Καημένη Φώφη

Αν το ΠΑΣΟΚ περιλάμβανε στις αποφάσεις του Συνεδρίου του την απλή φράση «δεν θα γίνουμε εμείς η αιτία να μείνει η χώρα ακυβέρνητη», σήμερα θα είχε τέσσερις με πέντε δημοσκοπικές μονάδες άνοδο. Θα είχε φύγει η κολλημένη βελόνα προς τα πάνω. Εκείνοι όμως αποφάσισαν ότι η διατύπωση ενός τέτοιου πολιτικού δόγματος θα τους χαντακώσει. Ότι θα στείλει τον κόσμο τους στον Μητσοτάκη ή στον Τσίπρα. Λάθος μέγιστο. Δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι η Παπανδρεϊκή και Σημιτική παράδοση του ΠΑΣΟΚ, είναι να υπάρχει ως κόμμα κυβερνησιμότητας και όχι ως γκρουπούσκουλο διαμαρτυρίας. Να παίζει μπάλα στο γήπεδο κι όχι να κάθεται στην εξέδρα.

Έφτασαν δε στο σημείο να υποστηρίζουν (κατ’ ιδίαν, διότι δημόσια δεν τολμούν να το πουν) ότι αυτή η φράση ήταν η αιτία που το ΠΑΣΟΚ είχε τόσο χαμηλά ποσοστά τον καιρό της Φώφης. Διότι η Γεννηματά το ‘λεγε καθαρά ότι -όσο θα περνούσε από το χέρι της- δεν θ’ άφηνε τη χώρα ακυβέρνητη. Τώρα λοιπόν, μια πενταετία μετά τον θάνατο της, την αποκαθηλώνουν υπογείως για να δικαιολογήσουν την σημερινή τους φοβική στροφή προς τον αντιδεξιό γκουπουσκολισμό. Και φτάνουν στο σημείο να τους δίνει γραμμή ο Ζαχαριάδης (μέσω Δούκα), και να ξαναγράφουν οι Συριζαίοι και την πρόσφατη ιστορία του Κινήματος.

Δεν είμαι εγώ που θα υπερασπιστώ την πολιτική μνήμη της Φώφης Γεννηματά. Υπάρχουν άλλοι αρμοδιότεροι εμού. Είναι όμως λυπηρό, οι πολιτικοί της επίγονοι να μην αναγνωρίζουν στην πράξη την προσφορά της να κρατήσει το ΠΑΣΟΚ στον χάρτη, αλλά να της χρεώνουν μετά θάνατο φιλομητσοτακισμό. Η Φώφη είχε πει τότε το αυτονόητο, δίχως κανένας να την κατηγορήσει ότι στέλνει τον κόσμο του ΠΑΣΟΚ στην ΝΔ. «Δεν θα γίνουμε η αιτία να πάει η χώρα σε πολιτική κρίση» Τι πιο υπεύθυνο;

Και τότε ρωτούσαμε την Φώφη αν στο όνομα της κυβερνησιμότητας του τόπου θα συνεργαστεί με την ΝΔ, πλην εκείνη διόλου δεν φοβόταν να απαντά ότι και την πολιτική αυτονομία του κόμματος της υπερασπίζεται, και για το καλό του τόπου θα δράσει αν το επιβάλλουν οι συνθήκες.

Οι σημερινοί έχουν ποινικοποιήσει το «θα δούμε» όσον αφορά την συνεργασία με τη ΝΔ, αλλά την ίδια στιγμή κάνουν σημαία τους το «θα δούμε» όσον αφορά την συγκυβέρνηση με τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Τσίπρα. Στην πρώτη περίπτωση και μόνο η διατύπωση «θα δούμε» πιστεύουν ότι θα τους καταστρέψει, στην δεύτερη περίπτωση το λένε υπερηφάνως διότι θεωρούν ότι τους πουσάρει. Αλλόκοτη σκέψη που ειλικρινά δεν ξέρω σε ποιους απευθύνεται. Η πολιτική νεκροψία θα δείξει.

Η γραμμή «ποτέ με την ΝΔ» την οποία υιοθέτησαν, έχει νομοτελειακή ημερομηνία λήξης το βράδυ των πρώτων εκλογών, όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμα. Αν βγει δεύτερο ή τρίτο αποσύρεται από το παιχνίδι της εξουσίας. Πάει στον πάγκο και κοιτάζει αμέτοχο. Αλλά ακόμα κι κάνει άλμα 15 μονάδων και βγει θα ναι πρώτο (λέμε τώρα), πάλι θα βρεθεί σε αδιέξοδο. Ο Τσίπρας δεν θα βγει στην πιάτσα για να κάνει τον υπουργό του Νίκου, για γενικός αρχηγό της κεντροαριστεράς προορίζει τον εαυτό του. Οπότε ας τα βρει ο Ανδρουλάκης με τον Πολάκη που θα χει απομείνει στον ΣΥΡΙΖΑ, να μας κυβερνήσουν . Σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Το μόνο ρεαλιστικό σενάριο είναι να χρεωθεί ο Νίκος εξ ολοκλήρου την καταφυγή σε δεύτερη κάλπη, δίχως πάλι να έχει απάντηση στο κυρίαρχο ερώτημα «πως θα κυβερνηθεί ο τόπος».

Αν όλο αυτό εκτιμάται ως σωστή πολιτική γραμμή, τότε ο ποιητής σηκώνει τα χέρια. Αυτό που υιοθέτησαν στο Συνέδριο, χαροποιεί τελικά μόνο τον Μητσοτάκη, τον Δούκα και τον Γερουλάνο. Τον πρώτο διότι τον πάει καροτσάκι για τρίτη αυτοδυναμία, τους δυο άλλους διότι παρά την συμφωνία τους στην γραμμή «ποτέ με ΝΔ», την ήττα που κυοφορεί αυτή η άποψη θα την χρεωθεί αποκλειστική ο Ανδρουλάκης. Οπότε ένας απ’ τους δυο θα πάρει επιτέλους το κόμμα. Σε ποια κατάσταση και με ποια ποσοστά θα το πάρει, είναι άλλου παπά ευαγγέλιο.