Το φετινό συνέδριο Bloomberg Invest New York 2026, στο οποίο είχαμε την ευκαιρία να συμμετάσχουμε διαδικτυακά, ξεκίνησε και έληξε υπό το βάρος των πρόσφατων έντονων παγκόσμιων γεωπολιτικών εντάσεων. Και παρόλο που όπως πληροφορηθήκαμε από όσους συμμετείχαν δια ζώσης, ο καφές στον χώρο του Pier Sixty Café ήταν ιδιαίτερα αρωματικός, η διάθεση των ομιλητών του συνεδρίου είχε ξεκάθαρα ένα άρωμα «risk - off», δηλαδή ένα άρωμα αποστροφής προς το ρίσκο.
Τα κυρίαρχα ζητήματα που πυροδότησαν τους προβληματισμούς των συμμετεχόντων καθώς και των ομιλητών ήταν οι γεωπολιτικοί κραδασμοί από τη Μέση Ανατολή, το διαφαινόμενο πρόβλημα ρευστότητας για την ιδιωτική πίστη, δηλαδή τα private credit funds και το αναδυόμενο αφήγημα του «higher for longer», δηλαδή των υψηλών επιτοκίων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Ο πρόεδρος της Blackstone, Τζον Γκρέι, ήταν αναμφίβολα ο εισηγητής που ανέμεναν όλοι με μεγάλο ενδιαφέρον, με δεδομένη την πρόσφατη απόσυρση $3,7 δισ. από το BCRED fund της Blackstone, που ηγείται του παγκόσμιου οικοσυστήματος ιδιωτικής χρηματοδότησης. Διότι δεν είναι στοιχείο χρηματιστηριακής καθημερινότητας οι εκροές της τάξης του 7% του ενεργητικού ενός θεσμικού επενδυτή. Ο Τζον Γκρέι, ήταν καθησυχαστικός, παρουσιάζοντας τις πρόσφατες εκροές όχι ως σημείο κρίσης ή σημείο καμπής της ιδιωτικής πίστης, αλλά ως μια αναμενόμενη κίνηση στη λειτουργία ενός συστήματος που «δουλεύει ακριβώς όπως σχεδιάστηκε και έχει ισχυρές δομές».
Ο πρόεδρος της Blackstone, τόνισε τη σημασία της «εσωτερικής επένδυσης» ύψους $400 εκατομμυρίων από την πλευρά των υψηλόβαθμων στελεχών της Blackstone, που είχαμε περιγράψει στο άρθρο, «Σε κρίση τα credit funds των Blackrock και Blackstone». Χαρακτηρίζοντάς την, ως ψήφο εμπιστοσύνης και όχι ως έκτακτη επιχείρηση διάσωσης, σαν αποτέλεσμα της θεαματικής μείωσης της ρευστότητας της BCRED, μέσα σε μια μόνο ημέρα. Μάλιστα ο Τζον Γκρέι χρησιμοποίησε και τη σκληρή έκφραση «put skin on the game», που σημαίνει ότι τα στελέχη της Blackstone «έβαλαν τον κεφάλι τους στον ντορβά» αναλαμβάνοντας προσωπικό ρίσκο μέσω της δικής τους κεφαλαιακής συμμετοχής, εν μέσω τριγμών του fund.
Κλείνοντας την ομιλία του, δήλωσε αισιόδοξος για τα private credit funds, προειδοποιώντας ωστόσο ότι οι εταιρείες «ζόμπι», που εξαρτώνται από το φθηνό χρήμα για τη βιωσιμότητα τους, σύντομα θα βρεθούν σε αδιέξοδο. Ήδη οι μετοχές των εισηγμένων στη Wall Street BDCs (Business Development Company) οι οποίες δανειοδοτούν μικρές επιχειρήσεις διαπραγματεύονται στο 0,73 της αξίας (NAV) τους, που είναι το χαμηλότερο από το 2020. Κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης του 2008 ο συγκεκριμένος δείκτης είχε υποχωρήσει στο 0,35.
Ο Κεν Γκρίφιν, ιδρυτής της Citadel, εστίασε στην υψηλή γεωπολιτική και μακροοικονομική μεταβλητότητα, προσεγγίζοντας τη σύγκρουση στο Ιράν με τον χαρακτηριστικά ωμό και άμεσο τρόπο που χρησιμοποιεί. Υποστήριξε ότι εφόσον η τιμή του πετρελαίου ξεπεράσει τα $100 το βαρέλι, θα λειτουργήσει ως άμεσος φόρος στην παγκόσμια ανάπτυξη και θα περιπλέξει τα σχέδια της Fed για δραστική και ταχεία μείωση των επιτοκίων.
Εξέφρασε την αυξανόμενη ανησυχία του για το έλλειμμα των ΗΠΑ, σημειώνοντας ότι το επασφάλιστρο του γεωπολιτικού κινδύνου αρχίζει να τιμολογείται εκ νέου στην αγορά ομολόγων, προκαλώντας μια αναστάτωση χωρίς κατεύθυνση. Τέλος, αναφερόμενος στη στρατηγική της Citadel, ανέλυσε ότι η εταιρεία στρέφεται προς τα εμπορεύματα και στις σχετικές αξίες τίτλων σταθερού εισοδήματος, αναμένοντας ότι η μεταβλητότητα θα διατηρηθεί καθ' όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού μέχρι το τέλος του Q3.
H ομιλία της CEO της JPMorgan Asset & Wealth Management Μαίρη Έρντοουζ, είχε σαν αντικείμενο τον «πιεσμένο καταναλωτή» στις ΗΠΑ. Η Έρντοουζ εστίασε το μικροοικονομικό επίπεδο και ανέλυσε πώς η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή επηρεάζει τόσο την καταναλωτική ψυχολογία, όσο και το πορτοφόλι του μέσου αμερικανού πολίτη. Σημείωσε ότι ενώ οι πελάτες / επενδυτές υψηλής οικονομικής επιφάνειας στρέφονται για ασφάλεια στον χρυσό και το δολάριο, ο ευρύτερος καταναλωτής δείχνει σημάδια «κόπωσης» από τον επίμονο πληθωρισμό, καθώς συμπιέζεται το εισόδημα του.
Την προσοχή όλων, συγκέντρωσε η έντονη συζήτηση μεταξύ των αναλυτών τεχνολογίας και των διαχειριστών hedge funds σχετικά με την απόδοση των επενδύσεων (return on equity / ROI) πάνω στην Τεχνητή Νοημοσύνη. H σύγκρουση των «σκεπτικιστών» με τους «αισιόδοξους», έδειξε ότι δεν υπάρχει ενιαία αντίληψη και εκτίμηση για το οικονομικό και επενδυτικό σκέλος του ΑΙ. Μάλιστα χρησιμοποιήθηκαν και λογοτεχνικές εκφράσεις για να διασκεδάσουν το κλίμα, από την «κοιλάδα της απογοήτευσης» μέχρι την «πεδιάδα της απογείωσης».
Η λίστα που κυκλοφόρησε στο κλείσιμο της πρώτης ημέρας του Bloomberg Invest New York 2026 δεν ήταν μια τυπική λίστα με μετοχές «ανάπτυξης». Αντανακλούσε περισσότερο αυτό, που οι χρηματιστηριακοί αναλυτές ονόμασαν «The Fortress Portfolio», δηλαδή το «Χαρτοφυλάκιο - Οχυρό», εστιάζοντας σε εταιρείες που επωφελούνται από τη γεωπολιτική αστάθεια, την ενεργειακή κρίση και την ανάγκη για ψηφιακή θωράκιση.
Οι μετοχές που βρέθηκαν στο επίκεντρο των συζητήσεων και συγκρότησαν αυτό το «χαρτοφυλάκιο - οχυρό» είναι:
Η Lockheed Martin (LMT), διότι η κλιμάκωση στο Ιράν και η πιθανή «δεύτερη επιχείρηση αλλαγής καθεστώτος» καθιστούν τις αμυντικές παραγγελίες προτεραιότητα για τις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους στον Κόλπο.
Η ExxonMobil (XOM), διότι με το πετρέλαιο να φλερτάρει με τα $100, η Exxon θεωρείται η «μηχανή παραγωγής μετρητών» του κλάδου, έχοντας τα χαμηλότερα κόστη εξόρυξης ανά βαρέλι.
Η Chevron (CVX), η οποία λειτουργεί ως ισχυρός παράγοντας του ενεργειακού κλάδου, με ισχυρή παρουσία στην εγχώρια παραγωγή των ΗΠΑ (Permian Basin), μειώνοντας το ρίσκο από το κλείσιμο του Ορμούζ.
Η Nvidia (NVDA), διότι παρά την πτώση των εταιρειών ψηφιακής τεχνολογίας του Nasdaq, η μετοχή της χαρακτηρίζεται ως «Safe Haven Growth Stock», δηλαδή ως μετοχή ασφάλειας και ανάπτυξης. Το AI είναι πλέον το βασικό εργαλείο για την ανάλυση στρατιωτικών δεδομένων και την πρόληψη κυβερνοεπιθέσεων σε πραγματικό χρόνο.
Η Barrick Gold (GOLD), διότι ο χρυσός παραμένει ο κλασικός νικητής σε περιόδους χρηματιστηριακών «sell off» και η συγκεκριμένη εταιρεία προσφέρει ταυτόχρονα έκθεση στο πολύτιμο μέταλλο, με επιπλέον μερισματική απόδοση.
Η Northrop Grumman (NOC), που εξειδικεύεται στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και τα συστήματα επιτήρησης, τα οποία αποτελούν την αιχμή του δόρατος στη σύρραξη της Μέσης Ανατολής.
Η NextEra Energy (NEE) που αποτελεί την «αμυντική» επιλογή των Utilities. Όσο οι τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν, η στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας αποκτά και πάλι οικονομική -και όχι μόνο περιβαλλοντική- λογική.
Τέλος οι συμμετέχοντες επέλεξαν και την Goldman Sachs (GS) διότι παρά την κρίση, οι αναλυτές περιμένουν ένα κύμα «Distressed M&A», δηλαδή εξαγορές προβληματικών εταιρειών που θα περιλαμβάνουν αναγκαστικά και αναδιαρθρώσεις δανείων. Και η GS είναι ίσως ο υπ’ αριθμόν ένα παίκτης σε αυτόν τον τομέα, οπότε αναμένεται να διαχειριστεί τις μεγαλύτερες, εξαγορές, συγχωνεύσεις και συμφωνίες αναδιάρθρωσης του 2026.
