Eισηγμένες: «Δίνε όταν σου ζητάνε»
Shutterstock
Shutterstock
Deals

Eισηγμένες: «Δίνε όταν σου ζητάνε»

Στα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας στο μακρινό 2000, ο προϊστάμενος της χρηματιστηριακής εταιρείας που εργαζόμουν έλεγε ότι όταν η τιμή είναι σωστή πρέπει να πουλάς, ακόμα και αν υπάρχει μεγάλη ζήτηση. «Δίνε όταν σου ζητάνε» ήταν η αγαπημένη του φράση και δεν περιορίζονταν στις μετοχές αλλά αφορούσε και εταιρείες.

Αν και οι διαδικασίες πώλησης μιας εταιρείας είναι εντελώς διαφορετικές από μια απλή συναλλαγή μετοχών η φιλοσοφία είναι περίπου η ίδια. Η δυναμική μιας συγκυρίας δεν επεκτείνεται στο άπειρο και μια προσφορά εξαγοράς που είναι πάνω στο τραπέζι μπορεί άνετα να αποσυρθεί αν αλλάξει κάτι στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό περιβάλλον. Ό,τι ισχύει δηλαδή και για τις μετοχές αλλά σε πιο αργή κίνηση.

Αυτό ίσως είναι και το μεγάλο μειονέκτημα αυτής της διαδικασίας. Οι επιχειρηματικές συμφωνίες θέλουν χρόνο, ξεκινούν με αργό ρυθμό στις αρχικές διερευνητικές επαφές, προϋποθέτουν ένα κλίμα αισιοδοξίας ή τουλάχιστον ηρεμίας στην οικονομία και χαλάνε πιο εύκολα από ό,τι φτιάχνουν. 

Μην πάμε πολύ μακριά: Το 2019 ήταν μια καλή χρονιά για το ελληνικό χρηματιστήριο (πρώτο σε απόδοση στον κόσμο) που συνοδεύτηκε με αύξηση του ενδιαφέροντος από επενδυτικά κεφάλαια και επιχειρήσεις για την εξαγορά ελληνικών εταιρειών.

Οι περισσότερες συζητήσεις έφτασαν σε τελικό στάδιο και εκεί κάπου κόλλησαν -ως συνήθως- στο θέμα του τιμήματος. Το 2020 οι συνθήκες άλλαξαν λόγω της πανδημίας. Το 2022 οι συνθήκες άλλαξαν εκ νέου από την αύξηση του ενεργειακού κόστους και της αβεβαιότητας που προκαλεί στην αγορά το Ουκρανικό ζήτημα.

Από ό,τι φαίνεται οι συνθήκες οδεύουν ξανά σε αλλαγή αυτήν τη φορά ορμώμενες από το κόστος του χρήματος. Κάθε μία από αυτές τις αλλαγές απομάκρυνε τους αγοραστές ή επηρέασε αρνητικά τα τιμήματα.

Να μην είμαστε όμως και άδικοι. Στο παρελθόν τέτοια ενδεχόμενα ήταν εκτός συζήτησης, για μια επιχείρηση δύο ή τριών γενεών και μόνο η συζήτηση για την πώληση των μετοχών της εταιρείας ήταν η ύψιστη προσβολή στα όσια και ιερά της οικογενειακής παράδοσης.

Στην πορεία των χρόνων από την είσοδο της χώρας στο ευρώ πολλά άλλαξαν και οι βασικοί μέτοχοι πλέον είναι πιο διαλλακτικοί στο να συζητούν την πώληση των εταιρειών τους.

Η παρουσία των επενδυτικών κεφαλαίων και η προσέγγιση των τιμημάτων που δίνονται σε ανάλογα εγχειρήματα στο εξωτερικό διευκόλυνε κάπως τη συζήτηση. Η κουλτούρα έχει μεν αλλάξει, ειδικά σε εταιρείες με πιο απρόσωπη μετοχική βάση, διακατέχεται ωστόσο ακόμα από τα γνωστά ελληνικά σύνδρομα: «Το δώρο του Θεού στην επιχειρηματικότητα είναι η εταιρεία μου». 

Το δυσάρεστο της υπόθεσης είναι ότι υπήρχαν -και υπάρχουν- περιπτώσεις που και οι δύο πλευρές ήθελαν να υπάρξει συμφωνία. Τότε το τίμημα φαίνονταν μικρό. Τώρα το τίμημα φαίνεται μια χαρά. Για να μην παρεξηγηθούμε, δεν μιλάμε για την πώληση ενός περιουσιακού στοιχείου όσο όσο.

Δεν γίνεται όμως οι ελληνικές επιχειρήσεις να έχουν σαν οδηγό για τις αποτιμήσεις τους την Google, την Τesla ή την Amazon. Αφενός τα μεγέθη είναι διαφορετικά, αφετέρου απευθύνονται σε μια αγορά που είναι πρακτικά όλος ο πλανήτης. 

Επομένως, αν είστε κάποιος εισηγμένος και έχετε μια πρόταση εξαγοράς στα χέρια σας και η τιμή απέχει 10-20% από αυτό που πιστεύετε ότι αξίζει η εταιρεία σας, ίσως ήρθε η ώρα να το δείτε πιο ζεστά. Σε δύο ή τρία χρόνια ένα ομόλογο από καλό εκδότη μπορεί να σας δώσει το υπόλοιπο του ποσού χωρίς μεγάλο ρίσκο. Αν πάλι η απόσταση με τον αγοραστή είναι μεγάλη ας το αφήσουμε για άλλη φορά. Αρκεί ο αγοραστής να επιστρέψει.