Η διάρκεια των πολεμικών επιχειρήσεων αποτελεί πλέον την πιο κρίσιμη παράμετρο που τιμολογούν οι αγορές, καθώς οι αυξήσεις στην τιμή του πετρελαίου έχουν άμεσο αντίκτυπο στο ενεργειακό κόστος. Κάθε ημέρα που περνά με ακριβό πετρέλαιο επηρεάζει ολοένα και περισσότερο το κόστος παραγωγής, αυξάνοντας τα σημεία ισορροπίας σε όλο το φάσμα των τιμών.
Ακόμη και στον τομέα των υπηρεσιών οι ενεργειακές ανατιμήσεις δεν είναι αδιάφορες. Μπορεί να χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να μεταφερθούν στις τελικές τιμές, ωστόσο σταδιακά επηρεάζουν το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων και τελικά τις τιμές προς τους καταναλωτές.
Για τις χώρες που είναι καθαροί εισαγωγείς ενέργειας, το ακριβότερο πετρέλαιο και φυσικό αέριο επιδεινώνει τους όρους συναλλαγών, αυξάνοντας τον λογαριασμό εισαγωγών. Αυτό ασκεί πιέσεις στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, στις συναλλαγματικές ισοτιμίες και στα πραγματικά εισοδήματα, ιδιαίτερα σε οικονομίες όπου η ενέργεια αποτελεί βασικό συντελεστή παραγωγής.
Σε επίπεδο πληθωρισμού, το σοκ μεταδίδεται με δύο βασικούς τρόπους: (α) άμεσα, μέσω της αύξησης των τιμών ενέργειας στο καλάθι του νοικοκυριού, και (β) έμμεσα, μέσω της αύξησης του κόστους μεταφορών, παραγωγής και τροφίμων.
Για την ευρωζώνη ειδικότερα, η μετάδοση των gas supply shocks στον πληθωρισμό έχει αποδειχθεί, σε διάφορες γεωπολιτικές κρίσεις (πόλεμοι, εμπάργκο κ.λπ.), ιδιαίτερα ισχυρή σε βραχυπρόθεσμο έως μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Οι κλάδοι που συνήθως πλήττονται περισσότερο από τις αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας είναι οι μεταφορές (οδικές, ναυτιλία, αεροπορία), η βιομηχανία χημικών και λιπασμάτων, τα μέταλλα και γενικότερα οι ενεργοβόρες βιομηχανίες, καθώς και υπηρεσίες που απορροφούν υψηλό κόστος καυσίμων, όπως τα logistics και οι τουριστικές μετακινήσεις. Μελέτη της Παγκόσμιας Τράπεζας δείχνει ότι οι αυξήσεις στις τιμές του πετρελαίου τείνουν να επηρεάζουν περισσότερο τη βιομηχανία και τις υπηρεσίες σε σχέση με τη γεωργία, προκαλώντας δυσανάλογες απώλειες κυρίως σε οικονομίες μεσαίου και χαμηλού εισοδήματος.
Σε επίπεδο οικονομικής πολιτικής, η νομισματική πολιτική βρίσκεται συνήθως ανάμεσα σε δύο βασικές στρατηγικές: την προσέγγιση «look through», όταν το σοκ θεωρείται παροδικό και δεν απαιτεί άμεση αντίδραση, ή τη σύσφιξη της πολιτικής όταν υπάρχει κίνδυνος δευτερογενών επιδράσεων στον πληθωρισμό.
Για την ευρωζώνη ειδικότερα, πρόσφατη εργασία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας συνδέει τα ενεργειακά σοκ με επιδείνωση των όρων εμπορίου και επισημαίνει ότι η αντίδραση μέσω αυξήσεων επιτοκίων μπορεί να έχει άνισες κοινωνικές επιπτώσεις (inequality). Παράλληλα, υποδηλώνει ότι η αύξηση των επιτοκίων ενδέχεται να δημιουργεί πρόσθετες αρνητικές συνέπειες, επηρεάζοντας τις επενδύσεις και τη συνολική κυκλοφορία του χρήματος στην οικονομία.
Από την άλλη πλευρά, οι τιμές του πετρελαίου δύσκολα θα μπορούσαν να παραμείνουν σε επίπεδα ρεκόρ για μεγάλο χρονικό διάστημα, καθώς κάτι τέτοιο θα έθετε το ίδιο το προϊόν σε υπαρξιακή αμφισβήτηση. Ιστορικά, οι παρατεταμένες περίοδοι πολύ υψηλών τιμών ενέργειας επιταχύνουν την αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων, ενισχύουν τις επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές και οδηγούν σε ταχύτερη ενεργειακή μετάβαση. Με άλλα λόγια, όσο πιο ακριβό γίνεται το πετρέλαιο για μεγάλο διάστημα, τόσο περισσότερο ενισχύονται οι δυνάμεις που μακροπρόθεσμα περιορίζουν τη ζήτησή του.
Και φθάνουμε στο δια ταύτα: έχοντας όλα αυτά κατά νου, πότε μπορεί να διαφανεί μια εξομάλυνση της κατάστασης; Μια προσέγγιση είναι να εξετάσουμε τι προεξοφλούν τόσο οι επενδυτές όσο και οι αγορές πρόβλεψης. Τόσο οι χρηματιστηριακές αγορές όσο και οι αγορές στοιχηματισμού δείχνουν προς την ίδια κατεύθυνση: η κατάπαυση του πυρός εκτιμάται ότι μπορεί να επιτευχθεί μέσα στις επόμενες εβδομάδες, αν και δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η διαδικασία να παραταθεί για αρκετούς μήνες.
Ανάλογα με την έκβαση, οι αγορές δεν θα αντιδράσουν με τον ίδιο τρόπο. Με βάση τις τρέχουσες προσδοκίες, ο Μάιος αρχίζει να συγκεντρώνει τις περισσότερες πιθανότητες ως σημείο επίλυσης της κρίσης. Καθώς πλησιάζουμε προς τον Νοέμβριο, οπότε και είναι προγραμματισμένες οι ενδιάμεσες εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες, η πιθανότητα αυτή αυξάνεται σταδιακά και προσεγγίζει το 80%. Η προσδοκία αυτή ενδέχεται να αποτυπωθεί και στις χρηματιστηριακές αγορές, ακόμη και αν στο πεδίο των εξελίξεων δεν υπάρχουν ακόμη σαφείς ενδείξεις αποκλιμάκωσης.
Αν και προς το παρόν οι πιθανότητες αυτές είναι ενδείξεις επί χάρτου είναι ένας μπούσουλας πιο αξιόπιστος από τα δελτία ειδήσεων και τις «κραυγές των ειδικών». Τουλάχιστον εδώ κάποιοι έχουν βάλει τα λεφτά τους εκεί που είναι οι προσδοκίες τους.
Τι διάρκεια προεξοφλούν τα δικαιώματα και οι αγορές στοιχημάτων

