field_kentriki_fotografia
shutterstock
shutterstock
Γιατί οι αγορές «διψούν» για την κινεζική ανάπτυξη

Η χθεσινή  άνοδος των ασιατικών και ευρωπαϊκών αγορών, των εμπορευμάτων και φυσικά των νομισμάτων που η ισχύς τους συνδέεται στενά με την έκθεση τους στην Ασία και τον κύκλο των βασικών εμπορευμάτων-δολάριο Αυστραλίας, Καναδά, νορβηγική κορώνα κ.α- μας υπενθύμισε πόσο έχει λείψει από την παγκόσμια οικονομία η ισχύς του Ασιάτη Γίγαντα, όπως για χρόνια αποκαλούσαμε την Κίνα.


Κόντρα στα απογοητευτικά οικονομικά στοιχεία που ανακοινώθηκαν χθες και έδειξαν περαιτέρω επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας στην Ευρωζώνη-ο σύνθετος δείκτης PMI που καλύπτει τον κλάδο της μεταποίησης και τις υπηρεσίες κατρακύλησε σε χαμηλό 23 μηνών στο 47,3 τον Οκτώβριο από 48,1 τον Σεπτέμβριο- και την ψυχρολουσία από τον Πάουελ την Τετάρτη, https://www.liberal.gr/agores/ti-ekopse-ta-ftera-toy-paoyel οι αγορές «πανηγύρισαν» την πιθανή απομάκρυνση της Κίνας από την πολιτική «zero covid»και την επαναφορά της σε πλήρη οικονομική δραστηριότητα, με τις ευρωπαϊκές αγορές και τα περισσότερα εμπορεύματα απο τον χρυσό, το ασήμι, τον χαλκό, το παλλάδιο και την πλατίνα έως το πετρέλαιο να πρωταγωνιστούν στην άνοδο. 

Αντίθετα η Wall και παρά τα στοιχεία που ανακοινώθηκαν την Παρασκευή για την ενίσχυση των μισθών σε ετήσια βάση κατά 4,7% μετά την άνοδο του Σεπτεμβρίου κατά 5% που αποτελούν ένα μικρό μεν, αλλά ενθαρρυντικό σημάδι ότι ο μισθολογικός πληθωρισμός ενδεχομένως να έχει κορυφωθεί, δεν ακολούθησε την άνοδο με την ίδια ορμή. 

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Το ράλι ξεκίνησε από τις κινεζικές μετοχές με τον δείκτη Hang Seng να κλείνει στο +5,3% την Παρασκευή μετά από δημοσιεύματα στο Bloomberg ότι οι κινεζικές αρχές εξετάζουν να χαλαρώσουν τα περιοριστικά μέτρα στις αερομεταφορές, ενώ λίγες ώρες αργότερα υπήρξε δημοσίευμα ότι οι αμερικανικές αρχές ολοκλήρωσαν νωρίτερα από το προγραμματισμένο τον πρώτο γύρο των λογιστικών ελέγχων σε κινεζικές εταιρείες που είναι εισηγμένες στις ΗΠΑ. 

Σύμφωνα με το πρώτο δημοσίευμα, το Κρατικό Συμβούλιο της Κίνας ζήτησε πρόσφατα από τις κυβερνητικές υπηρεσίες και την εποπτική αρχή για την πολιτική αεροπορία να προετοιμαστούν για τον τερματισμό του μηχανισμού στις πτήσεις για την αντιμετώπιση της Covid-19.  

Στο πλαίσιο του συστήματος αυτού, οι αεροπορικές αντιμετωπίζουν απαγόρευση πτήσεων στο ενδεχόμενο που μεταφέρουν επιβάτες με Covid-19 στην Κίνα.  

Ο τερματισμός αυτής της πολιτικής θεωρείται μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου προκειμένου οι κινεζικές αερομεταφορές να επανέλθουν στην ομαλότητα, ενώ το Βloomberg υπενθύμισε ότι η Γενική Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας της Κίνας ανακοίνωσε ήδη από τον Οκτώβριο ότι η χώρα θα αυξήσει πάνω από το διπλάσιο τις διεθνείς πτήσεις την περίοδο Οκτωβρίου με τέλη Μαρτίου, σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο ένα χρόνο νωρίτερα. 

Η επενδυτική κοινότητα «μεταφράζει» αυτές τις εξελίξεις ως μια επικείμενη χαλάρωση της αυστηρής πολιτικής για την Covid 19 του Πεκίνου.

Σε αυτό το σημείο βέβαια οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι η κινεζική  κυβέρνηση δεν έχει ακόμη ανακοινώσει καμία επίσημη αλλαγή πολιτικής. Οι περιορισμοί που σχετίζονται με τον Covid στα ταξίδια, οι τακτικές απαιτήσεις για τεστ ιού και άλλα μέτρα παραμένουν γενικά το ίδιο αυστηρά.

Ωστόσο οι ελπίδες για μια επερχόμενη αλλαγή πολιτικής για την Covid ήταν αρκετές να εκτοξεύσουν τις ασιατικές αγορές και όχι μόνο.

Το αν έπραξαν ορθώς θα το ξέρουμε πιθανότατα σήμερα, δεδομένου ότι τα κινεζικά χρηματοοικονομικά μέσα Cailian Press ανέφεραν ότι οι αξιωματούχοι θα πραγματοποιήσουν συνέντευξη Τύπου το απόγευμα του Σαββάτου στο κτίριο της Εθνικής Επιτροπής Υγείας για τον έλεγχο του ιού και τα μέτρα πρόληψης. 

Πολλοί αναλυτές μεταξύ των οποίων και ο Bruce Pang, επικεφαλής οικονομολόγος και επικεφαλής έρευνας για την Μεγάλη Κίνα, δήλωσαν στα διεθνή μέσα ότι η Κίνα θα επιμείνει βραχυπρόθεσμα στη δέσμευσή της για «μηδενική ανοχή στην Covid», αλλά μακροπρόθεσμα θα αναγκαστεί να υιοθετήσει μια πιο ήπια στάση που θα περιλαμβάνει πιο ευέλικτα μέτρα και σταδιακά χαλαρότερους περιορισμούς. 

Λίγες ώρες αργότερα, νέο δημοσίευμα του Bloomberg δημιούργησε προσδοκίες ότι οι κινεζικές μετοχές εισηγμένες στις ΗΠΑ, όπως η Alibaba, θα μπορούσαν να παραμείνουν εισηγμένες. Αφορμή για το δημοσίευμα ήταν το γεγονός ότι οι ελεγκτές του Συμβουλίου Λογιστικής Εποπτείας των Εταιρειών Δημοσίου Ενδιαφέροντος των ΗΠΑ αναμένεται να αναχωρήσουν από το Χονγκ Κονγκ μέσα στο Σαββατοκύριακο, πολύ νωρίτερα από την προγραμματισμένη αναχώρηση τους στα μέσα Νοεμβρίου.  

Για πολλούς αναλυτές αυτό αποτελεί ένα ενθαρρυντικό σημάδι σε μια διαδικασία που έχει προβληματίσει την επενδυτική κοινότητα, καθώς οι αμερικανικές αρχές έχουν προειδοποιήσει ακόμα και για το ενδεχόμενο να αφαιρεθούν κινεζικές μετοχές τη Wall αν οι εταιρείες δεν περάσουν τους ελέγχους. 

Kαι για αυτή την είδηση όμως υπάρχουν «υποσημειώσεις».Το πρακτορείο επισήμανε ότι είναι ακόμα νωρίς για να πει κανείς με ασφάλεια αν οι κινεζικές αρχές πέρασαν τους ελέγχους και ότι οι ελεγκτές αναμένεται να παραδώσουν την αρχική τους έκθεση για τα αποτελέσματα των ελέγχων τις επόμενες εβδομάδες.

Η στήλη θα προσθέσει ότι η Ρυθμιστική Επιτροπή Κινητών Αξιών, το Υπουργείο Οικονομικών και το Συμβούλιο Εποπτείας Λογιστικών Εταιρειών των ΗΠΑ δεν σχολίασαν τα δημοσιεύματα. Τουτέστιν, θα πρέπει και εδώ να κάνουμε υπομονή λίγες ημέρες προκειμένου να σιγουρευτούμε ότι δεν είναι «άνθρακας ο θησαυρός».

Ανεξαρτήτως όμως των εξελίξεων τόσο όσον αφορά την διαπραγμάτευση των κινεζικών μετοχών στη Wall όσο και της απομάκρυνσης της Κίνας από την πολιτική «zero covid», δεν παύει η χθεσινή αντίδραση των αγορών να είναι ενδεικτική της δίψας της αγοράς για την κινεζική ανάπτυξη.


Μας αρέσει ή όχι, εξαρτώμαστε ακόμα από την Κίνα

Μια αλλαγή στην πολιτική «zero Covid» αλλάζει πάρα πολλά δεδομένα.

Η προσπάθεια να παραμείνει η διασπορά της Covid-19 όσο γίνεται χαμηλότερα, συνεχίζει να επιβαρύνει την οικονομία της Κίνας, η οποία αναπτύχθηκε μόλις κατά 3% τα πρώτα τρία τρίμηνα του έτους σε σχέση με ένα χρόνο πριν. 

Η ραγδαία επιβράδυνση αντανακλά το πλήγμα που έχει δεχθεί η κινεζική οικονομία από τα lockdowns στις ζωτικής σημασίας πόλεις της χώρας, με προεξάρχουσα τη Σαγκάη, ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια του κόσμου και τη μεγαλύτερη αρτηρία στην παραγωγική αλυσίδα της χώρας, αλλά και τη Σεντζέν, την αποκαλούμενη Silicon Valley, καθώς είναι η έδρα πολυάριθμων εταιρειών υψηλής τεχνολογίας. 

Η κατάρρευση του τομέα ακινήτων, η μείωση της βιομηχανικής παραγωγής, η επιδείνωση της δημοσιονομικής σταθερότητας των τοπικών κυβερνήσεων και οι αντιξοότητες στην αύξηση των εξαγωγών συμπληρώνουν το τίμημα που πληρώνει η κινεζική οικονομία για τη μηδενική ανοχή στην Covid.

Η πλειοψηφία των αναλυτών έχει μειώσει τις προβλέψεις για την ανάπτυξη του επόμενου έτους, ακριβώς λόγω των προσδοκιών ότι οι περιορισμοί στην Κίνα θα επιμείνουν, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος έχει στραφεί εδώ και καιρό σε μια προσέγγιση «live with Covid». 

Η κινεζική επιβράδυνση όμως δεν αφορά μόνο την Κίνα. Υπενθυμίζουμε ότι  στην τελευταία έκθεσή του ΔΝΤ για τις Παγκόσμιες Οικονομικές Προοπτικές (World Economic Outlook –WEO) παρουσίασε την Κίνα ως έναν από τους 8 κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Ταμείο, σε περίπτωση που χειροτερεύσει η κρίση της αγοράς ακινήτων στην Κίνα, οι επιπτώσεις δεν θα είναι σημαντικές μόνο για τον εγχώριο τραπεζικό κλάδο της χώρας, αλλά και για την οικονομική της ανάπτυξη, με αρνητικές συνέπειες και έξω από τα σύνορά της.

Κακά τα ψέματα, οτιδήποτε και αν συμβαίνει στην Κίνα, επηρεάζει την παγκόσμια ανάπτυξη. Καταρχάς, αρκεί να αναλογιστεί κανείς πως η κινεζική οικονομία αντιπροσωπεύει το 18,1% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ακολουθώντας τις ΗΠΑ που καταλαμβάνουν το 23,9%, ενώ στον παρακάτω πίνακα φαίνονται οι εκτιμήσεις για το σύνολο του 2022.

 

Δεύτερον, η αποδυνάμωση της κινεζικής οικονομίας προκαλεί αλυσιδωτές αντιδράσεις σε χώρες με πλούσια παραγωγή εμπορευμάτων όπως η Βραζιλία, η Χιλή και η Αυστραλία που την προμηθεύουν με πετρέλαιο, χαλκό και σιδηρομετάλλευμα.

Τρίτον, η απεξάρτηση πολλών ισχυρών διεθνών πολυεθνικών από τις εφοδιαστικές αλυσίδες της Κίνας είναι ακόμα στην αρχή. Προς το παρόν, όμιλοι όπως η Apple και η General Electric, η BMW, Volkswagen και Tesla εξαρτώνται από τις κινεζικές εισαγωγές όπως καταδεικνύει η κατακόρυφη πτώση των πωλήσεων, όποτε η Κίνα «κλείνει» παραγωγικές γραμμές στα πλαίσια της πολιτικής για μηδενική ανοχή της Covid.

Ειδικότερα για την Ευρώπη, η Κίνα αποτελεί έναν μεγάλο εμπορικό εταίρο. 

Οι εξαγωγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Κίνα αυξήθηκαν κατά 2,2% πέρυσι και οι εισαγωγές αυξήθηκαν κατά 5,6%, κάτι που αναδεικνύει το γεγονός ότι παρά την απόφαση της Ευρώπης να μειώσει την εξάρτηση της από την Κίνα σε στρατηγικούς τομείς, εντούτοις η Κίνα έχει πλέον αποκτήσει σημαντικότερο ρόλο για τις ευρωπαϊκές οικονομίες, τουλάχιστον προς το παρόν. (σ.σ:Συγκριτικά, οι εξαγωγές στις ΗΠΑ μειώθηκαν κατά 8,2% και οι εισαγωγές μειώθηκαν κατά 13,2%).

Αν δε δει κανείς τα χθεσινά ποσοστά ανόδου των γερμανικών αυτοκινητοβιομηχανιών θα θυμηθεί ότι η Κίνα έχει το μεγαλύτερο μερίδιο των συνολικών παραδόσεων τους.

Ακόμα και το ταξίδι του Σολτς στο Πεκίνο, αποδεικνύει ότι η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης δεν μπορεί να παραβλέψει ότι η Κίνα παραμένει ένας εξαιρετικά σημαντικός εμπορικός παίχτης στην διεθνή αγορά. 

Eπιπλέον, κορυφαία στελέχη από γερμανικές εταιρείες κολοσσούς όπως οι BASF, Volkswagen, Mercedes-Benz, BMW, Adidas, Deutsche Bank, BioNTech, και Siemens επιδιώκουν να κλείσουν νέες επικερδείς συμφωνίες με την δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, σε μια ευθεία απόδειξη ότι ακόμα και μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, οι Ευρωπαίοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την Κίνα ως εμπορική ευκαιρία.

Ειδικά όσον αφορά τις BMW, Mercedes-Benz και Volkswagen έχουν διπλασιάσει ήδη τις επενδύσεις τους στην Κίνα, επιδιώκοντας μεγαλύτερη τοπική παρουσία.

Μάλιστα η Volkswagen αποκαλεί την Κίνα « δεύτερη εγχώρια αγορά», ενώ αυτόν τον Ιούνιο, η BMW άνοιξε το τέταρτο εργοστάσιό της στη χώρα. Επίσης η νέα κοινοπραξία (JV) της Audi με την FAW ξεκίνησε στο εργοστάσιό της στο Changchun. 

Οι επενδυτικές αποφάσεις των τριών αυτοκινητοβιομηχανιών δεν είναι σε καμία περίπτωση μόνο γερμανικό ζήτημα. Βλέπετε, η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία είναι το επίκεντρο στις οικονομικές σχέσεις ΕΕ-Κίνας. Το 2021, όπως φαίνεται στο παρακάτω γράφημα, οι γερμανικές επενδύσεις αντιπροσώπευαν το 42% των Άμεσων Ξένων Επενδύσεων της ΕΕ στην Κίνα.

 


Είναι όμως και κάτι άλλο. Τις προηγούμενες δεκαετίες, οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες διέθεσαν ελάχιστα στην Έρευνα και Ανάπτυξη (R&D) στη χώρα, φοβούμενες τη διαρροή τεχνολογίας.

Τα πράγματα όμως άλλαξαν. Πλέον η μεγαλύτερη ανησυχία τους είναι μήπως μείνουν πίσω από τους Κινέζους ανταγωνιστές. 

Βλέπετε, η αγορά αυτοκινήτων της Κίνας γίνεται όλο και πιο καινοτόμος και χαρακτηρίζεται από εγχώριες τεχνολογικές εξελίξεις. Αυτό έβαλε τις γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες στο «πίσω μέρος» κατά έναν τρόπο. 


«Για άλλη μια φορά αυτό δεν είναι μόνο γερμανικό ζήτημα» , καθώς η απώλεια παγκόσμιων μεριδίων αγοράς του κλάδου θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στα κατασκευαστικά δίκτυα σε ολόκληρη την Ευρώπη, λόγω του διασυνοριακού χαρακτήρα αλυσίδας αξίας της

Για να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους λοιπόν οι γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες, σιωπηρά έχουν αποφασίσει να αξιοποιήσουν το οικοσύστημα καινοτομίας της Κίνας και να εμβαθύνουν το επενδυτικό τους αποτύπωμα στη χώρα. 

Οι συνθήκες άλλωστε έχουν ωριμάσει και από την άλλη πλευρά, δεδομένου ότι η κυβέρνηση της Κίνας πιστεύει ότι οι αυτοκινητοβιομηχανίες της είναι έτοιμες να επωφεληθούν από τον διεθνή ανταγωνισμό και έτσι υποστηρίζει πλέον τις ξένες επενδύσεις στον τομέα EV. Ως εκ τούτου, έχει χαλαρώσει τους περιορισμούς στις ξένες επενδύσεις, γεγονός που επέτρεψε ήδη στις γερμανικές αυτοκινητοβιομηχανίες να αυξήσουν τα μετοχικά μερίδια στις κινεζικές κοινοπραξίες τους. 

Η μεγαλύτερη ίσως αλλαγή στα επενδυτικά πρότυπα των γερμανικών αυτοκινητοβιομηχανιών στην Κίνα είναι ότι διοχετεύουν σημαντικά ποσά στην τοπική Ε&Α. Η θυγατρική εταιρεία λογισμικού της Volkswagen, CARIAD, βρίσκεται τώρα στο Πεκίνο, καθιστώντας την τον πρώτο μη ευρωπαϊκό κόμβο Ε&Α της εταιρείας. Η Mercedes-Benz άνοιξε νέο Τεχνολογικό κέντρο στο Πεκίνο 55.000 τμ, μέγεθος σχεδόν διπλάσιο από το e-Campus μπαταρίας που άνοιξε πρόσφατα στη Στουτγάρδη. 

Το παρακάτω διάγραμμα είναι ενδεικτικό της νέας αυτής τάσης.

 


Ο πιο σημαντικός παράγοντας που συμβάλλει σε αυτήν την αναδυόμενη τάση είναι η άνοδος της Κίνας ως ηγετικής αγοράς ηλεκτρικών οχημάτων στον κόσμο. Πάνω από το 55% όλων των ηλεκτρικών οχημάτων κινούνται στους κινεζικούς δρόμους και ένα στα τέσσερα νέα αυτοκίνητα που πωλούνται στην Κίνα τροφοδοτείται από ηλεκτρική μπαταρία. 

Μέσα από αυτή την οπτική γωνία ίσως γίνεται περισσότερο κατανοητό το πρόσφατο άρθρο του Σολτς στη FAZ και η δήλωση του:«Δεν θέλουμε να αποσυνδεθούμε από την Κίνα. Το ερώτημα όμως είναι τι θέλει η Κίνα από εμάς». 

(σ.σ:Προφανώς η Κίνα δεν επιθυμεί να διατηρήσει τους επιχειρηματικούς δεσμούς με την Ευρώπη μόνο ως ανάχωμα απέναντι στις προσπάθειες του Αμερικανού προέδρου Τζο Μπάιντεν να δημιουργήσει έναν πιο στενό συνασπισμό κρατών στην Ασία, στον οποίο η Κίνα δεν είναι μέλος, αλλά αυτό θα το αναλύσουμε σε επόμενο άρθρο).

Aν σκεφτούμε ότι το μακροχρόνιο εμπορικό πλεόνασμα της Γερμανίας με την Κίνα έχει μετατραπεί σε έλλειμμα καθώς η οικονομία της ασιατικής χώρας επιβραδύνεται κυρίως λόγω της πολιτικής zero Covid, κατανοούμε τόσο την αγωνία του Σολτς όσο και το ανοδικό ξέσπασμα του γερμανικού δείκτη Dax αλλά και των υπόλοιπων ευρωπαϊκών δεικτών στις φήμες ότι η Κίνα μπορεί να χαλαρώσει τους περιορισμούς και να επιστρέψει στην κανονικότητα.

Αποποίηση Ευθύνης

Το υλικό αυτό παρέχεται για πληροφοριακούς και μόνο σκοπούς. Σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσφορά,συμβουλή ή προτροπή για την αγορά ή πώληση των αναφερόμενων προϊόντων. Παρόλο που οι πληροφορίες που περιέχονται βασίζονται σε πηγές που θεωρούνται αξιόπιστες, ουδεμία διασφάλιση δίνεται ότι είναι πλήρεις ή ακριβείς και δεν θα πρέπει να εκλαμβάνονται ως τέτοιες.

 

[email protected]