Γιατί η Wall τρέχει ασθμαίνοντας πίσω από την Ευρώπη
Αγορές

Γιατί η Wall τρέχει ασθμαίνοντας πίσω από την Ευρώπη

Μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση η υπεραπόδοση των μετοχών των ΗΠΑ έναντι των ευρωπαϊκών ήταν για πολλά χρόνια ένας άτυπος κανόνας. 

Το 2022 αποτέλεσε μια εξαίρεση στον κανόνα, καθώς οι ευρωπαϊκές μετοχές σημείωσαν αισθητά μικρότερες απώλειες από εκείνες των ΗΠΑ με πτώση 13% έναντι πτώσης 19,4% για τον S&P500.

Οι δύο πρώτες εβδομάδες του 2023 μας υποδεικνύουν ότι η περσινή χρονιά ίσως δεν εντάσσεται στις περιπτώσεις των εξαιρέσεων που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Αντίθετα, υπάρχουν αρκετές πιθανότητες να είμαστε μπροστά σε μια αναστροφή ή έστω εξισορρόπηση.

Συγκρίνοντας τις δύο αγορές που συγκεντρώνουν τα περισσότερα φώτα στις αγορές παραγώγων, βλέπουμε ότι το πρώτο δεκαπενθήμερο του 2023 ολοκληρώθηκε με άνοδο +8% για τον δείκτη της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης, τον βιομηχανικό Dax και πέριξ του 4% για τη μητέρα των αγορών, τον δείκτη S&P500.

Για όσους διάβασαν το outlook της στήλης για το 2023 η εξέλιξη αυτή πιθανότατα να μην αποτελεί έκπληξη, μιας και έχει εμπεδωθεί ότι οι αγορές αρχίζουν να εξοικειώνονται με την νομισματική πολιτική και εφεξής θα καθοδηγούνται περισσότερο από τα οικονομικά δεδομένα και τα εταιρικά κέρδη.

Την ίδια στιγμή τα ομόλογα είναι ο μεγαλύτερος αντίπαλος των μετοχών, ειδικά όσον αφορά τις αμερικανικές μετοχές, πολλές από τις οποίες «φαίνονται» ακριβές σε σχέση με τα ομόλογα, κάτι που δεν ισχύει απαρραίτητα για πολλές από τις μετοχές των ευρωπαϊκών αγορών, αλλά και για κάποιες των emerging markets. 

Όμως και η μακροοικονομική εικόνα επί του παρόντος δείχνει να προσφέρει περισσότερες ευχάριστες ανατροπές για τη μια από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού. 

Δύο ταχύτητες για τα στοιχεία του πληθωρισμού

Οι επενδυτές αυτή την εβδομάδα ήταν συντονισμένοι στις ανακοινώσεις για τον πληθωρισμό των ΗΠΑ. Τελικά τα στοιχεία δεν επιφύλαξαν κάποια έκπληξη για τη Wall Street, καθώς τα στοιχεία για τον δείκτη τιμών καταναλωτή κινήθηκαν σύμφωνα με τις προσδοκίες. 

Οι οικονομολόγοι ανέμεναν ότι ο δείκτης τιμών καταναλωτή θα υποχωρούσε 0,1% για τον Δεκέμβριο, αλλά θα αυξανόταν 6,5% σε ετήσια βάση, έναντι μηνιαίας αύξησης 0,1% τον Νοέμβριο και ετήσιου ρυθμού 7,1%. 

Όπερ και εγένετο. Αν εξαιρέσουμε βέβαια τις τιμές των τροφίμων και της ενέργειας, ο ΔΤΚ για τον Δεκέμβριο είναι 0,3% υψηλότερος από τον προηγούμενο μήνα και 5,7% υψηλότερος από ό,τι πριν από ένα χρόνο, αλλά δεν παύει να ισχύει το γεγονός ότι ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ έχει απομακρυνθεί σημαντικά πλέον από τα υψηλά του Ιουνίου- 9,1%- κάτι που είναι μια σημαντική πρόοδος και ας παραμένει μακριά από το στόχο της ομοσπονδιακής τράπεζας, για ένα ρυθμό στο 2%.

Η Wall ναι μεν αντέδρασε θετικά στα στοιχεία του πληθωρισμού, εντούτοις όπως βλέπουμε στα παρακάτω δύο διαγράμματα δεν έχει καταφέρει να απομακρυνθεί εντυπωσιακά από τον κινητό μέσο των 200 ημερών- 3977 μονάδες ο απλός και 3992 μονάδες ο εκθετικός - ένα επίπεδο που για παράδειγμα η Γερμανία έχει αφήσει πίσω της από τον Νοέμβριο του 2022, ξεπερνώντας το κατά 11%.

Ακόμα και οι δηλώσεις μερικών αξιωματούχων της Fed, όπως για παράδειγμα εκείνες του προέδρου της Fed Φιλαδέλφεια Εντ Χάρκερ, ο οποίος βιάστηκε ομολογουμένως να δηλώσει ότι τα στοιχεία υποδεικνύουν ότι ο πληθωρισμός έχει κορυφώσει και ως εκ τούτου η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ μάλλον θα πρέπει να κινηθεί πιο ήπια στα επιτόκιά της με μικρές αυξήσεις 25 μονάδων βάσης, δεν μπόρεσαν να ενδυναμώσουν τη Wall.

Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι βασικός υπαίτιος είναι ο δομικός δείκτης τιμών καταναλωτή, ο οποίος  ενισχύθηκε σε μηνιαία βάση κατά 0,3% έναντι ανόδου κατά 0,2% τον Νοέμβριο. Όμως και αυτή η μέτρηση ήταν εντός των εκτιμήσεων. 

Μια άλλη μερίδα αναλυτών αναζητούν την υπαιτιότητα στα στοιχεία από την αγορά εργασίας, σύμφωνα με τα οποία οι εβδομαδιαίες αιτήσεις επιδομάτων ανεργίας  την εβδομάδα που έληξε στις 7 Ιανουαρίου διατηρήθηκαν χαμηλότερα του ιστορικού μέσου όρου -205.000 έναντι 368.400- και ο μέσος όρος τεσσάρων εβδομάδων κατέγραψε χαμηλό τριών μηνών, στις 212.500. 

Τα στοιχεία αυτά μας δείχνουν ότι η αγορά εργασίας παραμένει ισχυρή, συντηρώντας τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό και θέτοντας το ερώτημα: Μήπως είναι πολύ νωρίς για να πανηγυρίσουμε; Μια ισχυρή αγορά εργασίας μπορεί εύκολα να συνοδευτεί από μια επίμονη αύξηση των μισθών, κάτι που θα μπορούσε να διατηρήσει τον πληθωρισμό των υπηρεσιών σε υψηλά επίπεδα το 2023. 

Συμπερασματικά, παρά το γεγονός ότι τα στοιχεία του πληθωρισμού αυτής της εβδομάδας ήταν ευπρόσδεκτα, εντούτοις απουσιάζουν δύο ακόμη συνισταμένες για να μπορούμε να ελπίζουμε ότι οι πληθωριστικές πιέσεις κορύφωσαν: Η επιβράδυνση της αγοράς εργασίας και η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού των υπηρεσιών. Και για να είμαστε ακριβοδίκαιοι, η αναδιάταξη των εφοδιαστικών αλυσίδων στα πλαίσια της αποπαγκοσμιοποίησης πολύ δύσκολα θα επιτρέψει να δούμε σύντομα πρόοδο στις δύο συγκεκριμμένες συνισταμένες.

Η πρώτη «ψυχρολουσία» των εταιρικών αποτελεσμάτων, αρχής γενομένης του τραπεζικού κλάδου 

Η εβδομάδα που μόλις ολοκληρώθηκε εγκαινίασε την νέα περίοδο εταιρικών αποτελεσμάτων που παραδοσιακά ξεκινά με τους τραπεζικούς κολοσσούς των ΗΠΑ. 

Τα αποτελέσματα που ανακοινώθηκαν είχαν ως κοινό χαρακτηριστικό ότι ήταν καλύτερα των εκτιμήσεων των αναλυτών, είτε επρόκειτο για τις JPMorgan και BofA που σημείωσαν αύξηση κερδοφορίας είτε για τις Wells Fargo, BlackRock και Citi που σημείωσαν μείωση.

Όμως με μια πιο προσεκτική ματιά, εύκολα συνειδητοποιεί κανείς ότι τα αδύναμα έσοδα από τους τομείς των κεφαλαιαγορών και της επενδυτικής τραπεζικής είναι πλέον γεγονός, ενώ τα μεγαλύτερα του αναμενόμενου αποθεματικά για ζημιές από δάνεια προκειμένου να προστατευθούν οι τράπεζες από πιθανόν αυξανόμενες αθετήσεις πληρωμών καταδεικνύουν ότι περνάμε σε... αλλαγή εποχής. 

Οι προειδοποίησεις όπως εκείνη του CEO της JPMorgan Jamie Dimon για αντίθετους ανέμους στις αγορές εξαιτίας των γεωπολιτικών εντάσεων και του επίμονα υψηλού πληθωρισμού που επιβαρύνει την αγοραστική δύναμη δεν βοήθησαν τη Wall να ανεβάσει ταχύτητα.

Οι θετικές εκπλήξεις από τη Γηραιά Ήπειρο

Η αύξηση του ευρωπαϊκού ΑΕΠ ξεπέρασε τελευταία φορά τις ΗΠΑ το 2017, αν και τα τελικά στοιχεία για το 2022 δεν έχουν ακόμη δημοσιευθεί.

Όμως η αγορά «ζυγίζει» ήδη το γεγονός ότι η γερμανική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 1,9% στο σύνολο του 2022 , ξεπερνώντας ελαφρώς τις εκτιμήσεις των αναλυτών για ρυθμό πέριξ του 1,8%, ενώ στο τέταρτο τρίμηνο δείχνει πως παρέμεινε στάσιμη, κάτι που υποδηλώνει ότι η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης ενδεχομένως να αποφύγει την ύφεση τον φετινό χειμώνα.

Η αλήθεια είναι ότι οι θεοί φαίνονται να είναι στο πλευρό της Ευρώπης, καθώς οι ήπιες καιρικές συνθήκες μας έχουν επιτρέψει να έχουμε φτάσει στα μέσα του Ιανουαρίου με τις αποθήκες γεμάτες με φυσικό αέριο και LNG, κάτι που σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία γλύτωσε στο παραπέντε τα χειρότερα.

Αν και το επόμενο στοίχημα είναι με τι κόστος θα ξαναγεμίσουμε τις αποθήκες το καλοκαίρι, με το ποσοστό πληρότητας να αποτελεί άλλον έναν από τους αγνώστους Χ, εντούτοις η αγορά επί του παρόντος εστιάζει στην ευχάριστη ανατροπή ότι η Ευρώπη γλύτωσε τα χειρότερα και όχι στους προβληματισμούς των επόμενων μηνών. 

Αυτό βέβαια είναι μια εξαιρετικά καλή εξέλιξη, μιας και χρειαζόμαστε το «λίπος» αυτής της ανόδου προκειμένου να καταφέρει η κλίση του φετινού πλαγιοκαθοδικού καναλιού των ευρωπαϊκών αγορών να είναι όσο μικρότερη γίνεται.

Στα σημαντικά μακροοικονομικά στοιχεία της εβδομάδας είχαμε άλλη μια ανατροπή, ήτοι την απροσδόκητη αύξηση του ΑΕΠ της Βρετανίας, το οποίο αυξήθηκε κατά 0,1% τον Νοέμβριο την ώρα που η αγορά περίμενε να συρρικνωθεί κατά 0,2% σε σχέση με τον Οκτώβριο.

Τέλος, το επιχειρηματικό κλίμα στη Γερμανία ενισχύθηκε περισσότερο των εκτιμήσεων τον Δεκέμβριο, ενώ νωρίτερα αυτή την εβδομάδα η οικονομική σύμβουλος της κυβέρνησης Μόνικα Σνίτσερ δήλωσε  ότι ο πληθωρισμός στη Γερμανία πιθανότατα να έχει κορυφωθεί, τουλάχιστον για όσο οι παγκόσμιες τιμές ενέργειας παραμένουν σε αποκλιμάκωση.

Οι τρεις λεπτομέρειες που κάνουν και θα κάνουν τη διαφορά

Το διαφορετικό βαρομετρικό μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού υποστηρίζεται και από κάποιες άλλες συνισταμένες. 

-Η Ευρώπη ακριβώς λόγω της ενεργειακής κρίσης που τροφοδοτείται από τη διάρρηξη των σχέσεων της με τη Ρωσία βρίσκεται σε επεκτατική δημοσιονομική πολιτική. Η επεκτατική αυτή πολιτική είναι πολύ πιθανόν να συνεχιστεί για αρκετόν καιρό και παρά τις αντίθετες συστάσεις της ΕΚΤ και του ΔΝΤ.

-Η απομάκρυνση της Κίνας από την πολιτική «Ζero Covid», αν και έχει κόστος στα πρώτα της βήματα, εντούτοις όταν περάσουν τα πρώτα επιδημικά κύματα, θα οδηγήσει την Κίνα σε πλήρες άνοιγμα, προσφέροντας ούριους ανέμους για την ανάπτυξη της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, αν και θα μας στοιχίσει κάτι παραπάνω στο κόστος του LNG. (σ.σ:Περισσότερα για τους λόγους για τους οποίους το άνοιγμα της κινεζικής οικονομίας είναι ένας βασικός συντελεστής για την ευρωπαϊκή ανάπτυξη και όχι μόνο μπορείτε να διαβάσετε εδώ). 

-Η μετατόπιση του επενδυτικού ενδιαφέροντος από τις μετοχές ανάπτυξης στις μετοχές αξίας ευνοεί τις ευρωπαϊκές αγορές. 

 Οι μετοχές ανάπτυξης στις οποίες περιλαμβάνονται οι κολοσσοί τεχνολογίας των ΗΠΑ χτυπήθηκαν σκληρά το 2022, όταν η Fed άρχισε να αυξάνει τα επιτόκια πλήττοντας τις μελλοντικές προσδοκίες για τα κέρδη. 

Οι μετοχές αξίας στον αντίποδα τείνουν να ξεπερνούν σε επιδόσεις τις μετοχές ανάπτυξης καθώς αυξάνονται τα επιτόκια. Η Ευρώπη κατέχει σε γενικές γραμμές υψηλότερο ποσοστό μετοχών αξίας σε σχέση με τη Wall, κάτι που στην παρούσα συγκυρία, της δίνει το προβάδισμα. 

Αν και η ανατίμηση του ευρώ καθώς θα κλείνει η ψαλίδα του επιτοκιακού πλεονεκτήματος του δολαρίου θα επιβραδύνει από ένα σημείο και μετά περισσότερο τα κέρδη των ευρωπαϊκών εταιρειών, εντούτοις η επιβάρυνση αυτή χρειάζεται κάποιους μήνες για να αντικατοπτριστεί στα αποτελέσματα. 

Αποποίηση Ευθύνης

Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά,συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες