίου θα επηρεάσουν περισσότερο τον πληθωρισμό στην ΕΕ, σε σύγκριση με άλλες μεγάλες οικονομίες. 

Στην Κομισιόν εξετάζουν ήδη τα μέτρα που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν έγκαιρα, ενώ στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα οι αναλυτές έχουν πιάσει δουλειά προκειμένου να αξιολογήσουν τον αντίκτυπο που θα έχει, στον πληθωρισμό και στο ΑΕΠ, πιθανή παραμονή του πετρελαίου για μεγάλο χρονικό διάστημα πέριξ των 100 δολαρίων το βαρέλι.

Το περίεργο είναι ότι ακόμα και μετά το απότομο ράλι της Δευτέρας, οι προβλέψεις των αναλυτών δεν κάνουν λόγο για καταστροφή. Στις νέες της εκτιμήσεις, η Oxford Economics υποθέτει ότι ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ θα οδηγήσει τη μέση τιμή του Brent για το τρίμηνο Απριλίου-Ιουνίου στα 80 δολάρια το βαρέλι και τις ευρωπαϊκές και ασιατικές τιμές του φυσικού αερίου 30% υψηλότερα από την πρόβλεψη που είχε κάνει ο οίκος τον Φεβρουάριο. 

Αποτέλεσμα θα είναι να υποβαθμιστεί η πρόβλεψη για την ανάπτυξη του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα το 2026, ενώ ο οίκος αναβαθμίζει την πρόβλεψη για τον πληθωρισμό στην Ευρώπη κατά 0,5% στο 2,2% φέτος.

Παρ’ όλα αυτά, η Oxford Economics τονίζει ότι η γενικευμένη σύρραξη στη Μέση Ανατολή αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο μεγαλύτερης επιβράδυνσης της ευρωπαϊκής οικονομίας. 

Μετά από έναν κρύο σχετικά χειμώνα, η αποθήκευση φυσικού αερίου έχει μειωθεί περίπου στο 30% της χωρητικότητας, δυσκολεύοντας τα πράγματα στην Ευρώπη ενόψει της περιόδου αναπλήρωσης. Όπως σημειώνει η Oxford Economics, ενώ η ΕΕ μπορεί να ξεπεράσει μία σύντομη περίοδο με προβλήματα στην προσφορά, καθυστερώντας την αναπλήρωση των αποθεμάτων για τον επόμενο χειμώνα, μία μεγαλύτερη σε διάρκεια κρίση θα ανάγκαζε τους Ευρωπαίους να ανταγωνιστούν σκληρά με τους Ασιάτες εισαγωγείς για φορτία LNG.

Χθες Δευτέρα, η Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου προειδοποίησε πως αν οι τιμές του πετρελαίου παραμείνουν για μεγάλο μέρος του 2026 γύρω στα 100 δολάρια το βαρέλι, ο πληθωρισμός θα αναθερμανθεί κατά περίπου 4 ποσοστιαίες μονάδες. Αυτό σημαίνει ότι μέσα στο έτος υπάρχει ο κίνδυνος να δούμε τον πληθωρισμό να αυξάνεται από το 2% που διαμορφώνεται σήμερα στην Ευρώπη, άνω του 6%, πυροδοτώντας μία σειρά αλυσιδωτών αντιδράσεων. 

Ορισμένοι αναλυτές παρομοιάζουν τον κίνδυνο με τη διπλή ενεργειακή κρίση της δεκαετίας του 1970 που οδήγησε σε παγκόσμια ύφεση, αλλά και στη μνημειώδη αύξηση των επιτοκίων από τον τότε επικεφαλής της Fed, Πολ Βόλκερ, έως το 20%.  

Να θυμίσουμε ότι κατά τη διάρκεια των πετρελαϊκών κρίσεων της δεκαετίας του 1970 – η πρώτη λόγω του πολέμου του Γιομ Κιπούρ το 1973 και η δεύτερη με φόντο την ιρανική επανάσταση – η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου οδήγησε σε βαθιά ύφεση και σε στασιμοπληθωρισμό ορισμένες από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου. 

Εμπειρικές μελέτες καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι για να δούμε μία νέα παγκόσμια ύφεση, θα χρειαστεί να παραμείνουν οι τιμές του πετρελαίου σε εύρος 100-120 δολαρίων το βαρέλι για διάστημα 6-12 μηνών. Σε αυτή την περίοδο, το αυξημένο ενεργειακό κόστος θα μεταφερθεί στις ήδη υψηλές τιμές αγαθών και υπηρεσιών, προκαλώντας ένα σοκ ιστορικών διαστάσεων για το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. 

Τα πάντα θα εξαρτηθούν, λοιπόν, από τη διάρκεια του πολέμου και κυρίως από το πόσο θα συνεχιστούν τα προβλήματα στα Στενά του Ορμούζ, ωστόσο σκεφτείτε τι θα συμβεί αν οι σημερινές τιμές στα ήδη πρώτη ανάγκης και στα βασικά αγαθά αυξηθούν επιπλέον κατά 10% ή 20%. Η κατανάλωση θα καταρρεύσει και η ύφεση θα χτυπήσει την πόρτα οικονομιών σε Ασία, Ευρώπη και Αμερική. 

Σύμφωνα, πάντως, με τον «γκουρού» των αγορών, Μοχάμεντ Ελ Εριάν, η άνοδος των ενεργειακών τιμών θα οδηγήσει υψηλότερα φέτος τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ και στο 3% κατά μέσο όρο, έναντι 2,6% το 2025. Ο διάσημος οικονομολόγος και αναλυτής εκτιμά, μάλιστα, ότι οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου θα επιφέρουν πλήγμα στο αμερικανικό ΑΕΠ της τάξης του 0,5% φέτος, που συνεπάγεται ότι θα αποφευχθεί η ύφεση. 

Δείτε εδώ όλες τις τελευταίες εξελίξεις από τη Μέση Ανατολή