Οι βασικοί μύθοι του ρωσικού επεκτατισμού

Οι βασικοί μύθοι του ρωσικού επεκτατισμού

Τόσο η κεντρική πολιτική και η διπλωματία της Ρωσίας, όσο και οι εντός και εκτός της χώρας εξυπηρετητές των απόψεών της συνοψίζουν την επιχειρηματολογία για τη δικαιολόγηση της ρωσικής επιβουλής κατά της εθνικής ακεραιότητας της Ουκρανίας σε μια σειρά από πολιτικούς μύθους. Ειδικά στη χώρα μας αυτοί οι μύθοι διασπείρονται με μεγάλη επιμονή και πολλοί καλόπιστοι συμπολίτες μας επηρεάζονται, καθώς ιδίως μέσα από κανάλια επιρροής στο δημόσιο λόγο γίνεται συντονισμένη προσπάθεια αυτοί οι μύθοι να προβληθούν ως αξιωματικές αλήθειες. Γι’ αυτό είναι σημαντικό, όσο κι αν για πολλούς πρόκειται για αβάσιμους ισχυρισμούς ή για μισές αλήθειες, αυτοί οι μύθοι να ανασκευάζονται. Δυστυχώς, στις μέρες μας η εξακρίβωση της αλήθειας είναι ίσως πιο δυσχερής από ποτέ μολονότι τα περισσότερα τεκμήρια είναι ελεύθερα διαθέσιμα. Παρακάτω εξετάζονται οι πέντε πιο διαδεδομένοι - κατά την κρίση μας - τέτοιοι μύθοι.

Μύθος 1ος: Η Ρωσία αντιδρά στην επέκταση του ΝΑΤΟ, η οποία την “στραγγαλίζει” και την απειλεί.

Η Ρωσία είναι η χώρα με τις περισσότερες συνορεύουσες χώρες σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε ένα σύνολο περίπου 20.241 χλμ χερσαίων συνόρων η Ρωσία μοιράζεται με χώρες του ΝΑΤΟ μόλις περίπου 1261χλμ, δηλαδή το 6,2% της συνολικής συνοριακής γραμμής της. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι η μερίδα του λέοντος των ρωσικών συνόρων ανήκει σε χώρες που είτε προέρχονται από το άμεσο μετασοβιετικό περιβάλλον και έχουν πολύ στενούς δεσμούς με την ίδια (πχ είναι μέλη του συλλογικού φορέα ασφάλειας CSTO), όπως η Λευκορωσία και το Καζαχστάν, είτε είναι σαφέστατα γεωπολιτικά απέναντι από τη Δύση, όπως η Κίνα.

Επομένως, η Ρωσία ούτε “στραγγαλίζεται” από την επέκταση του ΝΑΤΟ, ούτε απειλείται, αφού το ΝΑΤΟ δεν έχει εγκαταστήσει επιθετικά στρατηγικά όπλα στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, παρά μόνο αμυντικά, την “Βαλλιστική Πυραυλική Άμυνα”. Το βασικό επιχείρημα της Ρωσίας απέναντι σε αυτή την αμυντική διάταξη είναι ότι απειλεί την επιθετική της ικανότητα, δηλαδή αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες να καταρριφθούν οι ρωσικοί διηπειρωτικοί πύραυλοι-φορείς στρατηγικών πυρηνικών όπλων. Επίσης, η Ρωσία κατέχει (προφανώς παράνομα) εδάφη άλλων χωρών (της Γεωργίας, της Μολδαβίας και της Ουκρανίας) στις οποίες απαγορεύει τη σύναψη όχι μόνο συμμαχίας, αλλά συνεργασίας με το ΝΑΤΟ με απειλή την άμεση επίθεση, κάτι που άλλωστε έχουμε δει παλιότερα και βλέπουμε τώρα σε πλήρη εφαρμογή.

Αντίθετα, το ΝΑΤΟ ακριβώς για να αποφύγει την ένταση με τη Ρωσία έχει απορρίψει στο παρελθόν προσπάθειες αυτών των χωρών να υποβάλουν αίτημα εισδοχής. Ποιος όμως μπορεί στ’ αλήθεια να πειστεί ότι η Ρωσία απειλείται περισσότερο από μια δυτικόστροφη αλλά μη μέλος του ΝΑΤΟ Ουκρανία κι όχι από τις ήδη μέλη του ΝΑΤΟ βαλτικές χώρες, όταν η Μόσχα απέχει από τα λετονικά σύνορα μόλις εκατό χιλιόμετρα περισσότερο από ό,τι με τα ουκρανικά; Για να μην αναφέρει κανείς ότι η Αγία Πετρούπολη βρίσκεται σε απόσταση δύο ωρών οδικώς από την Εσθονία. Αντίθετα, η μόνη σχέση που εποικοδομητικά προσπάθησε να αναπτύξει η Ουκρανία ήταν με την ΕΕ. Στην πραγματικότητα αυτό το ενδεχόμενο είναι ίσως ακόμα πιο ενοχλητικό για τον Βλ.Πούτιν, αφού πολλοί υποστηρίζουν πως αυτό φοβάται περισσότερο από όλα: μια μεγάλη πρώην σοβιετική χώρα δίπλα στη Ρωσία που ακολουθεί φιλελεύθερη δημοκρατική και ευρωπαϊκή πορεία.

Μύθος 2ος: Η Ρωσία εξαπατήθηκε από τη Δύση, αφού υπήρχε δέσμευση ότι το ΝΑΤΟ δεν θα επεκταθεί στην Ανατολική Ευρώπη.

Οι διαπραγματεύσεις “2+4” που κατέληξαν στις 12 Σεπτεμβρίου 1990 στην υπογραφή στη Μόσχα της “Συνθήκης για τον Οριστικό Διακανονισμό σχετικά με την Γερμανία” και οτιδήποτε συζητήθηκε τότε αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο το μέλλον της Γερμανίας. Οι διαβεβαιώσεις που δόθηκαν -και τηρήθηκαν- προέβλεπαν την μη εγκατάσταση αμερικανικών ή άλλων ξένων στρατευμάτων στο έδαφος της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, κάτι που έχει ρητά παραδεχτεί και ο τότε ακόμα ηγέτης της ΕΣΣΔ Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Πού βασίζεται, λοιπόν, αυτή η ευρέως διαδεδομένη πλάνη περί ρητής δέσμευσης για τη μη επέκταση του ΝΑΤΟ ανατολικότερα;

Σε μια ασαφή επιχειρηματολογία περί προφορικής δέσμευσης δυτικών αξιωματούχων, όπως οι τότε ΥπΕξ των ΗΠΑ Μπέηκερ και της Γερμανίας Γκένσερ, στη διάρκεια των συζητήσεων, κάτι που όμως έχει, όπως είδαμε, διαψεύσει δημόσια ο ίδιος ο Γκορμπατσόφ, αφού το ζήτημα της επέκτασης του ΝΑΤΟ δεν βρισκόταν καν στο πλαίσιο της συζήτησης. Γι’ αυτό και τόσο ο Μ.Γκορμπατσόφ, όσο και ο Μ.Γιέλτσιν στα τέλη της δεκαετίας του ‘90 κατηγόρησαν τους Αμερικανούς ότι παραβίασαν “το πνεύμα” της συμφωνίας του 1990, ένα πνεύμα όμως που δεν τεκμηριώνεται παρά μόνο από όσα “άκουσαν” ή θεωρούν ότι άκουσαν στις συζητήσεις οι Σοβιετικοί. Όλοι όμως γνωρίζουμε ότι στις διεθνείς σχέσεις το μόνο που έχει σημασία και βαρύτητα είναι τι υπογράφεται στα επίσημα έγγραφα, κι εκεί δεν τίθεται καμία αμφιβολία ως προς το περιεχόμενο της συμφωνίας, καθώς το θέμα έχει δεχτεί εξαντλητικό έλεγχο από πολλές πλευρές.

Άλλωστε, η επέκταση του ΝΑΤΟ δεν έγινε με οποιοδήποτε καταναγκαστικό τρόπο, αντίθετα οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης προσήλθαν στους δυτικούς και ζήτησαν διακαώς την ένταξή τους στη συμμαχία προκειμένου να εξασφαλιστούν από τη ρωσική απειλή, επιλογή που προφανώς αποδεικνύεται σήμερα σωτήρια χάρη στη ρωσική πολιτική επέκτασης προς τα δυτικά. Μάλιστα, αυτή η διαδικασία επέκτασης δεν είναι πρόσφατη, αντίθετα ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ‘90 και ολοκληρώθηκε ως τα μέσα της δεκαετίας του 2000, όταν ήδη τη Ρωσία κυβερνούσε ο Βλαντιμίρ Πούτιν. Αποτελεί μέγιστη ειρωνεία ότι ο Πούτιν θεωρεί πως η χώρα του απειλείται, πάνω ακριβώς στη συγκυρία που οι ΗΠΑ προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να μειώσουν την εμπλοκή τους στο ευρωπαϊκό θέατρο στρέφοντας το ενδιαφέρον τους στον Ειρηνικό και ειδικά στην Κίνα ασφαλώς.

Το πιο ενδιαφέρον από όλα είναι ότι στην πραγματικότητα αν υπάρχει κάποιο μέρος που έχει όντως παραβιάσει διεθνείς δεσμεύσεις εν προκειμένω είναι η ίδια η Ρωσία, η οποία έχει συνυπογράψει στη Βουδαπέστη το 1994 το “Μνημόνιο για διαβεβαιώσεις εξασφάλισης της Ουκρανίας”, με το οποίο δεσμευόταν να σέβεται την εθνική ακεραιότητα και κυριαρχία της Ουκρανίας προκειμένου η τελευταία να αποχωριστεί το πυρηνικό της οπλοστάσιο, όπερ και έπραξε. Η Ρωσία σήμερα καταφανώς παραβιάζει την ακεραιότητα και κυριαρχία της Ουκρανίας με τον πιο ωμό τρόπο.

Μύθος 3ος: Οι Ρώσοι και οι Ουκρανοί είναι ουσιαστικά το ίδιο έθνος και μόνο μια μειοψηφία στη δυτική Ουκρανία και η δυτικόστροφη ουκρανική ελίτ θέλουν να κρατήσουν την Ουκρανία μακριά από τη Ρωσία.

Οι ιστορικές καταβολές των Ρώσων και των Ουκρανών είναι κοινές, ανήκουν αμφότεροι στους ανατολικούς σλαβικούς λαούς, πληθυσμούς που μιλούσαν τη σλαβονική γλώσσα, ενώνονταν με χαλαρούς κοινοτικούς δεσμούς, συχνά μάχονταν μεταξύ τους και συγκρότησαν σταδιακά ένα κράτος με ασταθή όρια και κέντρο το Κίεβο, ενώ εκχριστιανίστηκαν στα τέλη του 10ου αι., μετά την οριστική τους ήττα από τους Βυζαντινούς, οι οποίοι τους ενέταξαν στη σφαίρα επιρροής τους. Αντιμετωπίζοντας διαδοχικά και ενίοτε ταυτόχρονα διαφόρων δυνάμεων από τα ανατολικά και τα δυτικά, οι πληθυσμοί αυτοί ήδη από πολύ νωρίς ακολούθησαν αποκλίνουσα πορεία με μέρη της σημερινής Ουκρανίας να αποτελούν κατά καιρούς τμήματα διαφόρων κρατών.

Τα εδάφη βορειοδυτικά του Δνείπερου ποταμού υπήρξαν για μεγάλο διάστημα κομμάτι του πολωνο-λιθουανικού βασιλείου, ενώ άλλα τμήματα των σημερινών ουκρανικών εδαφών γνώρισαν διάφορες κυριαρχίες, της οθωμανικής περιλαμβανομένης. Στην εποχή της Αικατερίνης της Μεγάλης το μεγαλύτερο μέρος αυτών των χωρών έγινε τμήμα της ρωσικής αυτοκρατορίας, η διάλυση της οποίας το 1918 γέννησε ελπίδες για ανεξαρτησία της Ουκρανίας, ελπίδες που διαψεύστηκαν γρήγορα στα πλαίσια του ρωσικού εμφυλίου πολέμου. Ως ρωσικές, λένε κάποιοι -ψαρεύοντας σε θολά νερά- αναφέρονται οι πόλεις της Ουκρανίας στα κείμενα του 19ου αι., παραλείπουν όμως να πουν ότι και οι πόλεις της Ελλάδας ως οθωμανικές αναφέρονται μέχρι την ίδρυση του ελληνικού κράτους και την ενσωμάτωσή τους σε αυτό. Η Ουκρανία μετά το 1920 σχημάτισε ομόσπονδο σοβιετικό κράτος, που έλαβε την πλήρη του μορφή μετά την ενσωμάτωση στην ΕΣΣΔ και προσαρτημένων εδαφών της προπολεμικής Πολωνίας.

Οι πληθυσμοί της Ουκρανίας υπήρξαν ποικίλοι με κύριες αντίρροπες παρουσίες τους ρωσόφωνους στα ανατολικά και τους ουκρανόφωνους δυτικά, με σημαντικούς αριθμούς Πολωνών, Εβραίων Γίντις και άλλες ελάσσονες ομάδες. Η γλωσσική ταυτότητα δεν συνεπάγεται εθνοτική συνείδηση (πχ ο Β.Ζελένσκυ είναι εκ καταγωγής ρωσόφωνος), ενώ σημαντικό ρόλο στη συγκρότηση ουκρανικής συνείδησης διαδραμάτισαν τόσο οι ρωσικές αυτοκρατορικές, όσο και κυρίως οι σοβιετικές πολιτικές. Ειδικά στην περίοδο από το 1928 ως το 1938 η Ουκρανία δέχτηκε ένα αδυσώπητο κύμα πολιτικής πίεσης με αφετηρία τη σταλινική στρατηγική “αποκουλακοποίησης” του γεωργικού πληθυσμού, που είχε αποτελέσματα εξοντωτικά, αν όχι και γενοκτονικά, καθώς υπολογίζεται ότι χάθηκαν εκατομμύρια ανθρώπων, λόγω της πείνας (Μεγάλος Λιμός) ή των πολιτικών ποινών (εκτοπίσεις, καταναγκαστική εργασία, εκτελέσεις, κλπ). Για τους λόγους αυτούς μέρος των Ουκρανών συντάχθηκε με τον Άξονα στην εκστρατεία κατά της ΕΣΣΔ, με σκοπό να κερδίσει την ανεξαρτησία του, ενώ εξίσου πολλοί Ουκρανοί ανεξαρτήτως εθνοτικών αισθημάτων πολέμησαν στις τάξεις του Κόκκινου Στρατού για τον “μεγάλο πατριωτικό πόλεμο”. Την περίοδο 1941-1947 μεγάλο μέρος του εβραϊκού πληθυσμού της Ουκρανίας είτε αφανίστηκε στα πλαίσια του Ολοκαυτώματος, είτε μετανάστευσε στο υπό ίδρυση κράτος του Ισραήλ.

Αμέσως μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, στην Ουκρανία διεξήχθη τον Δεκέμβριο του 1991 δημοψήφισμα για την τύχη της χώρας. Στο σύνολο της χώρας (συμπεριλαμβανομένων των ανατολικών επαρχιών Ντονέτσκ και Λουχάνσκ) υπερίσχυσε η ψήφος υπέρ της ανεξαρτησίας με συντριπτικό ποσοστό (μ.ο. 92,3%), με μόνη εξαίρεση την Κριμαία, όπου η ψήφος υπέρ της ένταξης στη Ρωσική Ομοσπονδία έφτασε το 42%. Σε απογραφή του 2001 η εθνοτική σύνθεση της Ουκρανίας κάθε άλλο παρά διχασμένη εμφανίζεται, καθώς το 78% περίπου των πολιτών προσδιορίζονται ως εθνικά Ουκρανοί. Παράλληλα, η στροφή της Ουκρανίας προς τη Δύση και συγκεκριμένα προς την Ευρώπη είναι στρατηγική επιλογή του λαού και των κυβερνήσεων, διακηρυγμένη ήδη από το 1993.

Ο επίσημος διάλογος ΕΕ-Ουκρανίας εκκίνησε ήδη το 1994 και ο μόνος λόγος που δεν προχώρησε συντονισμένα ήταν η απροθυμία των Βρυξελλών να εμπλακούν μέσα στη στενά εννοούμενη σφαίρα επιρροής της Ρωσίας. Ο λαός της Ουκρανίας, αντίθετα, επανειλημμένα πίεσε για ταχύτερη σύγκλιση της χώρας με την ΕΕ μέσω καταπολέμησης των δομικών παθογενειών, όπως η διαφθορά, αλλά και της ρωσικής επιρροής. Αποτέλεσμα αυτής της πίεσης υπήρξαν τόσο η “Πορτοκαλί Επανάσταση” του 2004, όσο και η πολύ σφοδρότερη εξέγερση του Euromaidan το 2014, που οδήγησε σε αυτοεξορία τον φιλορώσο πρόεδρο Β. Γιανουκόβιτς και πυροδότησε την πρώτη ανοιχτή στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας στην Ουκρανία, με κατάληψη της Κριμαίας και εξέγερση ρωσόφωνων αυτονομιστών υπό ρωσική καθοδήγηση και υποστήριξη στο Ντονμπάς (Ντονέτσκ και Λουχάνσκ).

Η σημερινή ομόθυμη και παλλαϊκή υποστήριξη στην νόμιμα εκλεγμένη κυβέρνηση και στράτευση κατά της ρωσικής εισβολής είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι η συντριπτική πλειοψηφία του λαού της Ουκρανίας επιθυμεί διακαώς μια ελεύθερη και ανεξάρτητη εθνική υπόσταση και μια προσέγγιση της χώρας τους με την ενωμένη Ευρώπη. Αντίθετα, οι μόνες δυνάμεις που σταθερά έχουν προσπαθήσει να ανατρέψουν αυτή την προοπτική είναι η Ρωσία, ένα μικρό φιλορωσικό μέρος του ουκρανικού πολιτικού κόσμου και μια δυναμική αλλά πληθυσμιακά περιορισμένη ρωσόφιλη κοινότητα στα ανατολικά της Ουκρανίας, που μόνο στην Κριμαία υπήρξε πλειοψηφική, κι εκεί υπό τον πλήρη στρατιωτικό έλεγχο της Ρωσίας. Δεν μπορεί να διατυπωθεί με σοβαρότητα αμφιβολία για τον εθνικό αυτοπροσδιορισμό και χαρακτήρα των Ουκρανών, που είναι πολύ πιο συγκροτημένος ιστορικά και σφυρηλατημένος πολιτικά από άλλων λαών λχ των Λευκορώσων, για τους οποίους περιέργως η Ρωσία δεν εγείρει ζητήματα.

Μύθος 4ος: Η Ουκρανία είναι μια χώρα αντιδημοκρατική, που ελέγχεται από ομάδες νεοναζιστών, τους οποίους θέλει να εκδιώξει η ρωσική ηγεσία.

Στην Ουκρανία έχουν διεξαχθεί τα τελευταία 25 χρόνια 5 προεδρικές και 7 κοινοβουλευτικές εκλογές με πολυκομματική συμμετοχή και εναλλαγή διαφορετικών προσώπων και παρατάξεων στην εξουσία, ενώ κατά κανόνα η εξουσία παραδίδεται ομαλά. Οπωσδήποτε, η δημοκρατία στην Ουκρανία δεν μπορεί να θεωρηθεί συγκρίσιμη με όσα ισχύουν πχ στις χώρες της δυτικής Ευρώπης, καθώς υφίστανται δομικά προβλήματα (διαφθορά, φατριασμός, κλπ), ωστόσο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το δημοκρατικό πολίτευμα υφίσταται και είναι λειτουργικό, ενώ γίνονται σεβαστές οι πολιτικές ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όλα αυτά είναι επιστημονικά τεκμηριωμένα και δεν επιδέχονται σοβαρής αμφισβήτησης, πέρα από το γεγονός ότι η συμπεριφορά του συνόλου ουσιαστικά του πολιτικού κόσμου και του σώματος των πολιτών στη διάρκει του τρέχοντος πολέμου το επιβεβαιώνει.

Όπως αναφέραμε παραπάνω, η συνεργασία ενός μέρους των Ουκρανών με τα χιτλερικά στρατεύματα κατά της Σοβιετικής Ένωσης είναι γεγονός (κάτι που υπήρξε ωστόσο πραγματικότητα και για πολλούς λαούς της ΕΣΣΔ, συμπεριλαμβανομένων ακόμα και των Ρώσων). Η αντίληψη του ιστορικού παρελθόντος με διαφορετικό τρόπο από διαφορετικούς λαούς πρέπει να είναι μέρος της ανάλυσης και αντίληψης των εξελίξεων. Επίσης, τις τελευταίες δεκαετίες και ειδικά όσο η πολιτική επιρροή και πίεση της Ρωσίας πάνω στην Ουκρανία εντείνεται, ενισχύεται το εθνικό αίσθημα μεγάλης μερίδας του ουκρανικού λαού και αντίστοιχα ενισχύονται οι τάξεις και η ατζέντα των εθνικιστικών παρατάξεων. Ωστόσο, πρέπει να είναι σαφές το πώς αυτό εκφράζεται πολιτικά στην πράξη και ασφαλής δείκτης για αυτό είναι οι εκλογές. Στις βουλευτικές εκλογές του 2019 όλα τα ακροδεξιά κόμματα της Ουκρανίας συνέπηξαν εκλογικό συνασπισμό, ο οποίος έλαβε το 2,15% των ψήφων και δεν κέρδισε καμία έδρα στο εθνικό κοινοβούλιο.

Αντίστοιχα, στις προεδρικές εκλογές της ίδιας χρονιάς εξελέγη, με συντριπτικό ποσοστό σε ολόκληρη σχεδόν την επικράτεια, πρόεδρος ο εβραϊκής καταγωγής και θρησκεύματος Βολοντίμιρ Ζελένσκυ, έναντι του τέως προέδρου Πέτρο Ποροσένκο, ο οποίος είχε πολιτικά σαφέστατα περισσότερο εθνικιστικά χαρακτηριστικά. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και η εξέγερση των ρωσόφωνων αυτονομιστών στο Ντονμπάς το 2014 οδήγησε σε σχηματισμό ένοπλων ακροδεξιών-εθνικιστικών παραστρατιωτικών ομάδων, κάποιες από τις οποίες περιλαμβάνουν και νεοναζιστές, με σκοπό να πολεμήσουν κατά του αυτονομιστικού κινήματος και υπέρ της ενότητας της Ουκρανίας. Λίγο αργότερα οι πολιτοφυλακές αυτές εντάχθηκαν λειτουργικά στις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις.

Αντίστοιχα, όμως, εθνικιστικές και νεοναζιστικές ομάδες και οργανώσεις υφίστανται και μάχονται και στην ρωσική πλευρά του Ντονμπάς, υπό τις ευλογίες της Ρωσίας και με την ενεργή της υποστήριξη και ενίσχυση. Για τις ίδιες αντιλήψεις διακρίνεται και η ηγεσία και μεγάλο μέρος του προσωπικού των ρωσικών μισθοφορικών σωμάτων Wagner Group, για να μη μιλήσουμε για ακόμα πιο ιδιόμορφους στρατιωτικούς συνεργάτες της Μόσχας, όπως οι φονταμενταλιστές ισλαμιστές μισθοφόροι Τσετσένοι. Η διακυβέρνηση Πούτιν έχει αναδειχθεί ταυτόχρονα σε εμβληματική περίπτωση αυταρχικού υποδείγματος για αρκετά αυταρχικά ή αντιφιλελεύθερα πολιτικά καθεστώτα, ενώ παραμένει ο μεγαλύτερος πολιτικός και επικοινωνιακός σπόνσορας όλων των ακροδεξιών και ριζοσπαστικών πολιτικών κινημάτων της Δύσης. Η ένθερμη στράτευση των Εβραίων της Ουκρανίας κατά των Ρώσων στη διάρκεια της τρέχουσας σύγκρουσης είναι η σαφέστερη ένδειξη για το αν και κατά πόσο κυριαρχεί στη χώρα αυτή σήμερα μια νεοναζιστική ατζέντα.

Μύθος 5ος: Στην Ανατολική Ουκρανία γίνονται εθνοκαθάρσεις από τους νεοναζί Ουκρανούς σε βάρος των Ρωσόφωνων πληθυσμών, τους οποίους προσπαθεί να προστατεύσει η ρωσική επέμβαση.

Η σύγκρουση στις ανατολικές επαρχίες της Ουκρανίας που ξεκίνησε στη διάρκεια της μεγάλης λαϊκής εξέγερσης του Euromaidan το 2014 με την υποκίνηση και υποστήριξη της Ρωσίας συνεχίζεται αδιάκοπα μέχρι σήμερα, καθώς οι συμφωνίες Μινσκ Ι και ΙΙ που μεσολάβησαν αποδείχθηκαν ανεφάρμοστες και για τα δύο εμπλεκόμενα μέρη. Οι αυτονομιστές κατόρθωσαν να ελέγξουν ένα τμήμα των επαρχιών Ντονέτσκ και Λουχάνσκ, το υπόλοιπο μέρος των οποίων όπως και το σύνολο της ανατολικής και νότιας Ουκρανίας, όπου η πολιτική και πολιτιστική επιρροή της Ρωσίας είναι παραδοσιακά εντονότερη, έχουν παραμείνει στο πλαίσιο της ουκρανικής επικράτειας με τη ζωή εκεί να συνεχίζεται ουσιαστικά ομαλά και απρόσκοπτα.

Κοντά στη γραμμή αντιπαράθεσης ουκρανικών δυνάμεων και αυτονομιστών και στις πλησιόχωρες περιοχές έχουν σημειωθεί κατά καιρούς μεμονωμένα περιστατικά αδικαιολόγητης βίας από Ουκρανούς παραστρατιωτικούς εθνικιστές σε βάρος ρωσόφωνων, κάτι που δεν είναι ωστόσο σε καμία περίπτωση γενικευμένη κατάσταση. Η στάση της μεγάλης πλειοψηφίας των κατοίκων αυτών των περιοχών και η αδυναμία των αυτονομιστών να επεκτείνουν την κυριαρχία τους δυτικότερα στη διάρκεια του πολέμου είναι απόλυτα εύγλωττη και χαρακτηριστική.

Ήδη στη διάρκεια των εκλογών του 2014 που έγιναν εν βρασμώ των πολεμικών γεγονότων στην Κριμαία και το Ντονμπάς, η Ουκρανία δέχθηκε παρατηρητές του ΟΑΣΕ παρέχοντας όλες τις απαραίτητες διευκολύνσεις και τα αναγκαία στοιχεία. Αυτό σημαίνει ότι δεν υφίστανται συνθήκες γενικής εθνοτικής πίεσης και εκφοβισμού, πόσο μάλλον εθνοκάθαρσης ή γενοκτονίας. Ακριβώς αυτές οι κατηγορίες, μάλιστα, που συνόδευαν τα διαγγέλματα του Βλ. Πούτιν για την αναγνώριση της ανεξαρτησίας του Ντονέτσκ και του Λουχάνσκ αλλά και για την έναρξη της πολεμικής επίθεσης, προκάλεσαν την άμεση προσφυγή της Ουκρανίας στο Διεθνές Δικαστήριο με αίτημα την έκδοση προσωρινής απόφασης για τη χρήση της κατηγορίας της γενοκτονίας από τη Ρωσία ως επιχείρημα για την επίθεση. Το Δικαστήριο ξεκίνησε κατεπείγουσα έρευνα και η Ρωσία ήδη επέλεξε να απέχει από τη συνεδρίασή του.

Σε κάθε περίπτωση, ο ισχυρισμός περί “γενοκτονίας” ή “εθνοκάθαρσης” έχει δεχθεί ισχυρό δημοσιογραφικό έλεγχο και έχει απορριφθεί. Ένας τέτοιος ισχυρισμός έρχεται σε άμεση σύγκρουση και με τη λογική και την εμπεδωμένη εμπειρία, καθώς οι περιοχές του Ντονμπάς είναι ή υπό τον έλεγχο των αυτονομιστών από το 2014, που εξοπλίζει και υποστηρίζει η Ρωσία, με τους οποίους οι ουκρανικές δυνάμεις βρίσκονται τακτικά σε πολεμική σύγκρουση στη γραμμή αντιπαράθεσης, ή υπό ουκρανικό έλεγχο, όπου και έλεγχος της διεθνούς κοινότητας και ελεύθερη πρόσβαση υφίσταται και άμεση πληροφόρηση υπάρχει.

Ας μη ξεχνάμε ότι ακριβώς σε αυτή την περιοχή του Ντονέτσκ και πέριξ της Μαριούπολης η Ελλάδα διαθέτει και διπλωματική αντιπροσώπευση και παρουσία λόγω της ευάριθμης ελληνικής ομογενειακής κοινότητας και δεν μαρτυρούνται σε καμία περίπτωση ανάλογα προβλήματα. Τέλος, δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη από το γεγονός ότι αυτές τις ημέρες οι κάτοικοι της Μαριούπολης υφίστανται τις αιματηρές επιθέσεις των ρωσικών δυνάμεων που πολιορκούν την πόλη και αντιστέκονται με τεράστιο κόστος, ενώ ζητούνται ανθρωπιστικοί διάδρομοι για να εκκενωθούν άμαχοι προς τα δυτικά και οι ρωσικές αρχές επιτρέπουν εκκενώσεις μόνο προς τη Ρωσία, όπου ουδείς επιθυμεί να μεταβεί. Ποιος στ’ αλήθεια πιστεύει ότι ισχύει οποιοσδήποτε από τους παραπάνω ρωσικούς ισχυρισμούς; Πάντως όχι κάποιος που είναι ενημερωμένος, καλόπιστος και ανιδιοτελής.

* Ο Γιάννης Χαραλαμπίδης είναι Ιστορικός, ΠΜΣ Σύγχρονη Ελληνική & Ευρωπαϊκή Ιστορία, Πανεπιστήμιο Κρήτης