Όταν δύο σύμμαχοι εξαπολύουν κοινό στρατιωτικό πλήγμα εναντίον μιας περιφερειακής δύναμης, η πρώτη αντίδραση του κόσμου είναι συνήθως η ανησυχία. Φόβος για κλιμάκωση, για αύξηση στην τιμή του πετρελαίου, για αποσταθεροποίηση. Αυτό ακριβώς συνέβη σε μεγάλο μέρος του πλανήτη μετά το κοινό πλήγμα των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν. Τα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια υποχώρησαν, το πετρέλαιο ανέβηκε, και οι αναλυτές μιλούσαν για πιθανό ενεργειακό σοκ. Κι όμως, στο ίδιο το Ισραήλ, τη χώρα που βρισκόταν στο επίκεντρο της σύγκρουσης, τα πράγματα πήραν τελείως διαφορετική τροπή.
Τη Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026, ο βασικός δείκτης του χρηματιστηρίου του Τελ Αβίβ (TA-35) σημείωσε άνοδο 4,6%, ενώ ο ευρύτερος δείκτης TA-125 ανέβηκε σχεδόν 4,8%. Συγκεκριμένα, το χρηματιστήριο έκλεισε σε ιστορικό υψηλό, στις 16.150 μονάδες και με μια κορυφή στις 16.720 μονάδες, το υψηλότερο επίπεδο στην ιστορία του ενώ ο πόλεμος μαινόταν σε εξέλιξη. Παράλληλα, το ισραηλινό σέκελ ενισχύθηκε κατά περίπου 1,5% έναντι του δολαρίου, φτάνοντας κοντά σε υψηλά τριάντα ετών. Σε μια εποχή που πόλεμος σημαίνει συνήθως κατάρρευση νομισμάτων, αυτό ήταν μια αξιοπρόσεκτη εξαίρεση.
Η εξήγηση αυτού του παραδόξου βρίσκεται στον τρόπο που λειτουργούν οι χρηματαγορές. Οι επενδυτές δεν «ψηφίζουν» υπέρ ή κατά ενός πολέμου. Αυτό που κάνουν είναι να υπολογίζουν πιθανότητες και να εκτιμούν τις οικονομικές συνέπειες κάθε σεναρίου. Τη συγκεκριμένη ημέρα, η πλειονότητα των επενδυτών φαίνεται ότι «πόνταρε» σε ένα σενάριο σύντομης και αποτελεσματικής στρατιωτικής επιχείρησης, μια δράση που δεν θα εξελισσόταν σε ευρεία περιφερειακή σύρραξη αλλά θα αποδυνάμωνε μόνιμα την ικανότητα του Ιράν να απειλεί το Ισραήλ. Κομβικό ρόλο σε αυτήν την εκτίμηση έπαιξε η επιβεβαίωση του θανάτου του Ανώτατου Ηγέτη του Ιράν, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, από τα ίδια τα ιρανικά κρατικά μέσα, αλλά όχι μόνο: στα κτυπήματα σκοτώθηκαν επίσης ο υπουργός Άμυνας, ο αρχηγός των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) και ο γραμματέας του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, δηλαδή ολόκληρος ο πυρήνας της στρατιωτικής και πολιτικής ηγεσίας της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Αυτή η ερμηνεία έχει βαθύτερη λογική. Εδώ και χρόνια, οι επενδυτές που τοποθετούσαν χρήματα στο Ισραήλ ενσωμάτωναν στους υπολογισμούς τους ένα «ασφάλιστρο κινδύνου» λόγω Ιράν, δηλαδή απαιτούσαν υψηλότερες αποδόσεις για να αντισταθμίσουν την πιθανότητα μιας μεγάλης σύγκρουσης. Αν τώρα η ιρανική απειλή μειώνεται σταδιακά, τότε αυτό το κόστος πέφτει, και η πτώση αντικατοπτρίζεται αυτόματα σε υψηλότερες τιμές μετοχών και ισχυρότερο νόμισμα. Είναι αυτό ακριβώς που οι αναλυτές αποκάλεσαν «επανεκτίμηση του ιρανικού κινδύνου».
Ενδεικτικό της λογικής αυτής ήταν ποιοι κλάδοι πρωταγωνίστησαν στην άνοδο. Οι μεγαλύτερες αυξήσεις καταγράφηκαν στις ασφαλιστικές εταιρείες (πάνω από +6%), στον χρηματοπιστωτικό κλάδο (+6%) και στην ενέργεια (+5,4%). Ο αμυντικός κλάδος, αντίθετα, σημείωσε μικρότερη άνοδο (+1,5%). Αυτό δεν ήταν τυχαίο. Η ισχυρή αντίδραση στον τραπεζικό και ασφαλιστικό κλάδο σήμαινε ότι η αγορά δεν ανέμενε πιστωτική κρίση ή σοβαρή αύξηση του κόστους δανεισμού.
Ένα ακόμη στοιχείο που ενίσχυσε την εμπιστοσύνη ήταν η πώληση ομολόγων που διεξήγαγε το ισραηλινό υπουργείο Οικονομικών εκείνη την ημέρα. Η κυβέρνηση πρόσφερε ομόλογα αξίας 3,3 δισεκατομμυρίων σέκελ, αλλά η ζήτηση έφτασε τα 20 δισεκατομμύρια, εξαπλάσια δηλαδή της προσφοράς. Στη δημοπρασία συμμετείχαν μεγάλες διεθνείς τράπεζες όπως η Barclays, η Goldman Sachs, η Bank of America, η JPMorgan, η BNP Paribas, η Deutsche Bank και η Citi. Πρόκειται για μια ψήφο εμπιστοσύνης: οι μεγαλύτεροι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί του κόσμου ήταν πρόθυμοι να δανείσουν χρήματα στο ισραηλινό κράτος εν μέσω πολέμου.
Η ενίσχυση του σέκελ αποτέλεσε ίσως το πιο εντυπωσιακό σήμα της ημέρας. Κανονικά, όταν μια χώρα εμπλέκεται σε πόλεμο, το νόμισμά της αποδυναμώνεται. Η αντίθετη κίνηση προϋποθέτει μια πολύ συγκεκριμένη εκτίμηση: ότι η σύγκρουση μειώνει τον μεσοπρόθεσμο κίνδυνο αντί να τον αυξάνει. Θα μπορούσε κανείς να το παρομοιάσει με τη λογική ενός ασθενούς που υποβάλλεται σε μια δύσκολη αλλά αναγκαία εγχείρηση: η κατάσταση μπορεί να φαίνεται χειρότερη βραχυπρόθεσμα, αλλά αν η εγχείρηση πετύχει, η μακροπρόθεσμη υγεία βελτιώνεται δραματικά.
Ρόλο έπαιξε και η στάση της Τράπεζας του Ισραήλ. Στις αρχές Ιανουαρίου 2026 είχε μειώσει αιφνιδιαστικά το βασικό επιτόκιο στο 4%, σηματοδοτώντας εμπιστοσύνη μεγαλύτερη ακόμη και από αυτήν της αγοράς στην πορεία της οικονομίας. Λίγες ημέρες πριν από το πλήγμα, στις 23 Φεβρουαρίου, αποφάσισε να κρατήσει το επιτόκιο σταθερό, αναγνωρίζοντας την αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα χωρίς να προχωρήσει σε πανικόβλητες κινήσεις. Αυτή η ψυχραιμία ερμηνεύτηκε ως σημάδι θεσμικής σταθερότητας.
Από θεωρητικούς κινδύνους σε ενεργούς κινδύνους
Ωστόσο, η αισιοδοξία της αγοράς εκείνης της ημέρας δεν ήταν χωρίς ρίσκα, και οι επόμενες 48 ώρες άρχισαν να επαληθεύουν αρκετά από αυτά.
Το πιο κρίσιμο από τα νέα δεδομένα αφορά τα Στενά του Ορμούζ. Αυτό που στις 2 Μαρτίου εμφανιζόταν ως ενδεχόμενο σενάριο κλεισίματος είναι πλέον πραγματικότητα: την 3η Μαρτίου, αξιωματούχος του IRGC δήλωσε επίσημα πως τα Στενά θα παραμείνουν κλειστά και απείλησε να σταματήσει οποιοδήποτε πλοίο επιχειρήσει να περάσει. Πέντε τάνκερ έχουν πληγεί, περίπου 150 πλοία παραμένουν αγκυροβολημένα. Αυτό καταγράφηκε αμέσως στις ενεργειακές τιμές: το Brent έφτασε πάνω από τα 81 δολάρια τις ημέρες που ακολούθησαν, άνοδος πάνω από 10% σε δύο ημέρες. Αναλυτές της JPMorgan εκτιμούν ότι αν η διακοπή παραταθεί πέραν των τριών εβδομάδων, η τιμή θα μπορούσε να φτάσει τα 120 δολάρια το βαρέλι, με στασιμοπληθωριστικές συνέπειες παγκοσμίως.
Έχουμε ακόμα δυο εξελίξεις τη 3η Μαρτίου. Πρώτον, ισραηλινά πλήγματα κτύπησαν το κτήριο της Συνέλευσης των Εμπειρογνωμόνων στο Κομ ενώ τα μέλη της βρίσκονταν σε συνεδρίαση για την εκλογή νέου Ανώτατου Ηγέτη. Πρόκειται για το σώμα που θα επιλέξει τον διάδοχο του Χαμενεΐ, και το κτύπημα του επιβεβαιώνει ότι ο ισραηλο-αμερικανικός στρατηγικός στόχος δεν είναι απλώς η στρατιωτική αποδιοργάνωση, αλλά η υπονόμευση της ιρανικής πολιτικής διαδοχής από βάθος. Δεύτερον, ο Τραμπ δήλωσε την 2η Μαρτίου ότι η επιχείρηση μπορεί να επεκταθεί «πολύ πέρα από το αρχικό χρονοδιάγραμμα τεσσάρων έως πέντε εβδομάδων». Αυτό αντιτίθεται ευθεία στο βασικό αισιόδοξο σενάριο που είχε ενσωματώσει η αγορά τη Δευτέρα.
Οι παγκόσμιες αγορές αντέδρασαν ως ακολούθως. Την Τρίτη 3 Μαρτίου, ο Dow Jones έκλεισε με απώλειες 403 μονάδων (−0,83%), ο S&P 500 υποχώρησε 0,94% και ο Nasdaq 1,02%, αν και τα πρωινά ενδοσυνεδριακά χαμηλά είχαν αγγίξει απώλειες έως 1,8–2,6% πριν τμηματικά ανακτηθούν μετά την ανακοίνωση Τραμπ για συνοδεία τάνκερ στα Στενά. Παράλληλα, ο χρυσός την προηγούμενη ημέρα, 2 Μαρτίου, είχε ανέλθει στα 5.390 δολάρια η ουγγιά, υψηλά επίπεδα, αν και κάτω από το ιστορικό ρεκόρ των 5.594 δολαρίων που είχε καταγραφεί στις 29 Ιανουαρίου 2026. Και το ίδιο το χρηματιστήριο του Τελ Αβίβ υπέστη κάποια διόρθωση την Τρίτη, κυρίως στους κλάδους επικοινωνιών, χρηματοπιστωτικών και τεχνολογίας. Μια νέα μεταβλητή είναι και η ανακοίνωση του Τραμπ ότι το Αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό ενδεχομένως να συνοδεύει τάνκερ μέσα από τα Στενά του Ορμούζ αν η κατάσταση επιβάλλει κάτι τέτοιο.
Στο μεταξύ, η QatarEnergy, ο μεγαλύτερος παραγωγός LNG στον κόσμο, επιβεβαίωσε επίσημα την αναστολή παραγωγής μετά από ιρανικά πλήγματα σε εγκαταστάσεις της. Επειδή περίπου το ένα πέμπτο των παγκόσμιων προμηθειών LNG διερχόταν από τα Στενά, οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου εκτοξεύτηκαν πάνω από 40% την πρώτη ημέρα της κρίσης.
Η εικόνα που αναδύθηκε τη Δευτέρα στο Τελ Αβίβ δεν ήταν λοιπόν μια τυφλή πράξη αισιοδοξίας. Ήταν ένα στοίχημα, ενημερωμένο, υπολογισμένο, αλλά παραμένει στοίχημα. Οι αγορές «διάβασαν» το κοινό πλήγμα ΗΠΑ–Ισραήλ ως μια πράξη που ενδεχομένως μειώνει μόνιμα τον μεγαλύτερο γεωπολιτικό κίνδυνο που αντιμετωπίζει η χώρα: την ιρανική απειλή. Δύο «άγκυρες» στήριξαν αυτήν την εκτίμηση: μια βαθιά και λειτουργική εγχώρια αγορά χρέους που δεν πάγωσε ακόμα και μέσα στην κρίση, και μια κεντρική τράπεζα που έδειξε ψυχραιμία και προσήλωση στη σταθερότητα.
Αλλά κάθε στοίχημα έχει και αντίλογο. Οι 48 πρώτες ώρες μετά το ιστορικό ρεκόρ στις 2 Μαρτίου επισήμαναν αρκετά από τα ρίσκα που η αγορά είχε αρχικά αγνοήσει: με κλειστά τα Στενά του Ορμούζ, το πετρέλαιο πάνω από 80 δολάρια Brent, ο πόλεμος εκτεινόμενος σε 9 χώρες και ο Τραμπ να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο της πρακτικής παράτασης περαιτέρω των πέντε εβδομάδων. Αν ο πόλεμος μετατραπεί σε σχετικά μόνιμη αντιπαράθεση, αν το πετρέλαιο εκτοξευτεί, αν ο πληθωρισμός ξαναφουντώσει, τότε το «ράλι εν μέσω πολέμου» μπορεί να αποδειχθεί ένα βραχύ επεισόδιο αισιοδοξίας που δεν αντέχει στον χρόνο. Η αλήθεια, όπως πάντα στη Μέση Ανατολή, θα κριθεί στο πεδίο, και αυτή τη φορά, το πεδίο δεν είναι μόνο στρατιωτικό αλλά και οικονομικό.
* Ο Γιαακώβ Χαλιώτης είναι Ιδρυτής & Διευθύνων Σύμβουλος της Group of Verified Intelligence (GVI), Σύμβουλος Στρατηγικής Επικοινωνίας & Καινοτομίας Λονδίνο - Ηνωμένο Βασίλειο και μέλους του Διπλωματικού Σώματος του Παγκοσμίου Εβραϊκού Συμβουλίου (WJC)
