Σε ολόκληρα χωριά και πόλεις της Ηπείρου δεν έγινε ούτε μία γέννηση το πρώτο δίμηνο του έτους! Ούτε μία. Η κατάσταση είναι αποκαρδιωτική και τα στοιχεία που δημοσίευσε το Υπουργείο Εσωτερικών αποτελούν μια – δυστυχώς τραγική- φωτογραφία της στιγμής. Σε ολόκληρο το Ζαγόρι, στην Κόνιτσα, στο Πωγώνι, στα Τζουμέρκα οι γεννήσεις είναι στο απόλυτο μηδέν. Στους δήμους της Άρτας είχαμε μία γέννηση. Στην Ηγουμενίτσα καμία, ενώ στην Πρέβεζα μόνο 2 γεννήσεις έναντι 40 θανάτων. Το δημογραφικό απειλεί την ίδια τη χώρα. Απαιτείται μια εθνική στρατηγική για το δημογραφικό. Όχι αύριο, χθες!
Ο πίνακας του υπουργείου Εσωτερικών αποτυπώνει με τα πιο μελανά χρώματα μια χώρα που γερνάει και πεθαίνει.

Το Liberal φιλοξενεί τις απόψεις δύο επιστημόνων που γνωρίζουν τη δημογραφική κρίση. Αξίζει να τις διαβάσετε:
Μανούσος Μαραγκουδάκης, Καθηγητής Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
«Η εικόνα της Ηπείρου το 2026, όπως αποτυπώνεται σε άρθρο τοπικού site σχετικά με τα ληξιαρχικά δεδομένα της περιφέρειας αυτής — με εκτεταμένες ζώνες μηδενικών γεννήσεων και με τη ζωή να συμπυκνώνεται σχεδόν αποκλειστικά σε έναν αστικό πόλο— δεν αποτελεί απλώς μια περιφερειακή ανωμαλία, αλλά συμπύκνωση των ευρύτερων εντάσεων που διαπερνούν την ελληνική κοινωνία (βλ. Epiruspost.gr). Η «σιωπή» της υπαίθρου δεν είναι μόνο δημογραφική· είναι θεσμική και μορφολογική, ένδειξη ότι οι όροι βιολογικής αναπαραγωγής της κοινωνικής ζωής έχουν αποσυνδεθεί από μεγάλες χωρικές και κοινωνικές ενότητες. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς αριθμητικό, αλλά βαθιά θεσμικό και βιωματικό: η αναπαραγωγή έχει καταστεί κοινωνικά επισφαλής επιλογή:
Πρώτον, η επισφάλεια, τα χαμηλά εισοδήματα και η καθυστερημένη επαγγελματική αποκατάσταση μεταθέτουν τη γονιμότητα σε ηλικίες όπου βιολογικά και κοινωνικά περιορίζεται. Συνεπώς, πολιτικές που ενισχύουν τη σταθερή απασχόληση των νέων ενηλίκων λειτουργούν έμμεσα αλλά κρίσιμα δημογραφικά.
Δεύτερον, το κόστος κατοικίας λειτουργεί ως βασικός φραγμός. Η αδυναμία πρόσβασης σε προσιτή στέγη καθυστερεί τη συγκρότηση νοικοκυριού. Μια συστηματική πολιτική κοινωνικής και επιδοτούμενης κατοικίας για νέες οικογένειες είναι προϋπόθεση αύξησης των γεννήσεων.
Τρίτον, η συμφιλίωση εργασίας και οικογένειας απαιτεί καθολική πρόσβαση σε ποιοτικές δομές φροντίδας. Η απουσία βρεφονηπιακών σταθμών για όλα τα βρέφη (και όχι με σειρά προτεραιότητας), και η ανεπάρκεια ευέλικτων μορφών εργασίας καθιστούν το παιδί ασύμφορη επιλογή, ιδίως για τις γυναίκες.
Τέταρτον, η στήριξη πρέπει να είναι διαρκής και προβλέψιμη, όχι εφάπαξ. Φορολογικά κίνητρα και υπηρεσίες (και όχι προσωρινά επιδόματα) δημιουργούν αίσθηση ασφάλειας που επηρεάζει τις αποφάσεις ζωής.
Τέλος, απαιτείται πολιτισμική μετατόπιση: η τεκνοποίηση δεν μπορεί να παραμένει ιδιωτικό βάρος, αλλά πρέπει να αναγνωριστεί ως συλλογικό αγαθό που στηρίζεται θεσμικά. Χωρίς αυτή τη συνολική αναδιάταξη, η αύξηση των γεννήσεων θα παραμείνει περιορισμένη και συγκυριακή.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ενίσχυση της γονιμότητας δεν μπορεί να νοηθεί ως απλή διόρθωση κινήτρων, αλλά ως ανασυγκρότηση των θεσμικών μορφών που μεσολαβούν μεταξύ ατόμου και κοινωνίας. Η ανατροφή, με άλλα λόγια, δεν μπορεί να επαφίεται αποκλειστικά στους πόρους, τον χρόνο και την αντοχή του νοικοκυριού, διότι τότε μετατρέπεται σε μηχανισμό αποθάρρυνσης της γονιμότητας.
Συνολικά, οι πολιτικές στήριξης οφείλουν να αποκτήσουν διάρκεια και κανονικότητα, ώστε να παράγουν προσδοκίες σταθερότητας και όχι περιστασιακές αντιδράσεις. Πάνω απ’ όλα η προβλεψιμότητα των θεσμικών ρυθμίσεων λειτουργεί ως κρίσιμος μηχανισμός μείωσης της αβεβαιότητας, επιτρέποντας στα άτομα να ενσωματώνουν τη γονιμότητα στον σχεδιασμό της ζωής τους.
Το δημογραφικό πρόβλημα αναδεικνύει το όριο μιας κοινωνίας όπου η αναπαραγωγή αποσυνδέεται από τη θεσμική της ενσωμάτωση. Δεν πρόκειται απλώς για μείωση αριθμών, αλλά για αποδυνάμωση της ικανότητας της κοινωνίας να αναπαράγει τις ίδιες τις προϋποθέσεις ύπαρξής της. Η άνοδος των γεννήσεων προϋποθέτει, συνεπώς, την επαναθεμελίωση αυτής της σύνδεσης: την αποκατάσταση ενός πλαισίου όπου η δημιουργία οικογένειας καθίσταται όχι μόνο δυνατή, αλλά και συμβολικά και θεσμικά στηριγμένη. Μόνο τότε η αναπαραγωγή μπορεί να επανενταχθεί στον πυρήνα της κοινωνικής οργάνωσης και να πάψει να λειτουργεί ως πεδίο συρρίκνωσης και αβεβαιότητας».
Βύρων Κοτζαμάνης, καθηγητής Δημογραφίας και Διευθυντής Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών (ΙΔΕΜ)
«Η μείωση των γεννήσεων στη χώρα μας που ξεκίνησε το 1980 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα με διαφορετικούς ρυθμούς ανά περίοδο, οφείλεται στην ταχύτατη μείωση της γονιμότητας των γυναικών που γεννήθηκαν μετά το 1960, του αριθμού δηλ. των παιδιών που αυτές απέκτησαν (2 όσες γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950, λιγότερα από 1,5 όσες γεννήθηκαν γύρω από το 1985). Ο περιορισμός του αριθμού των παιδιών των διαδοχικών γενεών που ξεκίνησε πριν από δυο αιώνες στις περισσότερες χώρες δεν αφορά φυσικά μόνον την Ελλάδα. Στο σύνολο όμως σχεδόν των χωρών της Δυτικής και Βορείου Ευρώπης η πτώση της γονιμότητας ανακόπηκε προσωρινά στις γενεές του μεσοπολέμου (αλλά όχι και στην Ελλάδα), γεγονός που αποτυπώθηκε και στη μεγάλη αύξηση των γεννήσεων τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες ( baby boom), για να συνεχισθεί στις επόμενες γενεές.
Αυτό που διαφοροποιεί κυρίως την Ελλάδα από πολλές από τις χώρες αυτές είναι ότι ι) η μείωση του αριθμού των παιδιών που έφεραν στον κόσμο τα ζευγάρια συνεχίζεται σχεδόν χωρίς ανακοπή από τις γενεές που γεννήθηκαν μετά μέσα του 19ου αιώνα, ιι) ο αριθμός των παιδιών που φέρνουν στον κόσμο οι μεταπολεμικές γενεές απέχει όλο και περισσότερο τόσο από αυτόν που επιθυμούν. Το « χάσμα» αυτό της γονιμότητας αποκαλύπτει ένα ανεκμετάλλευτο αναπαραγωγικό δυναμικό, αναδεικνύει τους οικονομικούς, κοινωνικούς και θεσμικούς περιορισμούς που παρεμποδίζουν την υλοποίηση των επιθυμιών για τεκνοποίηση και αποτυπώνεται μετά το 1980 και στις γεννήσεις.
Η επιτάχυνση δε της μείωσής τους μετά το 2006 (από 117 χιλ. το 2007-08 σε λιγότερες σε 65,5 χιλ. το 2025, -52 χιλ. και -44,5% αντίστοιχα) οφείλεται προφανώς και στη συρρίκνωση του πλήθους των γυναικών 25-44 ετών από τις οποίες προέρχονται τα τελευταία χρόνια σχεδόν οι 9 από τις 10 γεννήσεις. Ο πληθυσμός των γυναικών της ομάδας αυτής μειώθηκε κατά 27% ανάμεσα στο 2007 και το 2025, εξαιτίας κυρίως της μετά το 1980 κατάρρευσης των γεννήσεων και, δευτερευόντως, εξαιτίας της μαζικής φυγής στο εξωτερικό μετά το 2010 ατόμων των ιδίων ηλικιακών ομάδων.
Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα, επάνοδος των γεννήσεων τις επόμενες δεκαετίες στα επίπεδα της περιόδου 2011-2020 (92 χιλ. γεννήσεις ετησίως κατά μέσο όρο) είναι αδύνατη καθώς ο πληθυσμός των γυναικών αναπαραγωγικής ηλικίας, αν το μεταναστευτικό ισοζύγιο στις ηλικίες 25-45 ετών (είσοδοι -έξοδοι από την χώρα μας) είναι μηδενικό, θα συνεχίσει να μειώνεται. Η μείωση αυτή δεν θα επιτρέψει στις γεννήσεις να επανέλθουν στα επίπεδα της προηγούμενης δεκαετίας, ακόμη και αν στο μέλλον οι ετήσιοι δείκτες γονιμότητας αυξηθούν, αν δηλαδή οι γενεές που θα βρεθούν σε ηλικία απόκτησης παιδιού-ων αρχίσουν να αποκτούν προοδευτικά όλο και λίγο περισσότερα παιδιά από αυτά που έκαναν οι γονείς τους και σταματήσουν ταυτόχρονα να τα αποκτούν σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία.
Επιπροσθέτως, στην Ελλάδα δυστυχώς δεν έχουμε ακόμη ένα ευνοϊκό περιβάλλον για την δημιουργία οικογένειας και την απόκτηση του επιθυμητού αριθμού παιδιών. Για να το δημιουργήσουμε απαιτείται προφανώς η λήψη πρόσφορων μέτρων, μέτρων που αποτελούν το κύριο αντικείμενο και των δημογραφικών πολιτικών.
Οι πολιτικές αυτές θέτουν συνήθως σαν βασικό στόχο να κατευθύνουν / αλλάξουν την πορεία των βασικών συνιστωσών της ανανέωσης ενός πληθυσμού, και, διασταλτικά, να αντιμετωπίσουν τις όποιες αρνητικές επιπτώσεις τους επιτρέποντας ταυτόχρονα μια ήπια προοδευτική προσαρμογή σε μια νέα δημογραφική πραγματικότητα. Τα όποια δε μέτρα ληφθούν στο πλαίσιό τους θα πρέπει, εκτός των άλλων, να είναι διαβαθμισμένα στον χρόνο (βραχυ-/μεσο-/μακρο πρόθεσμα) ανάλογα με τους τιθέμενους στόχους, να υλοποιούνται απρόσκοπτα και να υπόκεινται στη δυνατότητα της on-going και ex-post αξιολόγησης των αποτελεσμάτων τους.
Η όποια δημογραφική πολιτική δεν συνίσταται επομένως στη συνάθροιση μέτρων ατάκτως ειρημένων και οι στόχοι της οφείλουν να είναι συμβατοί με τους στόχους «συγγενών» πολιτικών (αναπτυξιακής, κοινωνικής, οικονομικής κλπ.). Οφείλουμε όμως ταυτόχρονα να επισημάνουμε ότι όπως έχει δείξει και η διεθνής εμπειρία, οι επιδοματικές πολιτικές έχουν άκρως περιορισμένη εμβέλεια και δεν έχουν ιδιαίτερα αποτελέσματα μεσο -μακροπροθεσμα εάν δεν έχει αρχίσει να δημιουργείται ένα ευνοϊκότατο περιβάλλον για την ανακοπή και την αναστροφή των όποιων ανεπιθύμητων δημογραφικών μας εξελίξεων».
