Ενεργειακός τυφώνας παρασύρει αγορές και παγκόσμια οικονομία
Shutterstock
Shutterstock

Ενεργειακός τυφώνας παρασύρει αγορές και παγκόσμια οικονομία

Τελικά, αποδείχθηκε πως οι διεθνείς ενεργειακές αγορές δεν είχαν εκτιμήσει σωστά τις συνέπειες μίας ενδεχόμενης επίθεσης εναντίον του Ιράν ούτε τις πιθανότητες να κλείσουν τα στενά του Ορμούζ (Πετρέλαιο: Το νέο asset που υπόσχεται κέρδη στους επενδυτές | Liberal.gr). Χθες τα χαράματα, το πετρέλαιο πέρασε τα 100 δολάρια κάνοντας μία τεράστια κίνηση, ίσως την μεγαλύτερη ποσοστιαία ανοδική κίνηση μέσα σε μία ημέρα εδώ και πάρα πολλά χρόνια.

Την ώρα που στην Ελλάδα ανέτειλε ο ήλιος, στις ασιατικές αγορές η τιμή του πετρελαίου Brent έφθασε στα 120 δολάρια/βαρέλι ενώ αυτή της αμερικανικής ποικιλίας WTI τα 117 δολάρια/βαρέλι. Και για τις δύο ποικιλίες πετρελαίου, η άνοδος από το κλείσιμο της προηγούμενης Παρασκευής ήταν κοντά στο 30% ενώ οι τιμές που μόλις αναφέραμε ήταν οι υψηλότερες από τον Μάρτιο του 2022, λίγο μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Όπως ξέρουμε ήδη, σταδιακά το πετρέλαιο υποχώρησε στις διεθνείς αγορές και επέστρεψε κοντά στα 100 δολάρια/βαρέλι, παραμένοντας πάνω από αυτό το σημαντικό ψυχολογικό αλλά και ουσιαστικό όριο και για τις δύο ποικιλίες. Μεγάλη άνοδο όμως είχαμε και στην τιμή ενός καυσίμου που είναι εξαιρετικά σημαντικό για την Ευρώπη, δηλαδή του συμβολαίου TTF για το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο.

Μόλις ξεκίνησε η διαπραγμάτευσή του στα διεθνή χρηματιστήρια, η τιμή του σημείωσε άνοδο περίπου 28% και βρέθηκε στα 68,35 Ευρώ/Mwh. Και σε αυτή την περίπτωση, καθώς περνούσε η ημέρα η τιμή υποχώρησε αλλά και πάλι παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα, λίγο κάτω από τα 60 Ευρώ/Mwh.

Δεν χρειάζεται να ψάξουμε και πολύ για την αιτία αυτών των απότομων ανοδικών κινήσεων. Πολύ απλά, είναι το ουσιαστικό κλείσιμο των στενών του Ορμούζ, αφού από αυτά περνούν ελάχιστα πλοία μεταφοράς πετρελαίου και LNG, για να παραλάβουν φορτία από τις αραβικές χώρες και να ξεκινήσουν το ταξίδι για την παράδοσή τους στους, κυρίως Ασιάτες, πελάτες τους. Σύμφωνα με πληροφορίες του διεθνούς Τύπου, τα δεξαμενόπλοια που φεύγουν γεμάτα από το Ιράν εξακολουθούν να φεύγουν από τον Περσικό Κόλπο περνώντας μέσα από τα στενά αλλά ακόμα και αν ισχύει αυτό, δεν αλλάζει την γενική εικόνα.

Η αδυναμία των δεξαμενόπλοιων να παραλάβουν το πετρέλαιο της Σαουδικής Αραβίας, του Κουβέιτ, του Ιράκ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων και των ειδικών πλοίων να παραλάβουν το LNG από το Κατάρ, έχει ήδη αναγκάσει αυτές τις χώρες να ξεκινήσουν περικοπές στην παραγωγή των πετρελαιοπηγών τους ενώ στο Κατάρ έχει ανασταλεί η λειτουργία του μεγαλύτερου στον κόσμο τερματικού σταθμού υγροποίησης φυσικού αερίου.

Πέρα από αυτό, η διεθνής αγορά ενέργειας έχει αρχίσει να φοβάται και τις ζημιές που μπορεί να υποστούν οι υποδομές εξόρυξης, διύλισης και αποθήκευσης πετρελαίου και προϊόντων διύλισης, τα πετροχημικά εργοστάσια της περιοχής όπως και οι υποδομές εξόρυξης και αποθήκευσης φυσικού αερίου και – ακόμα περισσότερο – οι τερματικοί σταθμοί υγροποίησής του. Αυτό που φοβούνται είναι πως οι πολεμικές επιχειρήσεις δεν θα δημιουργήσουν μόνο ένα προσωρινό πρόβλημα στον επαρκή εφοδιασμό των διεθνών αγορών αλλά και πως θα βγάλουν εκτός λειτουργίας κάποιες εγκαταστάσεις.

Ήδη υπάρχει ένα σχετικό νέο το οποίο διαβάσαμε χθες στο Bloomberg. Κατά τις πληροφορίες του διεθνούς πρακτορείου, η διακοπή της λειτουργίας (ήδη έχουν περάσει 7 ημέρες) του τερματικού υγροποίησης φυσικού αερίου στο Ρας Λαφάν του Κατάρ ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά τα σχέδια για την έναρξη λειτουργίας της μεγάλης επέκτασής του, κάτι που αναμένεται να γίνει στο τέλος του 2026.

Όπως αναφέρουν αυτές οι πληροφορίες, αν η διακοπή λειτουργίας του σταθμού κρατήσει πάνω από έναν μήνα, τότε η έναρξη λειτουργίας της επέκτασης θα μετατεθεί για το 2027, χωρίς να είναι σαφής η διάρκεια της καθυστέρησης. Εδώ είναι καλό να επισημάνουμε πως αυτή η επέκταση αναμένεται να αυξήσει σημαντικά την παγκόσμια παραγωγή LNG και μία ενδεχόμενη σημαντική καθυστέρησή της μπορεί να αλλάξει όλες τις εκτιμήσεις για την εμφάνιση υπερβάλλουσας προσφοράς στην αγορά. 

Οι διεθνείς αγορές μετοχών, ομολόγων και εμπορευμάτων αντέδρασαν, σε γενικές γραμμές, έντονα αρνητικά στην χθεσινή εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου και του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου. Οι ασιατικές αγορές υπέστησαν σοβαρότατες απώλειες, με την Ιαπωνία και την Νότια Κορέα να χάνουν περισσότερο από 5%, δεδομένης και της σημαντικής τους εξάρτησης από τις εισαγωγές καυσίμων.

Οι ευρωπαϊκές αγορές, καθώς και η Wall Street μέχρι το μέσον της συνεδρίασης, κατάφεραν να αποφύγουν παρόμοιες πτώσεις, καθώς όπως είπαμε περιορίστηκαν σταδιακά τα κέρδη στο πετρέλαιο και το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο. Έτσι η πτώση κατά 0,83% στην Γερμανία και κατά 0,98% στην Γαλλία θεωρήθηκαν από πολλούς ως μία επιτυχία δεδομένων των αρχικών φόβων για καταστροφικές απώλειες.

Αυτό όμως δεν αναιρεί το γεγονός πως η αναταραχή στην αγορά καυσίμων εξαιτίας του πολέμου οδηγεί τις αγορές σε σταθερή πτώση από την έναρξη του πολέμου και μετά. Και πως να μην τις οδηγεί όταν οι αρνητικές συνέπειες, πραγματικές ή αναμενόμενες, αυτής της ενεργειακής αναταραχής πάνω στην οικονομία, θεωρείται από τους ειδικούς πως θα είναι πολύ σημαντικές.

Ήδη όλοι μας βλέπουμε τις πρώτες συνέπειες στο μεταφορικό κόστος με την άνοδο της τιμής της βενζίνης και του ντίζελ, καθώς και στο κόστος θέρμανσης. Κάθε μέρα που θα περνά με τις τιμές αυξημένες και τον εφοδιασμό της διεθνούς οικονομίας με ορυκτά καύσιμα να είναι ελλιπής, θα μεγαλώνουν οι φόβοι και για πολλές άλλες αρνητικές παρενέργειες. Για την αύξηση του ενεργειακού κόστους για τις βιομηχανίες, για την δυσλειτουργία των εφοδιαστικών αλυσίδων, για την εκτόξευση του κόστους των λιπασμάτων και τα ενδεχόμενα προβλήματα στην παραγωγή των αραβικών κρατών.

Για την αύξηση του κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας για τους πολίτες και την ενδεχόμενη άνοδο των τιμών σε προϊόντα διαφόρων ειδών. Πολλοί αναλυτές έχουν ήδη αρχίσει να μιλούν για το πόσο θα αυξηθεί ο πληθωρισμός στην περίπτωση που θα συνεχιστεί η δύσκολη κατάσταση στην παγκόσμια αγορά αλλά και στην επιβάρυνση της οικονομικής ανάπτυξης σαν αποτέλεσμα της πιθανολογούμενης αύξησης του κόστους παραγωγής και των ενδεχόμενων προβλημάτων στις εφοδιαστικές αλυσίδες.

Ήδη έχει αρχίσει να εμφανίζεται και ο γνωστός όρος που τρομάζει πάντα τις αγορές, δηλαδή ο στασιμοπληθωρισμός, ο οποίος θα μπορούσε υπό συνθήκες να έρθει ως αποτέλεσμα της αύξησης του πληθωρισμού και της μείωσης των ρυθμών ανάπτυξης. Ας μην ξεχνάμε βέβαια πως η εμφάνισή του είχε προαναγγελθεί από πολλούς και κατά την περίοδο 2022 – 2023, με τον στασιμοπληθωρισμό όμως να μην προσέρχεται στο ραντεβού με την οικονομία.

Αυτό όμως δεν σημαίνει πως πρέπει να αγνοήσουμε τον σχετικό κίνδυνο στην περίπτωση παράτασης του πολέμου και της ενεργειακής αναταραχής. Στα προβλήματα που μπορεί να παρουσιαστούν εξαιτίας αυτής της αναταραχής αναφέρεται και από αρκετούς αναλυτές και αυτό της ενδεχόμενης αύξησης των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες λόγω του πληθωρισμού που αναμένουν να επιστρέψει δριμύτερος. 

Με όλες αυτές τις ανησυχίες για την οικονομία και αναλυτές όπως ο γνωστός Ed Yardeni να γίνονται ξαφνικά λιγότερο αισιόδοξοι και να εκτιμούν πως αυξάνεται ο κίνδυνος για μία πολύ μεγάλη πτωτική κίνηση στα διεθνή χρηματιστήρια, είναι φυσιολογικό να βλέπουμε τους διεθνείς χρηματιστηριακούς δείκτες να δυσκολεύονται να κινηθούν ανοδικά.

Αν μάλιστα δούμε σύντομα το αργό πετρέλαιο και το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο να ξαναπιάνουν ή να ξεπερνούν τα σημεία που άγγιξαν χθες το πρωί, είμαστε σχεδόν σίγουροι πως οι χρηματιστηριακοί δείκτες θα βρίσκονται ακόμα πιο χαμηλά. Είμαστε όμως σχεδόν σίγουροι και πως κάτι τέτοιο θα αναγκάσει αρκετούς ιθύνοντες που κατέχουν σημαντικά αξιώματα να αναλογιστούν αν θέλουν να συνδυάσουν την θητεία τους με μία χρηματιστηριακή και οικονομική καταστροφή.